Legislator Case Law & Legislation
197/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as the claimant failed to raise the invalidity of the settlement in the first instance.

Case Number 197/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a welfare fund against a second-instance judgment regarding a labor dispute. The fund argued that the settlement agreement reached in the first instance was invalid, violating substantive law provisions. The court ruled this argument inadmissible because the claimant failed to formally propose the settlement's invalidity as a standalone defense in the first instance proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561 and 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the invalidity of a settlement agreement is inadmissible if the party did not propose this defense as an independent ground in the first instance proceedings.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal settlement validity labor dispute procedure first instance defense Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 591, paragraph 1, item b of the Code of Civil Procedure
Article 666, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 115, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 256, paragraph 1, item d of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 15/2000
Supreme Court 94/2020
Supreme Court 403/2019
Supreme Court 1634/2017
Supreme Court 433/2017
Supreme Court 72/2016
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 197 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 197/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος.: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΩΗΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Α.Τ.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Βυτινιώτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) Κ. Α. του Γ., κατοίκου …, 2) Ε. Α. του Χ., κατοίκου …, 3) Α. Γ. του Χ., κατοίκου …, 4) Σ. Δ. του Γ., κατοίκου …, 5) Ε. συζ. Π. Κ., 6) Φ. Κ. του Π., 7) Ε. Κ. του Π., 8) Γ. Κ. του Π., κατοίκων …, 9) Φ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 10) Θ. Π. του Ι., κατοίκου … και 11) Β. Χ. του Θ., κατοίκου …, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Λουκά Αποστολίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1182/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4200/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 30-11-2018 και αριθ. κατάθεσης 11035/898/30-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 4200/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 14.7.2010 και με αριθ. κατάθ. 6082/14.7.2010 έφεσης του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο συνιστά καθολικό διάδοχο του Κλάδου Προνοίας του Ταμείου Συντάξεων και Προσωπικού Α.Τ.Ε. (άρθρο 6 παρ. 20 ν. 3029/2002) και έχει ως σκοπό τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους σε αυτό υπαλλήλους του.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ ουσίαν η ανωτέρω έφεση κατά της με αριθ. 1182/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών), με την οποίαν έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 19.12.2008 και με αριθ.

κατάθ. 233273/5977/22-12./2008 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, και υποχρεώθηκε το δεύτερο εναγόμενο νομικό πρόσωπο και ήδη αναιρεσείον (ως προς το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο απορρίφθηκε η αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη) να καταβάλει στους ενάγοντες, όπως επίσης αναγνωρίστηκε ότι οφείλει να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σί αυτή ποσά, με το νόμιμο τόκο, ως διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος εφάπαξ βοηθήματος και αυτού που έπρεπε να τους έχει καταβληθεί χωρίς το πλαφόν του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (άρθρο 4 παρ. 1) και "το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει" (άρθρο 22 παρ. 5), προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά την ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.

Έτσι, η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο, ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από τον φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, το ασφαλιστικό δηλαδή κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων, αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό του και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων (ΟλΑΠ 32/1995, ΑΠ 275/2015, ΑΠ 442/2015, ΑΠ 789/2014).

Όταν όμως το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κανόνα, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου, είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.

Εξάλλου, η Φ46/3239/23.2.1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το Καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β' 108)- καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το αναιρεσείων- ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 2, ότι η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω Ταμείο ενεργείται από δύο κλάδους, τον Κλάδο Συντάξεων και τον Κλάδο Πρόνοιας, από τον οποίο χορηγούνται τα εφάπαξ βοηθήματα και στο άρθρο 9 παρ. 3 ότι: "Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι:

α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην ΑΤΕ, β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην ΑΤΕ, γ) ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών των εταιριών.

Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν.1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας".

