197/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 197 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 197 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 197/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Α. Των αναιρεσειόντων : 1).... και 2) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΞΩΝ ΕΠΕ.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων (ΕΛΒΟ) ΑΕ", (πρώην "ΣΤΑΓΙΕΡ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕ"), που εδρεύει στη Βιομηχανική Περιοχή Σίνδου-Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Λούκο.
Β. Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων Α.Ε.(ΕΛ.Β.Ο Α.Ε.), που εδρεύει στη Σίνδο Θεσσαλονίκης (Βιομηχανική περιοχή) και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Λούκο.
Των αναιρεσιβλήτων : 1).... και 2) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΑΞΩΝ ΕΠΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-2-1986 και 28-9-1988 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι 918/1988 και 310Ν/1989 πράξεις, η 15390/2001 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και τέλος η 1319/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι υπό στοιχεία Α. αναιρεσείοντες με την από 9 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους και τους από 4 Μαρτίου 2005 και 12 Ιουλίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής και η υπό στοιχεία Β. αναιρεσείουσα με την από 26 Ιουλίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 23 Νοεμβρίου κοινή έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των από 9-2-2005 και 26-7-2005 αιτήσεων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχεία Α. αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της από 9-2-2005 αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη της αντίθετης, ο πληρεξούσιος της υπό στοιχεία Β. αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της από 26-7-2005 αιτήσεως, την απόρριψη της αντίθετης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 9-2-2005 και 26-7-2005 δύο αιτήσεις για αναίρεση της 1319/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού με αυτές προσβάλλεται η ίδια απόφαση, από τους ίδιους διαδίκους και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246).
Επί της από 9-2-2005 αιτήσεως αναιρέσεως Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2, 15, 33 παρ. 1 του ν. 2527/1920 "περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας" και 7 παρ. 1 του β.δ. 22/26-11-1920, που ίσχυαν προ του ν. 1733/1987, όπως επί μεταβιβάσεως του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας, έτσι και επί μεταβιβάσεως της αδείας εκμεταλλεύσεως απαιτείται ως συστατικός ο έγγραφος τύπος. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της αγωγής των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι αυτοί εξέθεταν ότι η δεύτερη αυτών εταιρεία έχει το δικαίωμα και την εκμετάλλευση διπλώματος ευρεσιτεχνίας, που αφορά ποτιστικό μηχάνημα χρήσιμο για γεωργική χρήση, και ότι στις 7-11-1983 υπέβαλε στη διεύθυνση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία είχε την οικονομική δυνατότητα της εκμεταλλεύσεως της εν λόγω ευρεσιτεχνίας, σχέδιο συμφωνητικού, σύμφωνα με το οποίο η δεύτερη αναιρεσείουσα θα εκχωρούσε στην αναιρεσίβλητη τα δικαιώματα και την εκμετάλλευση της εφευρέσεως για μαζική παραγωγή και διάθεση του ποτιστικού μηχανήματος, που θα κατασκευάζονταν στις εγκαταστάσεις της, με δικό της προσωπικό και δικές της δαπάνες, με την προσωπική επίβλεψη του πρώτου αναιρεσείοντος, και με τους ειδικότερους σ΄ αυτή (αγωγή) όρους. Ότι το σχέδιο αυτό εγκρίθηκε από το Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης κατά τη συνεδρίασή του της 28-2-1984, αφού προηγουμένως στις 1-1-1984 προφορικά και εγγράφως είχε καταρτισθεί η σχετική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων. Ότι τελικά στις 19-11-1984 ο εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης δήλωσε ότι αυτή τερματίζει τη συνεργασία της με τους αναιρεσείοντες. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως, επί του ως άνω θέματος της καταρτίσεως ή μη έγγραφης συμφωνίας, ότι έγγραφο που να είναι υπογεγραμμένο από τα συμβαλλόμενη μέρη δεν προσκομίστηκε από τη δεύτερη αναιρεσείουσα, ούτε έγινε από αυτήν επίκληση τέτοιου εγγράφου. Ότι, αντίθετα τη μη υπογραφή έγγραφης σύμβασης εμμέσως πλην σαφώς συνομολογεί με το δικόγραφο της έφεσής της η δεύτερη αναιρεσείουσα, όπου αναφέρει ότι το τελικό σχέδιο σύμβασης υπογράφηκε από την ίδια και εγκρίθηκε από το Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης στις 28-2-1984 και "προφανώς" μετά την έγκρισή του, υπογράφηκε. Κατόπιν αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η επικαλούμενη σύμβαση είναι άκυρη, διότι δεν περιβλήθηκε ως συστατικό τύπο το έγγραφο, και ότι δεν γεννά υπέρ της δεύτερης αναιρεσείουσας αξίωση αποζημίωσης από αυτή και ότι η ένδικη αγωγή, ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα, κατά την κύρια βάση της, ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο : 1) δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2, 15, 33 παρ. 1 του ν. 2527/1920 και 7 παρ. 1 του β.δ. 22/26-11-1920 και ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αντίθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, και των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμος. Η περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι με τον πρώτο λόγο εφέσεώς των κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως είχαν ισχυριστεί ότι δεν παρεχώρησαν τα σχετικά δικαιώματα τους επί της ευρεσιτεχνίας στην αναιρεσίβλητη και ότι απλώς θα είχαν από κοινού την εκμετάλλευση και παραγωγή του ποτιστικού μηχανήματος, και ότι, επομένως, δεν έχουν εφαρμογή οι ως άνω διατάξεις, αλλά η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού σ΄ αυτήν, όπως προαναφέρεται, εκτίθεται ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) δέχθηκαν να παραχωρήσουν στην αναιρεσίβλητη, ως όρο της συμφωνίας που θα υπέγραφαν, το δικαίωμα και την άδεια εκμετάλλευσης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, και, επομένως, το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτόν, που εξομοιώνεται με ισχυρισμό που δεν προτάθηκε, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 8 του 559 ΚΠολΔ, και ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και 2) οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, επίσης, την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλ. ότι είχαν ισχυρισθεί με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της εφέσεώς τους, ότι συνήφθη έγγραφη σύμβαση με την έννοια ότι το σχέδιο συμφωνητικού που παρέδωσε η δεύτερη αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη, έγινε δεκτό με το από 28-2-1984 πρακτικό του Δ.Σ. της τελευταίας, που επέχει θέση έγγραφης αποδοχής. Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αυτός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του, τον έλαβε υπόψη και εκ του πράγματος τον απέρριψε.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 παρ. 1 ΑΚ, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όποιος δε κατά το στάδιο αυτό των διαπραγματεύσεων προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η καθιερούμενη με αυτές ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις έχει εφαρμογή και όταν ματαιωθεί η κατάρτιση της σύμβασης σε χρόνο, κατά τον οποίο οι μεταξύ των μερών διαπραγματεύσεις έχουν τερματιστεί οριστικά και δεν υπολείπεται παρά μόνο η τυπική υπογραφή της σύμβασης, περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαίωσης είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει αυτή να θεωρείται βέβαιη. Στην περίπτωση αυτή εκείνος που ματαίωσε τη σύμβαση μη τηρώντας τη συμπεριφορά που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι υποχρεωμένος να ανορθώσει τη ζημία που υπέστη ο αντισυμβαλλόμενος που πίστεψε ως επικείμενη την κατάρτισή της. Ως ζημία νοείται το καλούμενο αρνητικό της σύμβασης διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης, δηλ. η ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα είχε αποφύγει αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση και όχι το διαφέρον εκπλήρωση της σύμβασης αφού τα μέρη δεν είχαν νομική υποχρέωση για τη σύναψή της. Αποκαθίσταται ιδίως η ζημία που αυτός υπέστη, διότι, πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι επίκειται κατάρτιση της σύμβασης, υποβλήθηκε σε δαπάνες ή απέκρουσε άλλη ευκαιρία προς σύναψη παρόμοιας σύμβασης με τους αυτούς ή ευνοϊκότερους όρους. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτο μέρος, και των προσθέτων λόγων, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, διότι απέρριψε το δεύτερο λόγο της εφέσεώς τους κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που αφορούσε την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής των για ευθύνη της αναιρεσίβλητης από τις διαπραγματεύσεις, σχετικά με το αιτούμενο κονδύλιο από τη δεύτερη αναιρεσείουσα των 92.599.255 δραχμών, το οποίο έκρινε μη νόμιμο. Από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι το κονδύλιο αυτό αφορούσε αποθετική ζημία την οποία μετά πιθανότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απεκέρδαινε η δεύτερη αναιρεσείουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1984 έως 31-12-1988 που θα λειτουργούσε η σύμβαση με την αναιρεσίβλητη. Το κονδύλιο αυτό όπως προαναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση το έκρινε μη νόμιμο, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι το θεώρησε ότι έχει χαρακτήρα διαφέροντος εκπληρώσεως, που δεν αποζημιούται με τις ως άνω διατάξεις. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι είχαν επικαλεσθεί στην αγωγή τους, στις προτάσεις τους και στην έφεσή τους, ότι το προαναφερόμενο ποσό θα εισέπρατταν από την αναιρεσίβλητη, αν καταρτιζόταν έγκυρα η σύμβαση, είτε από τρίτο συμβαλλόμενο, με τον οποίο θα είχαν συνάψει παρόμοια σύμβαση. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος, αφού δεν γίνεται μνεία για απόκρουση από μέρους της δεύτερης αναιρεσείουσας συγκεκριμένης ευκαιρίας προς σύναψη παρόμοιας σύμβασης με τρίτο με τους αυτούς ή ευνοϊκότερους όρους. Επομένως ο ισχυρισμός είναι επουσιώδης, δεν συνιστά πράγμα, η δε μη λήψη του υπόψη από το Εφετείο δεν ιδρύει τον λόγο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, και ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπον αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως αόριστη. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, διότι κατόπιν εσφαλμένης εφαρμογής τους απέρριψε τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής τους, με την οποία αυτοί ζητούσαν την επιδίκαση των ίδιων κονδυλίων αποζημιώσεως για τις αναφερόμενες θετικές και αποθετικές τους ζημίες με βάση τις εν λόγω διατάξεις. Από την απόφαση του Εφετείου προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε επί του θέματος αυτού, ότι απορριπτέα ως μη νόμιμη τυγχάνει και η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, καθόσον υπό τα εκτιθέμενα σ΄ αυτή περιστατικά δεν μπορεί να στηριχθεί αγωγή αποζημιώσεως βάσει των άρθρων 914 και 919 ΑΚ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις και ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της απόφασης, διότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της στηριζόμενης στα άρθρα 914 και 919 ΑΚ επικουρικής βάσεως της αγωγής, αλλά την απέρριψε ως μη νόμιμη, και, επομένως, ο αντίθετος εκ του ως άνω άρθρου λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ΄ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν.... 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 269 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς του από το άρθρο 11 του ν. 2915/2001, μέσα επίθεσης και άμυνας είναι παραδεκτά και μετά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο...... γ) αν αποδεικνύονταν εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Τέλος, σε περίπτωση που γίνεται επίκληση με ένσταση ή αντένσταση της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, θα πρέπει, εκτός από την επίκληση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την κατάχρηση, να υποβάλλεται και αίτημα για απόρριψη της αγωγής ή της ενστάσεως που έχει προτείνει ο εναγόμενος (Ολ. ΑΠ 472/1982). Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, η δεύτερη αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη αντένστασή της εκ του άρθρου 281 ΑΚ, που είχαν προτείνει το πρώτον με το δικόγραφο της εφέσεώς τους ενώπιον του Εφετείου. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η αντένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ που είχε προτείνει κατά της προβληθείσας πρωτοδίκως ενστάσεως από μέρους της αναιρεσίβλητης περί ακυρότητας της συμβάσεως λόγω μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου απορρίφθηκε από το Εφετείο ως απαράδεκτη, διότι, εφόσον προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, η δεύτερη αναιρεσείουσα δεν επικαλούνταν κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 269 παρ. 2 σε συνδ. με το άρθρο 527 περ. 3 του ΚΠολΔ, ούτε, εξάλλου, διατύπωνε αίτημα απόρριψης για την αιτία αυτή της ένστασης της αναιρεσίβλητης. Από το δικόγραφο της έφεσης της δεύτερης αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι πράγματι αυτή, δεν επικαλούνταν, κατά τρόπο