Legislator Case Law & Legislation
1979/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on transparency claim as new argument and remands case for retrial.

Case Number 1979/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the lower court's rejection of a specific appeal ground regarding the principle of transparency. The appellants raised this argument for the first time before the Supreme Court without prior submission to the first or second instance courts. Consequently, the court declared this specific ground inadmissible under procedural rules while annulling the decision regarding the other appeal grounds and remanding the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562 § 2 and 580 § 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground raised for the first time before the Supreme Court without prior submission to lower courts is inadmissible, and the decision must be remanded for retrial on the admissible grounds.

Keywords

AI generated
principle of transparency admissibility of appeal first time argument remand for retrial Code of Civil Procedure procedural default annulment of judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 562 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 182 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Law 128/1975
Law 2515/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1979 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1979/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Τ. του Α., ως ομόρρυθμου εταίρου της εταιρίας με την επωνυμία "... και Σία ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΗΛΕΚΤΟΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΟΕ", που εδρεύει στο Πλατύ Ημαθίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Τ. του Α., ως ομόρρυθμου εταίρου της ανωτέρω εταιρίας και 3) Γ. Τ. του Α., ως ομόρρυθμου εταίρου της ανωτέρω εταιρίας, κατοίκων Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκαν άπαντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Αργυριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "THEA ARTEMIS FINANCIAL SOLUTIONS", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως νόμιμης διαχειρίστριας εταιρείας της ειδικής διαδόχου και υπέρ ης η ασκηθείσα πρωτοδίκως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση "Attica Bank Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της αναιρεσίβλητης εταιρείας: "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", η οποία εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-03-2016 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 30-01-2018 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16681/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-04-2022 αίτησή τους. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 01-04-2025 παρέμβασή της προς το Δικαστήριο τούτο ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτήν.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτήν και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατ' εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν ή κατά των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους.

Με την από 28.3.2016 ανακοπή τους οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες στράφηκαν κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και ζήτησαν να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. .../2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάσσονται να καταβάλουν στην καθ' ης, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 225.398,91 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Επί της ανακοπής η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" ως νόμιμη διαχειρίστρια της ειδικής διαδόχου ως άνω τραπεζικής εταιρίας άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπερ της καθής η ανακοπή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης συνεκδίκασε ερήμην της καθής η ανακοπή και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων την ανακοπή και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε τη διαταγή πληρωμής.

Κατά της απόφασης αυτής οι ανακόπτοντες άσκησαν την από 5.8.2020 έφεση, στρεφόμενη μόνον κατά της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας και όχι και κατά της καθής η ανακοπή, με την οποία αυτή συνδεόταν με τον δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας (76 § 4 ΚΠολΔ, ΑΠ 1731/2011). Επί της εφέσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσία αβάσιμη.

Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητoύν οι ανακόπτοντες/εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 18.4.2022 αίτησή τους, για τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω, στρέφοντάς την κατά της αντιδίκου των στο Εφετείο αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρίας ειδικού σκοπού.

Η αίτηση αναίρεσης παραδεκτά στρέφεται κατά της αντιδίκου των αναιρεσειόντων στο Εφετείο, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι η ανακοπή στον πρώτο βαθμό στρεφόταν κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (ΑΠ 1444/2018, ΑΠ 175/2011).

II. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμεννη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. ...-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Κ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου του Προέδρου του Α2 πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 § 2 ΚΠολΔ) και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 12-2-2024, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Κατά την παραπάνω δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε αιτήσει της τελευταίας για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (28-4-2025) και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά την τελευταία δικάσιμο δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο η ως άνω αναιρεσίβλητη, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου.

III. Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017).

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω ν. 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευτεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του.

Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Ν. Σμύρνη Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ' αριθ. 505/20/28.06.2024 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων ΤτΕ (ΦΕΚ Β 3744/28-6-2024)) ως εταιρεία Διαχείρισης Πιστώσεων δυνάμει των διατάξεων του Ν. 5072/2023 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και της Πράξης 225/1/30.01.2024 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, ενεργούσα ως πληρεξούσια δυνάμει του από 29/01/2025 πληρεξουσίου της εδρεύουσας στην Ιρλανδία, 4th floor, 3 George's Dock, IFSC, Dublin DOI X5X0 εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "DOMUS 1 SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ...

νομίμως εκπροσωπούμενης κατόπιν ανάθεσης δυνάμει της από 31.01.2025 Σύμβασης Διαχείρισης, η οποία καταχωρίσθηκε στο Δημόσιο Βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμ. Πρωτ. ....2025 (τ. 19, α.α. 238), που υπεγράφη μεταξύ της Cepal και της Domus 1 και ανέλαβε όλες τις υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης Διαχείρισης Απαιτήσεων, όπως ενδεικτικά καθορισμός επιτοκίου, ενημέρωση και εξυπηρέτηση πελατών, δικαστική και εξώδικη επιδίωξη απαιτήσεων, είσπραξη, ρύθμιση και αναδιάρθρωση οφειλών, λογιστική παρακολούθηση και διαχείριση δανειακών λογαριασμών, άσκηση δικαιώματος καταγγελίας, διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, κάθε είδους συλλογικές διαδικασίες και είσπραξη πινάκων κατάταξης, διατήρηση, διαχείριση και ρευστοποίηση εμπράγματων και ενοχικών εξασφαλίσεων, εγγραφή εμπραγμάτων βαρών και σύσταση κάθε είδους εξασφαλίσεων κ.α αναφορικά με το χαρτοφυλάκιο τιτλοποιημένων απαιτήσεων, τις οποίες απέκτησε λόγω τιτλοποίησης η Domus 1 από την μεταβιβάζουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" δυνάμει της από 31-1-2025 σύμβασης μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 του Ν.3156/2003, για την οποία πραγματοποιήθηκε σχετική εγγραφή στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών την .../2025 με αριθμό καταχώρησης .../2025 (τ.μ. 19/236).

Η Τράπεζα είχε αρχικά πωλήσει και μεταβιβάσει τις απαιτήσεις, στο πλαίσιο τιτλοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "Artemis Securitisation S.A" δια του υποτμήματος (Compartment 1) αυτής, συσταθείσα υπό τους νόμους του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, με έδρα στην rue de Bitbourg αρ. 19 Τ.Κ.

L-1273, Λουξεμβούργο και εγγεγραμμένη στο Μητρώο Εμπορίου και Εταιρειών του Λουξεμβούργου με αριθμό ... και οι οποίες εν συνεχεία αναμεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα από την ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού την 9.2.2024. Η ως άνω αναμεταβίβαση καταχωρίσθηκε στο τηρούμενο στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών ειδικό δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του Ν. 2844/2000 δυνάμει του υπ' αρ.

πρωτ. 88/09.02.2024 (τ. 17 αρ. 269) σχετικού εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του Ν. 3156/2003.], με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 1-4-2025 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, κατά σύντμηση της προθεσμίας, στους αναιρεσείοντες και την αναιρεσίβλητη (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ` αριθ. ...-2025 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Λ.

Π. και υπ' αριθ. ..., ..., ...-2025 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Α. Β., εκθέσεις επιδόσεως), άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ- ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον δ.τ. "THEA ARTEMIS FINANCIAL SOLUTIONS", η οποία είχε πρωτοδίκως παρέμβει προσθέτως αυτοτελώς υπερ της καθής η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".

Επομένως, κατ` εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η τελευταία, αναιρεσίβλητη - υπερής η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.