Η ίδια ως άνω υπουργική απόφαση στο άρθρο 34 ορίζει, ότι : "1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου (νοείται Πρόνοιας) δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος υπό τις προϋποθέσεις: α)... β) εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τον Οργανισμό της ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην Αγροτική Τράπεζα, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε (5) τουλάχιστον ετών, 2) το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επομένη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα : 4% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 1ου μέχρι και του 10ου , 8% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 11ου μέχρι και του Ι5ου, 10% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 16ου μέχρι και του 32ου, 3) για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου ...

ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων (14) μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα - πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού θέσεως, επιστημονικής απόδοσης, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (ΑΤΑ), 4) Αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών ως εξής:

Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από τη διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του επιδόματος, μέσα στο δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%. Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος".

Περαιτέρω, το άρθρο 57 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α' 165), το οποίο εντάσσεται στο Δ' Κεφάλαιο του έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.1993" Τρίτου Μέρους του εν λόγω νόμου, ορίζει ότι: "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης Πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους".

Εξάλλου, ο ίδιος ν. 2084/1992, στο άρθρο 57 του Δ' Κεφαλαίου του Τετάρτου Μέρους του, έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992", ορίζει τα εξής: "1 . Η προβλεπομένη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των Υπαλλήλων των Τραπεζών: Εθνική, Ελλάδος και Κτηματικής, Αγροτικής, ΕΤΒΑ, Ιονικής- Λαϊκής και Εμπορικής, του ΟΤΕ και του Κλάδου Πρόνοιας των Ταμείων Ασφαλίσεως Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρίας "Εθνική", που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, η εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά αρχής γενομένης από 1.1.1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος.

Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης Πρόνοιας πλην του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος 2) ... 3) Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών.

Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1.1.1993 και μετά. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης. 4) Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγούμενης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων".

Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης της παρ. 4 εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα η 7/οικ.1231/ 1.6.1993 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β' 404), οι 7/οικ. 1490/24.8.1994 (Β' 653) και 7/οικ. 1237/6.7.1995 (Β' 646) αποφάσεις του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και οι Φ7/οικ. 1251/1.8.1996 (Β' 702) και Φ.7/οικ. 1343/28.7.1997 (Β' 680) αποφάσεις του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με τις οποίες αναπροσαρμόστηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994, 1995, 1996 και 1997, αντιστοίχως.

Από τις εκτεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι το παρεχόμενο από το αναιρεσείον Ταμείο εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού (καθ' όλο το χρόνο ασφάλισης των αναιρεσιβλήτων), το ασφαλιστικό κεφάλαιο του Ταμείου σχηματιζόταν μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους. Ειδικότερα, το κεφάλαιο αυτό σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών των ασφαλισμένων, από δε την 1η. 1.1993 και έως την έξοδο των αναιρεσειόντων από την ενεργό ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο των ασφαλισμένων όσο και της εργοδότριας Τράπεζας, με τη διαφορά ότι οι εισφορές της Τράπεζας μειώνονταν συνεχώς.

Και ναι μεν στις περιπτώσεις Γ και Δ της παρ. 1 του άρθρου 5 του ανωτέρω Κανονισμού προβλέπονται ως πόροι του Ταμείου, πλην των ασφαλιστικών εισφορών, και άλλα έσοδα (οι πρόσοδοι, γενικά, της περιουσίας του και κάθε χαριστική παροχή προς αυτό), τα έσοδα όμως αυτά, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορεί να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρισμό του επίδικου εφάπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συνέβαλαν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του Ταμείου.

Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανώτατου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος των ασφαλισμένων του ανωτέρω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στο Ταμείο εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Εξ άλλου, η ως άνω διάκριση, εν όψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει ήδη δεκτά, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης σταθμίσεως, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να προσδοκά αυτός, και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, αποχή από κάθε επέμβαση και προστασία του εν λόγω δικαιώματος του (ΑΕΔ 4/2007, Ολ.ΑΠ 17/2005, ΣτΕ 3311/2008).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 21 και 51 παρ. 1 του ν. 345/1976, που ορίζουν ότι : α) οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος, αμετάκλητες και αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτών τριτανακοπής, ισχύουν δε από της επ' ακροατηρίου δημοσιεύσεώς τους έναντι όλων, εκτός αν με ειδική διάταξη ορίζεται διαφορετικά (άρθρο 21) και β) ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση σχετικά με την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου ισχύει έναντι όλων από τη δημοσίευση της σε δημόσια συνεδρίαση (άρθρο 51 παρ. 1), προκύπτει ό,τι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου δεσμεύει και τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, ακόμη και τις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου υποθέσεις για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου το οποίο έλυσε, ότι όταν κηρύσσουν νόμο ως αντισυνταγματικό αποτελούν λόγο αναψηλαφήσεως κάθε αποφάσεως, έστω και αμετάκλητης, που εκδόθηκε εντός του χρόνου της αναδρομής και ότι ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και επάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας (Ολ ΑΠ 10/2001, ΑΠ 1285/2019, ΑΠ 488/2019, ΑΠ 72/2016, 275/2015, 961/2015, 9/2014, 1595/2002, ΣΤΕ 2202/2015, 3028/2014, 2727/2009).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' αρθρ. 561 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει το Εφετείο, δέχτηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, ένατος, δέκατος και ενδέκατος ενάγοντες, καθώς και ο Π.

Κ., σύζυγος της 5ης ενάγουσας και πατέρας των 6ου, 7ης και 8ης των εναγόντων, αποβιώσας την 10.3.2003, ήταν υπάλληλοι της Τραπεζικής Εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΑΣ" και λόγω συνταξιοδότησης αποχώρησαν, αντίστοιχα, στις 6.3.2003, 9.10.2003, 1.1.2004, 1.1.2004, ο Π. Κ., λόγω θανάτου, στις 10.1.2003, 8.2.2003, 1.1.2003 και 8.5.2003, είχαν δε αντίστοιχα συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας ο 1ος ενάγων 30 έτη, 4 μήνες και 20 ημέρες, ο 2ος ενάγων 30 έτη, 6 μήνες και 5 ημέρες, ο 3ος ενάγων 31 έτη, 2 μήνες και 18 ημέρες, ο 4ος ενάγων 33 έτη 2 μήνες και 9 ημέρες, ο Π.

Κ. 29 έτη, 11 μήνες και 9 ημέρες, ο 9ος ενάγων 30 έτη 3 μήνες και 25 ημέρες, ο 10ος ενάγων 32 έτη, 4 μήνες και 27 ημέρες και ο 11ος ενάγων 30 έτη, 6 μήνες και 21 ημέρες. Ότι το εναγόμενο είναι καθολικός διάδοχος του Ταμείου Σύνταξης και Προνοίας Προσωπικού ΑΤΕ, το οποίο βάσει των,διατάξεων των άρθρων 34-36 του καταστατικού χορηγεί ποσά κατά τον χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (συνταξιοδότηση).

Ότι, οι ενάγοντες βάσει των άρθρων 34, 35 και 36 του καταστατικού εδικαιούντο τα παρακάτω ποσά : Ο 1ος ενάγων: 3.307 συντ. αποδοχές Χ 14 Χ 230% = 106.381,39 ΕΥΡΩ, ζητά όμως 104.734 ΕΥΡΩ. Ο 2ος ενάγων: 2.505,56 συντ. αποδοχές Χ 14 Χ 240% = 84.186,82 ΕΥΡΩ. Ο 3ος ενάγων: 2.615,84 συντ. αποδοχές Χ 14 Χ 265% = 97.047,66 ΕΥΡΩ. Ο 4ος ενάγων: 2.546,22 συντ. αποδοχές Χ 14 Χ 265% = 94.464,76 ΕΥΡΩ.