πλήρες, μία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως συγκεκριμένα έγγραφα, από τα οποία θα αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός της, ούτε διατύπωνε αίτημα απόρριψης για την αιτία αυτή της ένστασης της αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, ο πρώτος αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν εξέτασε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ενώ ζητούσε με την αγωγή απωλεσθείσες αμοιβές για το χρονικό διάστημα από 1-1-1984 μέχρι 31-12-1988 για τις τεχνικές υπηρεσίες και την προσωπική απασχόλησή του στη μαζική παραγωγή του ποτιστικού μηχανήματος, συνολικού ποσού 4.500.000 δρχ., το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναγνώρισε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι αυτός δικαιούται 641.633 δρχ. για το χρονικό διάστημα από 1-1-1984 μέχρι το Νοέμβριο του 1984, λόγων καταγγελίας κατά τον μήνα αυτό από μέρους της αναιρεσίβλητης για σπουδαίο λόγο της συμβάσεως μετ΄ αυτού για την παραγωγή του ποτιστικού μηχανήματος και λύσεως της μεταξύ των συνεργασίας. Επομένως, με βάση τα όσα στον ως άνω λόγο αναιρέσεως εκτίθενται δεν θεμελιώνεται λόγος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο εξέτασε τις προαναφερόμενες αγωγικές αξιώσεις, τις οποίες έκανε δεκτές εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες και εκ του πράγματος απέρριψε αυτές κατά το υπόλοιπο αιτούμενο ποσό. Επίσης δεν θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως στο άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο δεν άφησε αίτηση αδίκαστη, και οι αντίθετοι λόγοι είναι αβάσιμοι. Με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως ο πρώτος αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672, 673 ΑΚ και περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το ζήτημα της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο της συμβάσεως μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως, σε σχέση με το ζήτημα αυτό τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Ότι η λήξη της σύμβασης συμφωνήθηκε να επέρχεται με καταγγελία οποιουδήποτε των μερών, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος και ιδιαίτερα σε περίπτωση αθετήσεως των υποχρεώσεων από τη σύμβαση..... Ότι, αντιθέτως, είναι έγκυρη η σύμβαση που συνάφθηκε με τον πρώτο αναιρεσείοντα ... με την οποία του ανατέθηκε αντί αμοιβής η επίβλεψη της κατασκευής των μηχανημάτων. Ότι ενόψει της επικείμενης υπογραφής έγγραφης σύμβασης, οι διάδικοι προέβησαν στις απαιτούμενες ενέργειες για την επικείμενη μαζική παραγωγή του μηχανήματος. Ότι ειδικότερα συντάχθηκε από το τμήμα μάρκετινγκ των προϊόντων της αναιρεσίβλητης λεπτομερής μελέτη με προϋπολογισμό του κόστους κατασκευής, τον τρόπο και την τιμή διαθέσεως στην αγορά, συγχρόνως δε αυτή άρχισε να διαφημίζει το νέο αυτό προϊόν της στην αγορά με σχετικά διαφημιστικά φυλλάδια. Ότι οι ως άνω δικαιούχοι διάδικοι παρέδωσαν στην αναιρεσίβλητη όλα τα σχέδια και σχετικά έγγραφα για την κατασκευή του μηχανήματος, η δε τελευταία αγόρασε από αυτούς 50 σκελετούς του μηχανήματος αυτού που κατασκεύαζε από τη βιοτεχνία ... που εδρεύει στο ... , και συγκεκριμένα 40 τύπου Φ90 και 10 τύπου Φ100. Ότι ακόμη προμηθεύτηκε από το εξωτερικό και εσωτερικό σημαντικής αξίας υλικά και άρχισε να κατασκευάζει τα μηχανήματα στις εγκαταστάσεις της στη Σίνδο Θεσσαλονίκης υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του πρώτου αναιρεσείοντα .... , ο οποίος από τις αρχές Φεβρουαρίου 1984 απασχολείτο συνεχώς στο άνω βιομηχανικό της συγκρότημα για τον προαναφερθέντα σκοπό. Ότι η παραγωγή όμως των μηχανημάτων δεν προχωρούσε κανονικά με αποτέλεσμα μέχρι τέλη Μαΐου 1984 να μην έχει τελειοποιηθεί κανένα μηχάνημα. Ότι ολοκληρώθηκε η κατασκευή μόνο ενός μηχανήματος τον Σεπτέμβριο του 1984, το οποίο και εκτέθηκε στη Διεθνή ΄Εκθεση Θεσσαλονίκης. Ότι την 27-9-1984 η αναιρεσίβλητη πρότεινε στους αναιρεσείοντες την υπογραφή έγγραφης σύμβασης συνεργασίας για την παραγωγή του άνω μηχανήματος, αλλά με διαφορετικούς όρους και ειδικότερα με σημαντική μείωση του ποσοστού αντιτίμου της δεύτερης αναιρεσείουσας, ενώ για τον πρώτο αναιρεσείοντα προβλεπόταν αμοιβή ενός μόνον έτους. Ότι την εν λόγω πρόταση οι αναιρεσείοντες δεν αποδέχθηκαν και η αναιρεσίβλητη διέκοψε την παραγωγή του μηχανήματος και για το λόγο αυτό κατάγγειλε τη σύμβαση του πρώτου αναιρεσείοντα, εφόσον αυτή πλέον καθίστατο άνευ αντικειμένου. ΄Ετσι, εφόσον η καταγγελία αυτή