IV. Διαχείριση (ή διοίκηση) της ομόρρυθμης εταιρίας είναι το σύνολο των νομικών και υλικών πράξεων (δικαιοπρακτικών, οιονεί δικαιοπρακτικών, δικονομικών, υλικών) του έχοντος την σχετική εξουσία οργάνου (διαχειριστή εταίρου ή διαχειριστών εταίρων), που είναι αναγκαίες για την εσωτερική και την εξωτερική λειτουργία της εταιρίας, προκειμένου να επιδιωχθεί ο κοινός εμπορικός σκοπός της (όπως σύγκληση -της συνέλευσης- των εταίρων για λήψη απόφασης, τήρηση βιβλίων, οικονομικός σχεδιασμός και οργάνωση επιχείρησης, εποπτεία της λειτουργίας της, διεκπεραίωση αλληλογραφίας, πρόσληψη προσωπικού, διαφημίσεις, προμήθειες υλικών, πωλήσεις εμπορευμάτων, ανάληψη εργολαβιών, υπαναχωρήσεις από συμβάσεις, καταγγελίες, είσπραξη απαιτήσεων, άσκηση αγωγών, παραστάσεις στα δικαστήρια κ.λπ.).

Στο πλαίσιο αυτό, οι ασκούντες διαχείριση εταίροι εκπροσωπούν, ασφαλώς, την εταιρία, εκφράζουν, δηλαδή, τη βούληση του νομικού προσώπου στις συναλλαγές, εξώδικα και δικαστικά. Δεν ενεργούν, όμως, ως αντιπρόσωποι, αλλ' ως όργανα έκφρασης της βούλησης του νομικού προσώπου. Δι' αυτών, δηλαδή, ενεργεί αυτό τούτο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας (οργανική θεωρία).

Εκπροσώπηση, επομένως, είναι οι συγκεκριμένες, απλώς, διαχειριστικές ενέργειες των διαχειριστών της εταιρίας, με τις οποίες εξωτερικεύεται στις συναλλαγές, δικαστικά και εξώδικα, δηλώνεται, η βούληση του νομικού προσώπου. Συνιστά απλή πτυχή ή ιδιαίτερο αντικείμενο της διαχείρισης, όπως, ακριβώς, συνιστούν άλλες ιδιαίτερες πτυχές της διαχείρισης η τήρηση των εμπορικών βιβλίων, η καθοδήγηση της παραγωγής, η διεκπεραίωση της αλληλογραφίας κ.ά.

Ο ασκών, επομένως, την διαχείριση, εκπροσωπεί, με την παραπάνω έννοια, ως διαχειριστής την εταιρία, εκτός αν από τη σχέση συνάγεται κάποιος περιορισμός, ο οποίος μπορεί να αφορά, ειδικά, την εκπροσώπηση, όπως, ακριβώς, μπορεί να αφορά οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο της διαχείρισης. Όταν ενδιαφέρει η εσωτερική ενέργεια της πράξης, πρόκειται για διαχειριστική πράξη.

Αντίθετα, όταν εξετάζεται η ενέργεια της πράξης έναντι τρίτων, ευρισκομένων εκτός της εταιρίας, πρόκειται για πράξη εκπροσώπησης. Η διαχείριση ενδιαφέρει για την εσωτερική ευθύνη του διαχειριστή, ενώ η εκπροσώπηση για την ισχύ της πράξης στις προς τα έξω σχέσεις της εταιρίας. Η σχέση όμως δεν είναι αποκλειστική.

Και τούτο διότι ενώ δεν αποτελεί κάθε πράξη διαχείρισης ταυτόχρονα και πράξη εκπροσώπησης, αντιστρόφως, κάθε πράξη εκπροσώπησης αποτελεί πάντοτε και πράξη διαχείρισης. Ο έχων δε το δικαίωμα διαχείρισης εταίρος -άλλως, διαχειριστική εξουσία-, ως όργανο της εταιρίας, μπορεί, μεταξύ άλλων διαχειριστικών πράξεων, και εφόσον δεν έχει ορισθεί διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση, να δεσμεύει την εταιρία απέναντι σε τρίτους και να ασκεί τα δικαιώματά της έναντι οιουδήποτε, ενεργώντας στο όνομα της (υπό την επωνυμία της), να την εκπροσωπεί, δηλαδή, εν γένει, δικαστικά και εξώδικα (άρθ. 257§1 ν. 4072/2012, ΑΚ 756).