Ο Π. Κ.: 3.859,55 συντ. αποδοχές Χ 14 Χ 230% = 124.277,51 ΕΥΡΩ. Ο 9ος ενάγων: 2.100,03 συντ. αποδοχές Χ 14 Χ 230% =68.195,09 ΕΥΡΩ. Ο 10ος ενάγων: 3.349,43 συντ. αποδοχές Χ 14 Χ 265% = 124.263,85 ΕΥΡΩ. Ο 11ος ενάγων: 1.981,25 συντ. αποδοχές Χ 14 Χ 240% = 66.578 ΕΥΡΩ. Ότι, το εναγόμενο έναντι των δικαιουμένων ως άνω ποσών κατέβαλε, αντίστοιχα, 45.003,35, 46.503,46, 52.503,91, 52. 503,91, στους κληρονόμους του Π.

Κ. (5η ενάγουσα σύζυγο, 6η, 7ο, 8η ενάγοντες τέκνα) 69.288,97 €, στον 9ο ενάγοντα 45.003,35, στον 10ο ενάγοντα 50.974,67 € και στον 11ο ενάγοντα 46.503,46 ΕΥΡΩ. Ότι, το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου με την υττ' αριθ. 6/16.11.2004 απόφαση του αποφάσισε να καταβάλλει συμπληρωματικό βοήθημα στους συνταξιοδοτηθέντες κατά το διάστημα 1.1.1993 - 8.2.2004 ενόψει των υφισταμένων τότε δικαστικών διενέξεων πολλών υπαλλήλων της ΑΤΕ με το εναγόμενο ως προς το ύψος του δικαιουμένου βοηθήματος, καθόσον με το άρθρο 57 Ν. 2084/1992 είχε τεθεί περιορισμός ως προς το ύψος αυτού (πλαφόν).

Ότι ειδικότερα το δ.σ. του εναγομένου αποφάσισε όπως οι συνταξιοδοτηθέντες το 1993 λάβουν το 75% τις διαφοράς, οι του 1994 το 72,75%, οι του 1995 το 70, 50%, οι του 1996 το 68,25%, οι του 1997 το 66%, οι του 1998 το 63,75%, οι του 1999 το 61,50%, οι του 2000 το 59,25%, οι του 2001 το 57% και οι των ετών 2002 - 2004 το 52,75% της διαφοράς, ενώ έθεσε ως προϋπόθεση για τη λήψη του συμπληρωματικού ποσού της έγγραφης παραίτησης των συνταξιοδοτηθέντων από τη διεκδίκηση οιουδήποτε άλλου ποσού γι' αυτή την αιτία.

Ότι, οι ενάγοντες υπέγραψαν τις σχετικές δηλώσεις παραίτησης και έλαβαν αντίστοιχα 32.703,91, 20.631,64, 24.387,71, 22.973,37, 30.139,08 (όλοι οι κληρονόμοι του Π. Κ.), 12.697,48, 40.125,83 και 10.986,43 ΕΥΡΩ. Ότι, ο προβαλλόμενος με λόγο έφεσης ισχυρισμός(ότι οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από τις επίδικες αξιώσεις τους είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον δεν προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του ακροατηρίου του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τα άρθρα 591 παρ. 1 περ.

β, 666 παρ. 1,115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την έναρξη του Ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω ε¬φαρμογή. Ότι, περαιτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, καθόσον το δικαίωμα των εναγόντων να λάβουν το εφάπαξ βοήθημα από το εκκαλούν είναι δημόσιας τάξης, προστατευόμενο από αναγκαστικού δικαίου συνταγματικές διατάξεις (άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος) εξαιρούμενο από την ιδιωτική πρωτοβουλία και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξώδικου συμβιβασμού.

