Legislator Case Law & Legislation
197/2009 AI generated

197/2009 · 197/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 197/2009
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 197 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 197/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Παναγιώτη Κομνηνάκη και ΝιÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 197/2009

Απόφαση 197 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 197/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΚΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαργετίνα Στεφανάτου. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ταρπινίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20218/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2225/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 28-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί το ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στη απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, κρίνοντας επί της ουσίας της υποθέσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ενδιαφέρουν εδώ: Η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο εργασιών την εμπορία ηλεκτρονικών ειδών αυτοματισμού γραφείων και τη διενέργεια εισαγωγών-εξαγωγών, προσέλαβε την 1-8-1998 τον αναιρεσίβλητο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, προκειμένου αυτός να εργαστεί ως διευθυντής πωλήσεων στο υποκατάστημά της στη Θεσσαλονίκη, αντί μηνιαίου μισθού 550.000 δραχμών. Σε εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε έκτοτε στην αναιρεσείουσα με την ως άνω ιδιότητά του συνεχώς μέχρι τις 29-12-1999, οπότε η τελευταία κατήγγείλε εγγράφως τη σύμβαση αυτή, χωρίς να του καταβάλει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση απολύσεως λόγω υποβολής μηνύσεως εκ μέρους της σε βάρος του για την αναφερόμενη πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση. Ακολούθως δε το Εφετείο δέχτηκε ότι η πιο πάνω εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου κρίθηκε άκυρη με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθ. 20415/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έγινε τελεσίδικη ύστερα από την επικύρωσή της με την υπ' αριθ. 583/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Δέχτηκε δε περαιτέρω ότι αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αναιρεσείουσα και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή από 1-7-2000 έως 29-2-2004, δεν αποδεχόταν τις προσφερόμενες σ' αυτήν από τον αναιρεσίβλητο υπηρεσίες, όπως είχε υποχρέωση, εφόσον η καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας ήταν άκυρη και ως τέτοια θεωρούνταν σαν να μην έγινε, τελώντας έτσι σε υπερημερία ως προς την αποδοχή αυτών. Κατόπιν της ως άνω μηνύσεως που υποβλήθηκε σε βάρος του αναιρεσιβλήτου από την αναιρεσείουσα, ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη για την πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση και διατάχθηκε η διενέργεια προανακρίσεως. Μετά την περάτωση αυτής το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ' αριθ. 1429/18-9-2002 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του για την προαναφερόμενη πράξη. Όσο όμως εκκρεμούσε η ποινική αυτή δίωξη σε βάρος του, δηλαδή μέχρι την έκδοση του ως άνω απαλλακτικού βουλεύματος (18-9-2002), ο αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε να ανεύρει εργασία ανάλογη με την εμπειρία που είχε αποκτήσει στον τομέα πωλήσεως μηχανογραφημένων μέσων και συστημάτων, διότι οι επιχειρήσεις στις οποίες απευθυνόταν για την αναζήτηση τέτοιας εργασίας αρνούνταν να τον προσλάβουν εξαιτίας του γεγονότος αυτού, όπως συγκεκριμένα συνέβη με τις επιχειρήσεις "INFOGUEST", "Πουλιάδη ΑΕ" και "Δέλτα Πληροφορική", στις οποίες απευθύνθηκε για την αναζήτηση εργασίας με τη μεσολάβηση του φίλου του Α. 'Ετσι κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2000 έως 18-9-2002 ο αναιρεσίβλητος παρέμεινε άνεργος όχι από κακοβουλία του, αλλ διότι δεν μπορούσε να ανεύρει εργασία λόγω της εκκρεμούσας σε βάρος του ποινικής διώξεως για την πράξη της απιστίας καθ' εξακολούθηση. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου άσκηση της αξιώσεώς του για καταβολή των αποδοχών του υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-7-2000 έως 18-9-2002 δεν ήταν καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, ακολούθως δε απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 20218/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με τον οποίο υποστηρίζονταν τα αντίθετα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς : α) Δεν παραβίασε, αναφορικά με την απόρριψη της ενστάσεως της αναιρεσείουσας κατά το μέρος της ενστάσεως αυτής με το οποίο υποστηριζόταν ότι η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου άσκηση της αξιώσεώς του για καταβολή των αποδοχών του υπερημερίας του ως άνω χρονικού διαστήματος από 1-7-2000 έως 18-9-2002 είχε ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος, τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως εκτιμάται, η τελευταία διάταξη, στην πραγματικότητα, φέρεται κατά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ως παραβιασθείσα ευθέως και εκ πλαγίου και όχι η προφανώς από παραδρομή αντί αυτής αναφερόμενη ως παραβιασθείσα άσχετη διάταξη του άρθρου 652 του ΑΚ, που καθιερώνει τόσο την υποχρέωση του εργαζομένου να εκτελέσει με επιμέλεια την εργασία που ανέλαβε όσο και την ευθύνη τούτου για τη ζημία που προξενείται στον εργοδότη από δόλο ή από αμέλειά του. Και αυτό γιατί πράγματι, με βάση τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου και για τους παραπάνω ειδικότερα αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφασή του λόγους, η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου άσκηση της αξιώσεώς του για καταβολή των αποδοχών του υπερημερίας του αμέσως πιο πάνω χρονικού διαστήματος δεν είχε ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος ως μη υπερβαίνουσα και δη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματός του, εφόσον κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, παρέμεινε άνεργος όχι από κακοβουλία του, αλλά διότι δεν μπορούσε να ανεύρει εργασία εξαιτίας του ότι, ύστερα από τη σχετική μήνυση που είχε υποβάλει κατ' αυτού η αναιρεσείουσα, εκκρεμούσε εις βάρος του κατηγορία για την πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση. Για να κρίνει δε ότι η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου δεν παρίσταται ως καταχρηστική δεν βασίστηκε επί προϋποθέσεων λιγότερων από εκείνων που απαιτούνται από το άρθρο 281 του ΑΚ. Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με το αμέσως πιο πάνω υπό το στοιχείο α' ζήτημα, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, και έχει διαλάβει αιτιολογίες επί του ζητήματος τούτου, αλλά και οι αιτιολογίες αυτές και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα. Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και δη εκείνων των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως τόσο κατά το από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 281, καθώς και του άρθρου 656 (όπως εκτιμάται) του ΑΚ, όσο και κατά το από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω ελλείψεως αιτιολογιών, άλλως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β', πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του. Οι λοιπές αιτιάσεις, που προβάλλονται με τον ως άνω (πρώτο) λόγο αναιρέσεως και οι οποίες αφορούν την ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, γιατί οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

