Legislator Case Law & Legislation
197/2008 AI generated

197/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 197/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 197 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 197/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη καÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 197 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 197/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΘΥΡΩΝ", που εδρεύει στα Άθυρα του Δήμου Πέλλας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπανιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/108.2/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3261/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-2-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 30-11-2006 έκθεση, του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσεως, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, ώστε να κριθεί με ποια συγκεκριμένα νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη δέουσα αυτά σχέση. Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθ. 11 Α.Ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ιδίου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλ' έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθρ. 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του Β.Δ. της 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχολήσεως, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής προσλήψεως προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχολήσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με της οποίας τα εδάφια α' και γ' ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ. α' αυτού, είτε προσκαίρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξει του Ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση στις ανωτέρω συμβάσεις δεν είναι δυνατή από την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο αυτής έως τις 10-7-2001 με δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας αυτής έως τις 10-7-2002. Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις σ.σ.ε. ή την πρακτική του κάθε Κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής Οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικού εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συνθήκες ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται διαδοχικές και β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. 'Ηδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης..... Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο του 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή από 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία. 'Ετσι, με το άρθρο 11 παρ. 1α του εν λόγω Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής : "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις : Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής συμβάσεως κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση.....". Η επιλογή με το ανωτέρω Π.Δ. των εν λόγω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας, έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, ένεκα των οποίων και η θέσπιση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει. 'Ετσι, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920. Ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. αυτού (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Περαιτέρω κατά τα άρθρα 1 παρ. 3 του Ν. 2527/1997 και 10 παρ. 5 του Ν. 3051/2002, οι επιχειρήσεις των ΟΤΑ υπάγονται στο σύστημα προσλήψεων του Ν. 2190/1994 καθόσον αφορά την πρόσληψη του διοικητικού και μη προσωπικού τους όλων των κατηγοριών με εξαίρεση μόνο του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των διευθυνόντων υπαλλήλων τους. 'Ετσι, οι δημοτικές επιχειρήσεις λογίζονται πλέον, ως προς την πρόσληψη του προσωπικού τους, φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο ισχύουν οι ως άνω συνταγματικές διατάξεις και οι αναγκαστικού δικαίου περιοριστικές των προσλήψεων ρυθμίσεις του Ν. 2190/1994. Εξάλλου, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση, η οποία, προστεθείσα ως περίπτωση και στις υφιστάμενες εξαιρέσεις στο σύστημα προσλήψεων του Ν. 2190/1994, αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχολήσεως, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγματώσεως των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και η εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, ήτοι είναι ορισμένου χρόνου, του οποίου η πάροδος συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη της συμβάσεως εργασίας (άρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) ενώ επ' αυτής δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 676 Α.