Ότι, επίσης; δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι είναι έγκυρος ο συμβιβασμός, λόγω του ότι οι διάδικοι επέλυσαν τη διαφορά τους με αμοιβαίες υποχωρήσεις, ενώ αμφισβητείτο η νομιμότητα του επίδικου δικαιώματος τους, διότι με το να σπεύσει το εκκαλούν, ενώ εκκρεμούν ένδικα βοηθήματα σχετικά με την αμφισβήτηση της νομιμότητας του άρθρου 57 Ν. 2084/1992, να επιλύσει εξώδικα τις σχετικές διαφορές με τους ασφαλισμένους του, καταβάλλοντος μέρος των αξιουμένων ποσών, ώστε να απαλλαγεί από τη καταβολή του υπολοίπου, και δεδομένου ότι οι ενάγοντες είναι το ασθενέστερο μέρος, στερούμενοι οικονομικών μέσων για τη διεξαγωγή δικαστικών αγώνων και νομικών γνώσεων ως προς τις νομικές συνέπειες των δηλώσεών τους και έχοντας άμεση ανάγκη των δικαιουμένων παροχών, κρίνεται ότι η θυσία των εναγόντων είναι μεγαλύτερη κατά δυσανάλογο τρόπο με την επιχείρηση του εκκαλούντος, διότι αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, 2, 5 παρ. 3 Ν. 3198/ 1955.

Ότι, σε κάθε δε περίπτωση, τα ποσά που έχει καταβάλλει συμπληρωματικά το εκκαλούν καταλογίζονται στο συνολικό οφειλόμενο ποσό, ώστε να οφείλεται το υπόλοιπο, με συνέπεια να μην υφίσταται ζημία, σε αντίθεση με τους ενάγοντες, οι οποίοι θα απωλέσουν τη δυνατότητα να λάβουν ολόκληρη τη παροχή που δικαιούνται και τους παρακρατήθηκαν αυθαίρετα από το εκκαλούν βάσει νόμου, κριθέντος αντισυνταγματικού, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού.

Ότι, εφόσον κατά τα ανωτέρω οι ένδικες απαιτήσεις των εναγόντων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξώδικου συμβιβασμού ως προστατευόμενες από διατάξεις δημόσιας τάξης και δεν εχώρησε έγκυρη απόσβεση τους δια συμβιβασμού, δεν αποδυναμώθηκε το σχετικό δικαίωμά τους, απορριπτομένης της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, που προβλήθηκε με λόγο έφεσης.

Ότι, επίσης απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι και ο ισχυρισμός περί παραγραφής! καθόσον το δικαίωμα στο εφάπαξ βοήθημα είναι απαράγραπτο σύμφωνα με το άρθρο 31 Ν. 1027/1983 και το άρθρο 43 του καταστατικού του ΤΣΠ-ΑΤΕ (ομοίως και το άρθρο. 23 του νέου καταστατικού του Κλάδου πρόνοιας ΑΤΕ). Ότι, όσον αφορά τον ισχυρισμό του εκκαλούντος ότι οι 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του ΑΕΔ, που έκριναν αντισυνταγματική την επίμαχη διάταξη νόμου, δημοσιεύθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο της συνταξιοδότησης των εναγόντων, χωρίς να ορίσει σ' αυτές αναδρομική ισχύ τους και ως εκ τούτου δεν έχουν εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση, δέχτηκε το Εφετείο ότι, κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος "Τα Δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 51 Ν. 345/ 1975, οι αποφάσεις του ΑΕΔ είναι, κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος αμετάκλητες και ισχύουν έναντι όλων από το χρόνο της δημοσίευσής τους, ή αττό το χρόνο που ορίζεται στην απόφαση.

Ότι, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται σαφώς, ότι η κήρυξη διάταξης τυπικού νόμου ως αντισυνταγματικής από το ΑΕΔ έχει ως συνέπεια να καθίσταται αυτή ανίσχυρη από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης ή από το χρόνο που ορίζεται σ' αυτήν και επομένως δεσμεύει τα Δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, ως προς το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας νόμου, το οποίο επέλυσε το ΑΕΔ.