Αυτή η έκφανση της διαχείρισης ή διαχειριστικής εξουσίας, συνιστά ειδικότερα την εκπροσώπηση (ή διαχείριση προς τα έξω) και εξουσία εκπροσώπησης, αντίστοιχα. Ο διαχειριστής εταίρος είναι, κατά κανόνα, στο πλαίσιο της διαχειριστικής του εξουσίας, και εκπρόσωπος της εταιρίας. Στην ομόρρυθμη εταιρία ο νόμος καθιερώνει, ως νόμιμο σύστημα διαχείρισης -αν δεν προβλέπεται κάτι διαφορετικό στην εταιρική σύμβαση-, την λεγομένη ατομική διαχείριση.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 254 § 2 ν. 4072/2012, πράγματι, "...Εφόσον η διαχείριση ασκείται από όλους....και δεν προβλέπεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση, κάθε διαχειριστής εταίρος μπορεί να ενεργεί μόνος...." και σύμφωνα, επίσης με το άρθρο 257 §1 του ίδιου νόμου, "Κάθε εταίρος έχει εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση...".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι διαχειριστές της ομόρρυθμης εταιρίας είναι, από το νόμο, όλοι οι εταίροι, όχι, όμως, με την έννοια της αναγκαιότητας της συλλογικής δράσης όλων -η οποία δεν αποκλείεται-, αλλά με την έννοια μόνον ότι καθένας απ' αυτούς μπορεί να ενεργεί ατομικά, ανεξάρτητα από τους λοιπούς, όποτε και όταν συντρέχει λόγος και κατά την κρίση του.

Οι διατάξεις των άρθρων 254 και 257 ν. 4072/2012, ως προς το θέμα της ατομικής διαχείρισης και εκπροσώπησης, δεν είναι αναγκαστικού δικαίου. Η εταιρική, επομένως, σύμβαση μπορεί να προβλέπει διαφορετικό τρόπο άσκησης της διαχείρισης. Δυνατή π.χ. είναι η πρόβλεψη συλλογικής διαχείρισης, με την έννοια ότι αυτή ασκείται από όλους τους εταίρους από κοινού.

Απαιτείται, δηλαδή, για κάθε ενέργεια συναίνεση ή σύμπραξη ή έγκριση όλων των εταίρων (ΑΚ 748 § 1), εκτός αν η άρνηση κάποιου συνέταιρου είναι, σε συγκεκριμένη περίπτωση, καταχρηστική ή πρόκειται για επείγον μέτρο, κατά την ΑΚ 751. Η διαχείριση, με την έννοια της διενέργειας των πράξεων εκείνων, που είναι αναγκαίες μόνον για την λειτουργία της εταιρίας και την επιδίωξη του κοινού σκοπού, είναι εξ ορισμού εταιρικό δικαίωμα και υποχρέωση με περιορισμένη έκταση.

Κατά την § 3 του άρθρου 254 ν. 4072/2012 "Η εξουσία διαχείρισης καταλαμβάνει όλες τις πράξεις συνήθους διοίκησης της εταιρίας. Για τη διενέργεια πράξεων που βρίσκονται εκτός της συνήθους διοίκησης απαιτείται η συναίνεση όλων των εταίρων". Ο νόμος εννοεί το αυτονόητο στο ελληνικό δίκαιο (κατά καλή πίστη) για μια εταιρική σχέση.

Πράξεις, δηλαδή, συνήθους διοίκησης είναι, απλώς, οι διαχειριστικές ενέργειες των (διαχειριστών) εταίρων, οι οποίες ανήκουν στην έννοια της "τρέχουσας" διαχείρισης, συνάδουν προς τον καταστατικό και νόμιμο τρόπο λειτουργίας της εταιρίας και εξυπηρετούν, τόσο τον κοινό εμπορικό σκοπό, όσο και το κοινό εταιρικό συμφέρον.

