Legislator Case Law & Legislation
197/2015 AI generated

197/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 197/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 197 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 197/2015

Legislator headnote

AI generated

197/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 197 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 197/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 197 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 197/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο του ΝΣΚ Παναγιώτη Λαμπρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Μ., έως και 58.Κ.-Γ. Α., άπαντες οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο και Δημήτριο Βασιλείου, ο οποίος και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 207/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3530/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-10-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 9-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: Α) την αναβολή έκδοση απόφασης επί της κρινόμενης αίτησης, εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 2233/2013 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Β) (Επικουρικά), την απόρριψη όλων των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθ. 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μίας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης, εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης, εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη παρά τη μη ρητή αναφορά της στο άρθ. 573 § 1 ΚΠολΔ μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων (αφού η απαρίθμηση στο άρθ. 573 ΚΠολΔ δεν είναι αποκλειστική) προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται, εν όλω ή εν μέρει, από την επίλυση του νομικού ζητήματος που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του επιδίκου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη 3530/2014 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει (α) ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος, 13 ν. 2738/1999, 14 ν. 3016/2002, 24 § 2 και 28 § 4 ν. 3205/2003 δέχθηκε, ότι η επίδικη παροχή των 176 ευρώ, που προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων που δεν λάμβαναν πρόσθετες παροχές, έχοντας, όμως, χορηγηθεί με πολλές ΚΥΑ σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και οι οποίοι αποδεδειγμένα δεν πληρούσαν την παραπάνω προϋπόθεση και βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές σχέσεις, και έχοντας διατηρηθεί, σύμφωνα με τα άρθ. 28 § 4 και 24 § 2 ν. 3205/2003 (παρά την κατάργηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 και των σε εκτέλεση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ), ως προσωπική διαφορά και μετά την 1-1-2004 (μειούμενη ανάλογα με τις μελλοντικές αυξήσεις τους), απέκτησε (η ένδικη παροχή των 176 ευρώ μηνιαίως) το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και έτσι κάθε υπάλληλος, αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, δικαιούται κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτήν (την οποία μόνο από 1-1-2004 και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή, σύμφωνα με το άρθ. 14 ν.3016/2002, ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης) (β) με βάση την ως άνω ερμηνεία έκρινε στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι οι προσληφθείσες από το Δημόσιο, απασχοληθείσες επί σειρά ετών και τελικά καταταχθείσες, βάσει του άρθρου 11ΠΔ 164/2004 σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, καθαρίστριες (αναιρεσίβλητες), οι οποίες προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον, δικαιούνται την παραπάνω παροχή. Το αναιρεσείον, με τον τέταρτο, παραδεκτό, λόγο αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το εφετείο με το να επιδικάσει και μάλιστα δίχως αιτιολογία, στις αναιρεσίβλητες, μεταξύ των άλλων και την ειδική παροχή των 176 ευρώ, 1)παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 και του ν. 2470/1997, κατά τις οποίες η παραπάνω παροχή καταβάλλεται μόνο στους πολιτικούς υπαλλήλους του Δηµοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., µόνιµους και µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι αµείβονται ευθέως µε τις διατάξεις του ν. 2470/1997 και οι οποίοι δεν λαµβάνουν άλλου είδους πρόσθετες µισθολογικές παροχές και στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, επικαλούμενο, για τη θεμελίωση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, ότι οι αναιρεσίβλητες ουδέποτε είχαν την ιδιότητα του ευθέως αμειβομένου, βάσει των διατάξεων του ν. 2470/1997, ούτε και προέκυψε ότι, κατά τον ένδικο χρόνο, δεν έλαβαν άλλου είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού αναίρεσης εξαρτάται από το ζήτημα της, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος), επέκτασης της χορήγησης της επίδικης παροχής (176 ευρώ) σε κατηγορίες υπαλλήλων, υπαγομένων στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμειβομένων σύμφωνα με αυτό, ως μόνης προϋπόθεσης για τη χορήγησή της, εξομοιουμένης (της παροχής αυτής) με προσαύξηση του μισθού τους, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους ή μη και ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη παροχή, μικρότερη, ίση ή ανώτερη των 176 ευρώ, ή η χορήγησή της εξαρτάται και από την συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων των άρθ. 14 ν. 3016/2002 και 24 § 2 ν. 3205/2003, μη εξομοιουμένης με μισθό, το οποίο, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 2233/2013 απόφαση του Β1' Τμήματος και είχε ορισθεί δικάσιμος προς συζήτηση.

Συνεπώς, συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής (αναστολής), κατ' άρθ. 249 ΚΠολΔ, έκδοσης απόφασης, για την ένδικη αίτηση, και μάλιστα (για λόγους οικονομίας της δίκης, διευκόλυνσης της διαδικασίας και ενιαίας κρίσης της διαφοράς), ως προς όλους τους λόγους αναίρεσης( με τους οποίους πλήττεται η απόφαση και ως προς άλλα κεφάλαια της, πλην της παραπάνω ειδικής παροχής), εωσότου εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλει τη συζήτηση επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 2233/2013 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2015.

Δηµοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δηµόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