Ότι, έτσι, το Εφετείο κατά την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, δεσμεύεται από τις παραπάνω αποφάσεις του ΑΕΔ, ως προς την αντισυνταγματικότητα της επίμαχης διάταξης του άρθρου 57 Ν. 2084/1992, που επέβαλε περιορισμό (πλαφόν) ως προς το ύψος του χορηγούμενου εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους του εκκαλούντες και υποχρεούται να μη τον εφαρμόσει και ότι, συνεπώς η μη πρόσδοση αναδρομικότητας στην ισχύ των ως άνω αποφάσεων του ΑΕΔ, οι οποίες| ωστόσο, ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και συνεπάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας, δεν εμποδίζει τη δικαστική διεκδίκηση και προστασία των αξιώσεων των εναγόντων περί καταβολής (συμπλήρωσης) του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται, το οποίο έχει γεννηθεί σε προγενέστερο της δημοσίευσης των ως άνω αποφάσεων διάστημα, αφού συντρέχει και η προϋπόθεση της μη παραγραφής τούτων.

Ότι, υπό την αντίθετη ερμηνεία η προστασία της σχετικής αξίωσης των ασφαλισμένων του εκκαλούντος Ταμείου θα είχε αποκλειστική συνάρτηση με ξένη προς του δικαιούχους προϋπόθεση, όπως είναι ο χρόνος της δημοσίευσης της απόφασης του ΑΕΔ, γεγονός που έρχεται σε σύγκρουση με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στην έννοια της οποίας εμπίπτουν και οι απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) του εργατικού δικαίου.

Ότι, τέλος, αφού η ως άνω διάταξη έχει κηρυχθεί αντισυνταγματική, ισχύουσα έναντι πάντων και υφίσταται δέσμευση του Δικαστηρίου για τη μη εφαρμογή της κατά τα προαναφερόμενα, αλυσιτελώς προβάλλεται ο ισχυρισμός από το εναγόμενο Ταμείο, ότι μετά τη μετατροπή του από ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ δεν δεσμεύεται από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "το κράτος μεριμνά για τη κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων όπως νόμος ορίζει", ανεξάρτητα από την βασιμότητα αυτού του ισχυρισμού, καθώς η συγκεκριμένη διάταξη αφενός μεν κηρύχθηκε ως αντιβαίνουσα κατ' αρχή και κυρίως το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 5, αφετέρου δε η μέριμνα του Κράτους για την κοινωνική ασφάλιση, αφορά όλους τους εργαζομένους, είτε του δημοσίου είτε του ιδιωτικού τομέα.

Ότι, το εκκαλούν ισχυρίζεται, ότι αποτελεί ένα νέο Ταμείο με νέα αναλογιστική βάση που λειτουργεί σύμφωνα με τις καταστατικές του διατάξεις και η ενδεχόμενη δικαίωση των εναγόντων αλλά και άλλων δικαιούχων θα ανέτρεπε τις προβλέψεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε η προς τούτο έγκριση των αρμοδίων υπουργών.

Ότι, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί διότι δεν αποδείχθηκε σε καμία περίπτωση κλονισμός της αναλογιστικής βάσης του εκκαλούντος. Ότι, ακόμη και σε περίπτωση που συνέβαινε αυτό, δεν είναι δυνατόν τυχόν κλονισμός της αναλογιστικής βάσης του να οδηγεί στην εφαρμογή ως αντισυνταγματικού νόμου, ο οποίος μάλιστα είχε κριθεί αντισυνταγματικός και πριν την έκδοση των αποφάσεων του ΑΕΔ με την ΑΠ 18/2005 και ότι, συνεπώς βάσει των προαναφερθέντων το εναγόμενο Ταμείο όφειλε χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992 να καταβάλει στους ενάγοντες, αντίστοιχα, 104.734,61, 84.186,82, 97.047,66, 94.464,76, 124.277, 51 (κληρονόμοι Π.