Κ.. Η σύναψη των εν λόγω συμβάσεων ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους, που συνδέονται με τη φύση αυτών και είναι ασύμφωνη με τις αρχές, που καθορίζει η ανωτέρω Οδηγία, εντεύθεν δε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται στη θεσπιζόμενη από τη ρήτρα 5 αυτής αρχή της μη καταχρηστικότητας. 'Ετσι, ενόψει των ως άνω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την εν λόγω Οδηγία του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία, όπως προεκτίθεται, δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε και κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το ως άνω μεσοδιάστημα από 10-7-2002 έως την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλ' ούτε και μετά την έναρξη της ισχύος αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την ένδικη από 29-1-2003 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι στις ...... προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, που αποτελεί δημοτική επιχείρηση και λειτουργεί προς το σκοπό της παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στους δημότες του Δήμου Πέλλας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασία ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εργάτης καθαριότητας στο δημοτικό διαμέρισμα Νέας Πέλλας του Δήμου αυτού κατά το χρονικό διάστημα από 20-7-1999 έως 20-11-2000, ενώ μετά τη λήξη του χρόνου της συμβάσεως αυτής συνέχισε να προσφέρει σ' αυτό τις υπηρεσίες του με τους ίδιους όρους μέχρι τη 1-5-2002, οπότε το αναιρεσίβλητο τον υποχρέωσε να υπογράψει νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας δύο μηνών, ήτοι μέχρι τις 30-6-2002, με τους ίδιους όρους. Ότι, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό των εν λόγω συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου, από τη φύση των παρεχομένων υπηρεσιών του, με τις οποίες καλύπονταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, συνάγεται ότι η κατάρτιση αυτών έγινε με αποκλειστικό σκοπό την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του από τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου και για το λόγο αυτό θεωρούνται ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου. Ότι ο ίδιος και μετά τις 30-6-2002 συνέχισε να προσφέρει σ' αυτό τις υπηρεσίες του με τους αυτούς όρους μέχρι τις 30-10-2002, οπότε το αναιρεσίβλητο κατήγγειλε εγγράφως την εν λόγω σύμβαση χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, με συνέπεια, ένεκα ακυρότητας της καταγγελίας, να καταστεί αυτό υπερήμερο περί την αποδοχή των νομίμων και προσηκόντων προσφερομένων υπηρεσιών του. Ζήτησε δε κυρίως, εκτός των άλλων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο αφ' ενός μεν να καταβάλει, ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-11-2003 έως 30-4-2003 με την αναλογία του δώρου Χριστουγέννων 2002 και Πάσχα 2003, το αναφερόμενο χρηματικό ποσό, αφ' ετέρου δε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με την απειλή χρηματικής ποινής. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατά τη βάση της αυτή, ως μη νόμιμη, διότι δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων στις ........ προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο πλαίσιο υλοποιήσεως προγράμματος του ΟΑΕΔ προς απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας και απασχολήσεως ανέργων του έτους 1999 και πριν από τη λήξη της συμβάσεως αυτής στις 20-11-2000 το αναιρεσίβλητο, συμμετέχοντας στα προγράμματα του ΟΑΕΔ, που έληγαν το έτος 2002, ανανέωσε την εν λόγω σύμβαση αυτού μέχρι και τη λήξη του τελευταίου προγράμματος στις 5-12-2001, ενώ στη συνέχεια το αναιρεσίβλητο κατάρτισε με τον αναιρεσείοντα δύο διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εργάτης καθαριότητας και μετά τη λήξη της δεύτερης εξ αυτών στις 30-6-2002 εξακολούθησε ο ίδιος να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτό μέχρι τη 1-11-2002, οπότε το τελευταίο κατάγγειλε εγγράφως την ανωτέρω σύμβαση εργασίας. Η πρόσληψη του αναιρεσείοντος έγινε με βάση εγκριθέντας από την αρμόδια Επιτροπή πίνακες αξιολογήσεως και κατατάξεως και με αποκλειστικό σκοπό την εκτέλεση των ως άνω προγραμμάτων, που είχαν περιορισμένους πόρους και συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, γεγονότα που γνώριζε ο ίδιος από την αρχή. Μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας των προγραμμάτων του ΟΑΕΔ το αναιρεσίβλητο κατάρτισε με τον αντίδικό του τις άλλες δύο ως άνω συμβάσεις και προσέλαβε αυτόν ως έκτακτο για να συνεχίσει την προσφορά των υπηρεσιών του ως εργάτη καθαριότητας. Οι συμβάσεις αυτές, που αφορούσαν την πρόσληψη εκτάκτου προσωπικού, καταρτίσθηκαν υποχρεωτικά ως ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2190/1994, αφού το τακτικό προσωπικό του αναιρεσιβλήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται και το εργατοτεχνικό, γίνεται με τη διαδικασία και τα κριτήρια του άρθρου 18 του Ν. 2190/1994 και υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ. 