197/2020 · 197/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI generatedΑπόφαση 197 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 197/2020 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα ...
Headnote / Official Regeste
AI generatedFull Text of the Judgment · 197/2020
Απόφαση 197 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 197/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ζ. συζύγου Φ. Τ., το γένος Μ. Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κογκαλίδη. Της αναιρεσιβλήτου: Λ. Κ. του Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε η από 9-5-2012 ανακοπή ερημοδικίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2107/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της 2107/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 11/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-11-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 26-11-2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός, από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζομένη μετ'επικλήσεως από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ ...22-7-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης Β. Τ., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, με την επ' αυτής πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (9-12-2019) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ). Περαιτέρω, η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι παραδεκτή, αφού, όπως προκύπτει από την νομίμως προσκομιζομένη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. 5237Β'/22-7-2019 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, ακριβές αντίγραφο της αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας και κλήση για τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και στον Χ. Β., αναγκαίο ομόδικο της αναιρεσείουσας, κατά τα κατωτέρω αναλυτικώς εκτιθέμενα, ο οποίος παρέστη στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν άσκησε έφεση ούτε και αναίρεση.
Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν περήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Στην περίπτωση όμως αυτή θα πρέπει ο αναιρεσείων να προβάλει με την αίτησή του όλους τους λόγους αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, αφού η μεταγενέστερη προβολή και άλλων λόγων με νέα αίτηση αναίρεσης προσκρούει στη διάταξη του άρθρ. 555 ΚΠολΔ, που απαγορεύει την άσκηση δεύτερης αίτησης αναίρεσης από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιό της (ΑΠ 489/2016, ΑΠ 845/2012). Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Όσο εκκρεμεί η δίκη επί της ως άνω ανακοπής, δεν μπορεί να γίνει λόγος, για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης έστω κι αν στο στάδιο αυτό επιδοθεί η απόφαση αυτή, αφού δεν είναι τότε ακόμη δεκτική αναίρεσης.
Συνεπώς, η επίδοση της ερήμην απόφασης κινεί μόνο την προθεσμία για την ανακοπή, και δεν αρκεί για την έναρξη της προθεσμίας της αναίρεσης. Ούτε μόνη η έκδοση της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης του εφετείου κινεί την προς αναίρεση προθεσμία. Διότι κατά την αληθή έννοια των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 564 και 499 του ΚΠολΔ, για την έναρξη της προς αναίρεση προθεσμίας πρέπει και να επιδοθεί η απορρίπτουσα την ανακοπή απόφαση (ΑΠ 1824/2017). Η ανάγκη της επίδοσης συνάγεται και από την ουσιαστική (εσωτερική) συνάφεια των αποφάσεων αυτών, ένεκα της οποίας, αλλά και για λόγους οικονομίας της δίκης, ο νομοθέτης προέβλεψε, με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 554 του ΚΠολΔ, τη σύγχρονη άσκηση και συνεκδίκαση της συγχωρούμενης κατ' αυτών αίτησης αναίρεσης. Επιπλέον με την επίδοση αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός και η παγίδευση του διαδίκου, ο οποίος διαφορετικά θα έπρεπε να επαγρυπνεί για να πληροφορηθεί πότε εκδόθηκε η ερήμην απόφαση, ώστε να μην απωλέσει την προθεσμία αναίρεσης κατ' αυτής. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από την τελική φάση του άρθρου 554 του ΚΠολΔ "εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής", διότι η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται στην περίπτωση που παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής κατά της ερήμην απόφασης και ο διάδικος ασκεί κατ' αυτής εκπροθέσμως ανακοπή (Ολ. ΑΠ 11/1998, ΑΠ 464/2018, ΑΠ 349/2015, ΑΠ 1260/2010). Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά στρέφεται κατά των υπ' αριθμ. 11/2012 και 2107/2014 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψαν, αντίστοιχα, την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την ανακοπή ερημοδικίας κατά της πρώτης τούτων, εφόσον από τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση της απορριπτικής της ανακοπής ως άνω υπ' αριθμ. 