Κ.), 68.195,09, 124.263,85 και 66.570 ΕΥΡΩ και ότι, λόγω των προαναφερόμενων καταβολών, τους οφείλει : στον πρώτο το ποσό των 27.028,35 ΕΥΡΩ, στον δεύτερο το ποσό των 17.051,73 ΕΥΡΩ, στον τρίτο το ποσό των 20.156,09 ΕΥΡΩ, στον τέταρτο το ποσό των 18.987,28 ΕΥΡΩ, στους πέμπτη, έκτο, έβδομη και όγδοη και κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας το συνολικό ποσό των 24.909,46 ΕΥΡΩ, στον ένατο το ποσό των 10.094,26 ΕΥΡΩ, στον δέκατο το ποσό των 33.163,38 ΕΥΡΩ και στον ενδέκατο το ποσό των 9.080,11 ΕΥΡΩ.

Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στους ενάγοντες, όπως επίσης αναγνωρίστηκε ότι οφείλει να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, με το νόμιμο τόκο, ως διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος εφάπαξ βοηθήματος και αυτού που έπρεπε να τους έχει καταβληθεί, χωρίς το πλαφόν του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι με τη δημοσίευση των παραπάνω αποφάσεων του ΑΕΔ επήλθε νομοθετική μεταβολή ως προς το ύψος της οφειλόμενης εφάπαξ παροχής, για την οποία οι ενάγοντες, έχοντας σχετική αξίωση, άσκησαν την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι με τις ως άνω αποφάσεις του το ΑΕΔ έκρινε μόνο αν είναι συνταγματική ή όχι η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 για τον περιορισμό του ανώτατου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος, το οποίο χορηγείται στους ασφαλισμένους του αναιρεσείοντος Ταμείου μετά την 1.1.1993 και έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς και όχι για το σύννομο ή μη των αξιώσεων των εναγόντων σε σχέση με το χρόνο ασκήσεως αυτών και ότι οι αποφάσεις αυτές καταλαμβάνουν μόνο τις περιπτώσεις των ασφαλισμένων που αποχώρησαν από την υπηρεσία τους μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων του ΑΕΔ (16 Απριλίου 2007), όχι δε και τους ασφαλισμένους που αποχώρησαν πριν από τη δημοσίευση αυτών, όπως οι ενάγοντες, είναι αβάσιμες.

Η μη πρόσδοση αναδρομικότητας στην ισχύ των πιο πάνω αποφάσεων του ΑΕΔ, οι οποίες, ωστόσο, ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και συνεπάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας, δεν εμποδίζει τη δικαστική διεκδίκηση και προστασία των αξιώσεων των εναγόντων περί καταβολής (συμπλήρωσης) του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται, το οποίο έχει γεννηθεί σε προγενέστερο της δημοσίευσης των εν λόγω αποφάσεων διάστημα, υπό την προϋπόθεση της μη παραγραφής αυτών, διότι, υπό αντίθετη ερμηνεία, η προστασία της σχετικής αξιώσεως του ασφαλισμένου θα συναρτάτο αποκλειστικώς με ξένη προς αυτόν (δικαιούχο) προϋπόθεση, δηλαδή το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του ΑΕΔ, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση και με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στην έννοια της οποίας εμπίπτουν και οι απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) του εργατικού δικαίου, ενώ δεν παραβιάζεται η αρχή της ασφάλειας του δικαίου η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ.

α' του Συντάγματος, καθώς η συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 κρίθηκε αντισυνταγματική, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται :

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Ολ.

ΑΠ 15/2000, ΑΠ 94/2020, 403/2019). Εξάλλου, από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1,115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ. (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή) προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 72/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δέχθηκε ότι ο συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων δεν ήταν έγκυρος, παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 871 και 679 Α.Κ., 8 ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ, 2 και 4 ν.δ . 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠόλΔ, διότι, αν και πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του σχετικού ισχυρισμού του (συμβιβασμού, που συνιστά γνήσια αυτοτελή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση) ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά του κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ενώ από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου.

Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.11.2018 και αριθ. κατάθεσης 111035/898/30.11.2018 αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 4200/2018 αποφάσεως του Μονομελούς εφετείου Αθηνών.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