Όρια, έτσι, στη διαχείριση τίθενται: α. Από την ίδια την έννοια της "διαχείρισης". Ο διαχειριστής, πράγματι, δεν μπορεί να ενεργεί πράξεις, που ανήκουν στην ιδιότητα του συμβαλλομένου στην εταιρική σύμβαση μέρους ή στην αποφασιστική αρμοδιότητα του συνόλου των εταίρων, όπως να τροποποιεί το καταστατικό ή να ανακαλεί συνδιαχειριστή ή να οριοθετεί την διαχειριστική του εξουσία ή να περικόπτει εταιρικές δραστηριότητες, β.

Από την έννοια της "συνήθους" διαχείρισης. Συνήθης είναι η τρέχουσα διαχείριση. Οι ενέργειες, δηλαδή, του διαχειριστή σε καθημερινή βάση, με επαναληπτικούς ρυθμούς, στο πλαίσιο, πάντα, εξυπηρέτησης του εταιρικού σκοπού. Εκτός, επομένως, συνήθους διαχείρισης είναι η επιχείρηση ριψοκίνδυνων πράξεων, οι πράξεις ίδρυσης υποκαταστημάτων, η λήψη υπέρογκων τραπεζικών δανείων για επέκταση δραστηριοτήτων της εταιρίας, η υποθήκευση ή η εκποίηση σημαντικών περιουσιακών της εταιρίας στοιχείων κ.άλ., γ.

Από τον προσδιορισμένο στη σύμβαση εταιρικό εμπορικό σκοπό και από τον προβλεπόμενο, επίσης, στο νόμο και το καταστατικό τρόπο λειτουργίας της εταιρίας. Ο διαχειριστής, δηλαδή, δεν μπορεί να ενεργεί πράξεις ξένες ή αδιάφορες ή υπερβάλλουσας σημασίας για την εσωτερική λειτουργία μιας ομόρρυθμης εταιρίας, όπως να προβαίνει στη δημοσίευση ισολογισμών ή στον τακτικό έλεγχο από ορκωτούς ελεγκτές κ.ά.

Δεν μπορεί, ακόμα, να υπερβαίνει με τις πράξεις του τα όρια, που θέτει εκ των πραγμάτων ο διωκόμενος από την εταιρία σκοπός. Δεν μπορεί, επίσης, να προβαίνει σε απεριόριστη διάθεση χρημάτων για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Δεν μπορεί να διαθέτει χρήματα της εταιρίας για κάλυψη προσωπικών αναγκών. Δεν μπορεί να αναλαμβάνει υποχρεώσεις χάριν εξυπηρέτησης συμφερόντων τρίτων, όπως να εγγυάται προς τράπεζα για την χορήγηση δανείου σε τρίτο, δ.

Από την έννοια του εταιρικού συμφέροντος. Ο διαχειριστής δεν μπορεί να προβαίνει σε επιχείρηση πράξεων, που δεν εξυπηρετούν, άμεσα ή έμμεσα, και με πρόδηλη ασφάλεια το εταιρικό συμφέρον Δεν μπορεί, επίσης, να ενεργεί προφανώς ζημιογόνες πράξεις. Δεν μπορεί να παραλείπει πράξεις υπαγορευόμενες από το εταιρικό συμφέρον.

Το ίδιο, όμως, το εταιρικό συμφέρον, από το άλλο μέρος, είναι δυνατόν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, να δικαιολογεί την ορθότητα μιας διαχειριστικής ενέργειας, παρότι αυτή φαίνεται να βρίσκεται εκτός ορίων διαχείρισης ή εταιρικού σκοπού, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στην περίπτωση της παροχής εγγύησης της εταιρίας προς τράπεζα, προκειμένου να λάβει δάνειο τρίτος, όταν με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται -έμμεσα, έστω- ο σκοπός ή το συμφέρον της εταιρίας.