2107/2014 απόφασης και ότι, συνεπώς, έχει παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατ' αμφοτέρων των αποφάσεων τούτων, η δε επίδοση στις 25-4-2012 στην αναιρεσείουσα (όπως η ίδια ομολογεί στις από 28-2-2014 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου) της ανωτέρω υπ' αριθμ. 11/2012 απόφασης που εκδόθηκε ερήμην της, είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η επίδοση της ερήμην αυτής αποφάσεως σχετίζεται μόνο με την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως της ανακοπής ερημοδικίας (η οποία και πραγματικά ασκήθηκε) και όχι της προθεσμίας της αναιρέσεως, η οποία αρχίζει, και ως προς αυτήν (την υπ' αριθμ. 11/2012 απόφαση) από την επίδοση της απορριπτικής της ανακοπής της ερημοδικίας αποφάσεως. Πρέπει λοιπόν να ερευνηθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής. Με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται, πλην των άλλων περιπτώσεων, ότι, όταν, εξ αιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις εκάστου εξ αυτών ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι, οι οποίοι μετέχουν νομίμως στην δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από τους παρισταμένους. Αναγκαστική ομοδικία, κατά την τελευταία διάταξη, υπάρχει και στην περίπτωση, κατά την οποίαν ο δανειστής, ασκώντας την αγωγή των άρθρων 939, 944 και 945 ΑΚ για διάρρηξη της απαλλοτριώσεως, η οποία έγινε προς βλάβη του από τον οφειλέτη του, ενάγει τον τελευταίο και τον τρίτο, στον οποίο διατέθηκε το περιουσιακό στοιχείο του, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων έναντι των ομοδίκων αυτών (ΑΠ 1887/2017, ΑΠ 1923/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 517 ΚΠολΔικ, η έφεση απευθύνεται, κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επίσης, με την παράγραφο 4 του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση των ένδικων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους, επάγεται αποτελέσματα και για τους λοιπούς, αυτό δε υπό την έννοια ότι, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται εκ του νόμου ότι άσκησαν αυτό και οι ομόδικοι εκείνου, μολονότι αυτοί δεν το άσκησαν.
Συνεπώς, δεν απαιτείται από το νόμο η έφεση που ασκείται από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους να απευθύνεται, με ποινή το απαράδεκτο, και κατά των ίδιων των ομοδίκων, αφού σε αντίθετη περίπτωση, ο αναγκαστικός ομόδικος του εκκαλούντος θα εμφανιζόταν να έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα του εφεσιβλήτου και του εκκαλούντος, πράγμα που είναι λογικά και νομικά απαράδεκτο (ΟλΑΠ 63/1981, ΑΠ 1822/2017). Ομοίως, και η ανακοπή ερημοδικίας στην αναγκαστική ομοδικία, που ασκείται από έναν από τους ομοδίκους, δεν είναι αναγκαίο να απευθύνεται κατά των αναγκαίων ομοδίκων του ανακόπτοντος. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές της πλασματικής ασκήσεως του ένδικου μέσου, ο αναγκαίος ομόδικος του εκκαλούντος ή του ανακόπτοντος πρέπει να καλείται για να μετάσχει στη συζήτηση του ένδικου μέσου. Αλλιώς, σε περίπτωση μη κλήτευσης τούτου ή μη αυτόκλητης εμφάνισής του, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση του ενδίκου μέσου ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 223/2018, ΑΠ 1697/2017, ΑΠ 42/2016). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, δηλαδή στις δικονομικές ακυρότητες, που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικής διατάξεως (Ολ.ΑΠ 1/1999). Έτσι, σε περίπτωση παραλείψεως της κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε ή προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 548/2018, ΑΠ 1588/2008), όπως είναι πρωτίστως το απορρέον από τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως, εκατέρωθεν ακροάσεως, δημοσιότητας και ισότητας των διαδίκων, που εφαρμόζεται και στην αναγκαστική ομοδικία, η οποία αποκλείει τη χωριστή εκδίκαση της διαφοράς ως προς ορισμένους μόνο ομοδίκους (ΑΠ 1433/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το αναιρετικά ενδιαφέρον μέρος της, έχει ως ακολούθως: Η αναιρεσίβλητη, με την από 12-9-2005 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, στρεφομένης κατά των α) Χ. Β., ) Δ. Δ. συζ. Χ. Β. (που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) και γ) Ζ. συζ. Φ. Τ. (αναιρεσείουσας), ζήτησε την διάρρηξη ως καταδολιευτικών των δικαιοπραξιών, που καταρτίσθηκαν με τα αναφερόμενα στην αγωγή, μεταβιβαστικά εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα, συμβολαιογραφικά έγγραφα, ειδικότερα δε, όσον αφορά την αναιρεσείουσα, ζήτησε τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας (πώλησης), που καταρτίστηκε με το υπ' αριθμ. .../14-9-2005 συμβόλαιο της συμβ/φου Σερρών Δ. Κ. - Μ., δυνάμει του οποίου ο πρώτος των εναγομένων Χ. Β. μεταβίβασε στην τρίτη των εναγομένων (αναιρεσείουσα) τα αναφερόμενα σε αυτό ακίνητα. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 131/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία απαγγέλθηκε η διάρρηξη των ένδικων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών του πρώτου εναγομένου προς τη δεύτερη εναγομένη και προς την αναιρεσείουσα. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης άσκησε την από 29-10-2009 έφεση μόνον η αναιρεσείουσα (όχι όμως και ο αναγκαίος ομόδικός της Χ. Β.), τη συζήτηση της οποίας επέσπευσε η εφεσίβλητη - ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) για τη δικάσιμο της 20-5-2011, πλην, όμως, κατ' αυτή η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) δεν παραστάθηκε και έτσι εκδόθηκε η συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 11/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας, απέρριψε την ως άνω έφεσή της. Ακολούθως, η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) άσκησε κατά της ανωτέρω απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην της, την από 10-5-2012 ανακοπή ερημοδικίας, η συζήτηση της οποίας επισπεύσθηκε και πάλι από την καθής η ανακοπή - εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) και η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2107/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον πρόκειται για αγωγή διαρρήξεως δικαιοπραξίας, κατ' άρθρο 939 ΑΚ, δημιουργήθηκε, όσον αφορά την αιτούμενη διάρρηξη του υπ' αριθμ. .../14-9-2005 συμβολαίου της συμβ/φου Σερρών Δ. Κ. - Μ., αναγκαστική ομοδικία μεταξύ του απαλλοτριώσαντος Χ. Β. (πρώτου εναγομένου) και της αντισυμβαλλόμενης στο παραπάνω συμβόλαιο αναιρεσείουσας (τρίτης των εναγομένων) και συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, έναντι των ομοδίκων αυτών δεν είναι νοητή η έκδοση αντιθέτων αποφάσεων. Επομένως, ενόψει του ότι στο ένδικο μέσο της ασκηθείσας από την τρίτη των εναγομένων (αναιρεσείουσα) από 29-10-2009 εφέσεως, δεν ήταν διάδικος ο απαλλοτριώσας πρώτος των εναγομένων Χ. Β., αναγκαίος ομόδικος αυτής, έπρεπε ο τελευταίος, κατ' άρθρο 76 παρ.3 ΚΠολΔ, να κλητευθεί κατά τη συζήτηση της εφέσεως στη δικάσιμο της 20-5-2011, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 11/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, γεγονός, όμως, το οποίο ουδόλως προκύπτει από την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα ότι έλαβε χώρα. Κατ' ακολουθίαν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως, το οποίο όμως δεν έπραξε, αλλ' αντιθέτως, αφού συζήτησε την υπόθεση ερήμην της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας), χωρίς προηγούμενη κλήση του ανωτέρω αναγκαίου ομοδίκου, απέρριψε την έφεση. Ομοίως, και στο ένδικο μέσο της από 10-5-2012 ανακοπής ερημοδικίας, που άσκησε η τρίτη εναγομένη - εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) κατά της αμέσως παραπάνω απόφασης του Εφετείου, δεν ήταν διάδικος ο ίδιος ως άνω αναγκαίος ομόδικος της ανακόπτουσας (αναιρεσείουσας) και, συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, έπρεπε αυτός να κλητευθεί κατά τη συζήτηση της εν λόγω ανακοπής ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η επίσης αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2107/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πράγμα που, επίσης, δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα σύμφωνα με τα διαδικαστικά έγγραφα. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε και στην περίπτωση αυτή να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας, το οποίο δεν έπραξε, αλλ' αντιθέτως, αφού συζήτησε την υπόθεση, χωρίς προηγούμενη κλήση του ανωτέρω αναγκαίου ομοδίκου της ανακόπτουσας, απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας της ήδη αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, το Εφετείο, το οποίο με τις ως άνω δύο αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις του, δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, αντίστοιχα, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, (η οποία πλημμέλεια προκύπτει και από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις) και, συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την ως άνω παράλειψη του Εφετείου, προσάπτει σε εκάστη προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέπεσε στην πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε τις ανωτέρω αποφάσεις, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν αυτές. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ.3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τις υπ' αριθμ. 2107/2014 και 11/2012 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν τις αναιρούμενες αποφάσεις.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου.
Και
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