'Ετσι, οι ανωτέρω συμβάσεις νομίμως καταρτίσθηκαν ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού η περιορισμένη χρονική διάρκειά τους επιβαλλόταν είτε από τη φύση τους και το σκοπό τους ως συμβάσεων, που αποσκοπούσαν στην εκτέλεση προγραμμάτων περιορισμένης χρονικής διάρκειας και περιορισμένων πόρων, είτε υποχρεωτικώς από το νόμο. Στην παρούσα υπόθεση δεν εφαρμόζεται η ανωτέρω υπ' αριθ. 1999/7/Εκ/28-6-1999 Οδηγία του Συμβουλίου της Ε.Ε., έστω και αν κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν είχε παρέλθει η προθεσμία, που έτασσε στον εθνικό νομοθέτη για να θέσει σε ισχύ τις απαραίτητες διατάξεις προς συμμόρφωση με αυτή, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η ισχύς της εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους, που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντιστοίχων κρατικών φορέων και όχι στις μεταξύ ιδιωτών σχέσεις, έναντι των οποίων αρχίζει να ισχύει όταν μετατραπεί σε κανόνα του εθνικού δικαίου. Επίσης, στην υπόθεση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Π.Δ. 81/2003, που εκδόθηκε για την προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στους ορισμούς της ως άνω Οδηγίας, αφού οι διατάξεις του καταλαμβάνουν τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας, που συνάπτονται μετά την ισχύ του. Η επικαλούμενη μετατροπή των εν λόγω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρ. 671 Α.Κ.) ουδέποτε συντελέσθηκε, αφού κάτι τέτοιο είναι νομικά αδύνατο ως απαγορευμένο από τις ως άνω διατάξεις, οι οποίες επιτρέπουν την πρόσληψη εκτάκτου προσωπικού μόνο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, έστω και με διαφορετική κατά ένα μέρος αναλογία, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθώς και εκείνες των άρθρων 26, 28, 87 παρ. 1 του Συντάγματος και 10, 249 ης Συνθήκης της Ε.Κ., αφού οι ανωτέρω συμβάσεις, οι οποίες δεν ήταν ενεργείς στις 19-7-2004, που άρχισε η ισχύς του Π.Δ. 164/2004, καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Η νομοθετική αυτή ρύθμιση συνάδει με το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, που προβλέπει την προστασία της εργασίας και με το οποίο καλείται το Κράτος να εφαρμόζει πολιτική πλήρους απασχολήσεως με μέτρα οποιασδήποτε μορφής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η επέμβασή του στην καθόλου εργατική αγορά με σκοπό τη διαμόρφωσή της κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζονται οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας των μισθωτών και έτσι η νομοθετική ρύθμιση με το σκοπό αυτό αποτελεί συνταγματικώς επιτρεπτή ουσιαστική παρέμβαση της πολιτείας για τη διασφάλιση του δικαιώματος στην εργασία. Επίσης, η νομοθετική πρόβλεψη περί απαγορεύσεως της μετατροπής των ως άνω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (άρθρ. 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος), γιατί δεν πρόκειται περί μονομερούς μεταβολής της ισχύουσας έννομης σχέσεως, αφού οι εν λόγω συμβάσεις καταρτίσθηκαν από την αρχή ως ορισμένου χρόνου και επιπρόσθετα, ο εργοδότης, όπως προεκτίθεται, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη αυτών ως αορίστου χρόνου. Τέλος, η προαναφερόμενη νομοθετική ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, γιατί οι εργαζόμενοι δεν αποστερούνται με αυτή αδικαιολόγητα περιουσιακού τους στοιχείου (ενοχικού δικαιώματος), ενόψει και του ότι στον εργασιακό τομέα επέρχονται συνεχώς για λόγους δημοσίου συμφέροντος (περιορισμός της ανεργίας) προσαρμογές στο υφιστάμενο νομικό καθεστώς, οι οποίες τελούν σε άμεση συνάρτηση με τις μεταβολές της οικονομικής κατάστασης, με σκοπό να διασφαλίζεται η συνεχής εργατική απασχόληση των μισθωτών. Επομένως, οι συναφείς πρώτος, δεύτερος, τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.-

Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Ο λόγος αναιρέσεως από την εν λόγω διάταξη δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε, τυπικό ή ουσιαστικό, λόγο (Ολ. Α.Π. 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντος ισχυρισμού του, κατά τον οποίο η συμβατική σχέση μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου είχε το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι ο ίδιος κατά τη διάρκεια της συμβάσεώς του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, ενόψει των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως αναπόδεικτο τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-2-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 3261/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείoντα στα δικαστικά έξοδα τoν αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