έγινε για σπουδαίο λόγο και με αυτήν λύθηκε για το μέλλον η σύμβαση με τον πρώτο αναιρεσείοντα αυτός δικαιούται να λάβει την αμοιβή του για τον χρόνο που απασχολήθηκε ήτοι 641.633 δρχ. (11 μήνες Χ 58.333 δρχ. ανά μήνα)." Τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο ως άνω πραγματικά περιστατικά συνιστούν σπουδαίο λόγο λύσεως της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του πρώτου αναιρεσείοντα, και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672 και 673 ΑΚ και οι εκ του 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, η δεύτερη αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτα λόγω αοριστίας ορισμένα κονδύλια της αγωγής. Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα ζητούσε από την αναιρεσίβλητη ως θετική ζημία διάφορες δαπάνες που υποβλήθηκε, και ειδικότερα α) για την αγορά των υλικών και ανταλλακτικών (λάστιχα, μουαγιέδες, ζάντες, κοιλοδοκούς, βίδες, κουζινέτα) για την κατασκευή των 58 (αρχικών) ποτιστικών μηχανημάτων, κατέβαλε 840.535 δρχ. και 286.056 δρχ. για ανάλογο Φ.Κ.Ε. και συνολικά 1.126.591 δρχ. β) για έξοδα κινήσεως και παραμονής (διανυκτερεύσεων σε ξενοδοχεία) του πρώτου αναιρεσείοντα, εκπροσώπου της, στο Βόλο κατά το διάστημα από 1-1-1984 μέχρι 13-6-1984, όπου έχει εγκατασταθεί σχεδόν μόνιμα για την επίβλεψη της μεταλλοκατασκευής (σκελετών) των 58 αρχικών μηχανημάτων (150 διανυκτερεύσεις Χ 2.000 δρχ. και υπόλοιπες 86.449 δρχ. για έξοδα μεταβάσεώς του από Θεσσαλονίκη στο Βόλο και αντίστροφα) συνολικά κατέβαλε 386.449 δρχ. γ) για δαπάνη κατασκευής των καλουπιών τυμπάνου, πλαστικών καλυμμάτων και της ανέμης περιελίξεως του σωλήνα, που ήταν απαραίτητα για τη μαζική βιομηχανική παραγωγή των ποτιστικών μηχανημάτων, κατέβαλε 970.000 δρχ. δ) για αμοιβή σε σχεδιαστή μηχανολόγο του Πολυτεχνείου για τη σύνταξη, κατ' εντολή και με έγκριση της αναιρεσίβλητης, των αναλυτικών σχεδίων, που ήταν απαραίτητα για τη βιομηχανική παραγωγή του μηχανήματος, κατέβαλε 700.000 δρχ. και ε) στη βιομηχανία.... για τις εργασίες κατασκευής των σκελετών και σωληνώσεων των 58 πρώτων ποτιστικών μηχανημάτων, κατέβαλε το ποσό των 2.300.000 δρχ. Υπό τα περιστατικά αυτά περιέχονται στην αγωγή τα κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔικ απαραίτητα στοιχεία που δικαιολογούν την άσκησή της, αναφορικά με τις αντίστοιχες αγωγικές αξιώσεις και επομένως το εφετείο απορρίπτοντας κατά τούτο την αγωγή ως αόριστη παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Γι' αυτό ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 14, ΚΠολΔικ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
Επί της από 26-7-2005 αιτήσεως αναιρέσεως Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμόν ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προσβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 32/1996). Με τους εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρώτο, δεύτερο και τρίτο περ. γ΄ λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 και 914 ΑΚ, που θεμελίωναν τις βάσεις της αγωγής της. Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι δεν εκτίθεται σ' αυτούς η ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλ. οι παραδοχές του Εφετείου επί των ως άνω θεμάτων.
Λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠοΛΔ δεν ιδρύεται όταν κατ' εκτίμηση, έστω και πλημμελή του εγγράφου, ως τούτο έχει κατά το αληθές περιεχόμενό του, είτε μεμονωμένως είτε σε συνδυασμό με το σύνολο των επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, πείθεται περί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων το έγγραφο τούτο προσκομίζεται. Με τον τρίτο περ. β' και γ΄ λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε, άλλως εσφαλμένα εξετίμησε, το περιεχόμενο της από 28-2-1984 απόφασης του Δ.Σ., το οποίο ενέκρινε στην ενασχόληση της δεύτερης αναιρεσίβλητης με το επίδικο αντικείμενο για την κατασκευή ποτιστικών μηχανημάτων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε εκτίμηση, του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚπολΔικ.
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό και παραπεμφθεί, κατά το μέρος αυτό, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 9-2-2005 και 26-7-2005 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως.
Αναιρεί την 1319/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Απορρίπτει την από 26-7-2005 αίτηση για αναίρεση της 1319/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