2.- Επειδή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων και τη χωρίς όρκο κατάθεση του αναιρεσιβλήτου, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες καταθέσεις είναι καταχωρισμένες στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου πρακτικά συνεδριάσεώς του, των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, των μνημονευόμενων ένορκων βεβαιώσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υπ' αριθ. 2331/24-11-2005 ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, και "όσων εξέθεσαν και συνομολόγησαν με τις προτάσεις τους οι διάδικοι". Από τη βεβαίωση αυτήν και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε τις ως άνω ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις και μάλιστα και εκείνη του μάρτυρα Β, που εξετάστηκε με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, καθώς και τόσο τη χωρίς όρκο κατάθεση του αναιρεσιβλήτου όσο και την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 2331/24-11-2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας, αποδεικτικά μέσα τα οποία μάλιστα ρητώς μνημονεύει ως εκείνα επί των οποίων, σε συνδυασμό τους με τα λοιπά πιο πάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, βασίστηκε, για να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα, έστω και αν δεν προβαίνει σε ειδική και χωριστή αξιολόγησή τους και παρά το ότι, αντιθέτως, στην απόφασή του αυτήν κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών μέσων, επειδή τους αποδίδουν ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα ως προς ορισμένα από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά. Επομένως ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.

3.- Επειδή, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, γιατί εσφαλμένως απέρριψε ως απαράδεκτο τον πρόσθετο λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας με τον οποίο αυτή προέβαλε για πρώτη φορά την ένσταση του καταλογισμού ή της εκπτώσεως της ωφέλειας την οποία αποκόμισε ο αναιρεσίβλητος μισθωτός από την παροχή της εργασίας του σε άλλον εργοδότη κατά το από 1-4-2001 έως 30-6-2001 χρονικό διάστημα (άρθρο 656 εδ. β' του ΑΚ) με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρά το ότι η μη έγκαιρα προβολή της ενστάσεως οφειλόταν σε δικαιολογημένη αιτία, που αποδεικνυόταν, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως αναφερόμενα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αποκλειστικά και μόνο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, προεχόντως, ως αλυσιτελής, γιατί πλήττει αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως που δεν στηρίζει το διατακτικό της και οπωσδήποτε πλήττει αιτιολογία της αποφάσεως αυτής που εκφέρθηκε εκ περισσού, αφού υπάρχει άλλη κύρια αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, η οποία (αιτιολογία) στηρίζει το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως κατά το μέρος της που αφορά την απόρριψη του προαναφερόμενου πρόσθετου λόγου εφέσεως της αναιρεσείουσας και δη υπάρχει η αιτιολογία ότι ο πρόσθετος αυτός λόγος εφέσεως, με τον οποίο προβλήθηκε για πρώτη φορά η ως άνω ένσταση, έπρεπε να απορριφθεί, προεχόντως, όπως εκτιμάται, ως αόριστος, επειδή η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στον πρόσθετο αυτόν λόγο εφέσεώς της τα χρηματικά ποσά τα οποία εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος ως αποδοχές από την αναφερόμενη άλλη εργοδότιδά του εταιρεία κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα. Οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναιρέσεως και οι οποίες αφορούν την κρίση του Εφετείου για μη συνδρομή στην προκειμένη περίπτωση της εξαιρετικής προϋποθέσεως της από δικαιολογημένη αιτία μη έγκαιρης προβολής της ως άνω ενστάσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας (άρθρα 527 αριθ. 3 και 269 παρ. 2 στοιχείο α' ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, γιατί στηρίζονται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι ο αμέσως πιο πάνω πρόσθετος λόγος εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο προβλήθηκε για πρώτη φορά η ως άνω ένσταση της τελευταίας απορρίφθηκε προεχόντως ως απαράδεκτος για την αμέσως πιο πάνω αιτία, ενώ στην πραγματικότητα ο πρόσθετος αυτός λόγος εφέσεως απορρίφθηκε, όπως προαναφέρθηκε, προεχόντως, όπως εκτιμάται, ως αόριστος για τον αναφερόμενο λόγο.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Ιανουαρίου 2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΚΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2225/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