Γενικά, για την επιχείρηση πράξεων, για τις οποίες υπάρχει αμφισβήτηση ή βεβαιότητα ότι υπερβαίνουν τα ως άνω διαγραφόμενα διαχειριστικά όρια, η καλή πίστη (ΑΚ 288) υπαγορεύει, εν προκειμένω, την υποχρέωση του διαχειριστή να έχει, προηγουμένως -πριν την επιχείρηση των πράξεων-, εξασφαλίσει τη σχετική συναίνεση των συνεταίρων του.

Ως "εκπροσώπηση" εξάλλου, νοείται -λογικά, γραμματικά- η προς τα έξω ενέργεια νομικών (όχι, υλικών) πράξεων του διοικητικού οργάνου ενός νομικού προσώπου -εν προκειμένω, της ομόρρυθμης εταιρίας-, στο πλαίσιο της διαχειριστικής, εκ του νόμου ή του καταστατικού, εξουσίας του, με την οποία το νομικό πρόσωπο εκφράζει τη βούλησή του προς τρίτους.

Ως "εξουσία εκπροσώπησης" νοείται, αντίστοιχα, η αντλούμενη από το νόμο ή το καταστατικό ιδιαίτερη διαχειριστική εξουσία του ίδιου οργάνου να ενεργεί προς τα έξω όλες τις απαιτούμενες για την επίτευξη του σκοπού του νομικού προσώπου πράξεις, να εκπροσωπεί, δηλαδή, το νομικό πρόσωπο. Οι έχοντες την εξουσία αυτή διαχειριστές καλούνται, ιδιαίτερα, και "εκπρόσωποι" της εταιρίας.

Οι διαχειριστές, έτσι, της ομόρρυθμης εταιρίας ενεργούν ως όργανα του νομικού προσώπου αυτής και συναλλάσσονται, ως εκπρόσωποί της, υπό την εταιρική επωνυμία (βλ. άρθ. 250 ν. 4072/2012). Βεβαίως, δεν είναι αναγκαία η εμφάνιση ή η πρόταξη της εταιρικής επωνυμίας σε κάθε διαχειριστική ενέργεια. Αρκεί να καθίσταται προφανές, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι ο ενεργών διαχειριστής δρα ως όργανο της εταιρίας (πρβλ.

ΑΚ 211), εκτός κι αν πρόκειται για ενέργεια τυπικής δικαιοπραξίας, όπου η αναφορά των υποκειμένων της σχέσης είναι αναγκαίο στοιχείο της. Βέβαια, κατά την ρητή, πλέον, επί του θέματος, γενική διάταξη της παραγράφου 12 του άρθρου τρίτου του νόμου 4156/2013, "για κάθε πράξη εκπροσώπησης ή διαχείρισης νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου αρκεί η υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, το όνομά του και η περιγραφή της ιδιότητάς του.

Διατάξεις που προβλέπουν την υποχρεωτική ύπαρξη/χρήση εταιρικής σφραγίδας για την απόδειξη της εκπροσώπησης ή/και διαχείρισης των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου καταργούνται". Η εξουσία, λοιπόν, εκπροσώπησης στην ομόρρυθμη εταιρία ανήκει στη διοίκηση της, δηλαδή, στους διαχειριστές της (ΑΚ 67). Οι διαχειριστές, βεβαίως, είναι και εκπρόσωποι της εταιρίας (ΑΚ 67, 750, 756), επειδή απλή πτυχή ή ενέργεια -όμως, την πιο σημαντική και χαρακτηριστική- της διαχείρισης συνιστά η εκπροσώπηση.

Τους διαχειριστές, γενικά, ή και τους διαχειριστές με εξουσία εκπροσώπησης, ειδικά, ως και την έκταση των εξουσιών τους, μπορεί να ορίζει η ίδια η εταιρική σύμβαση, στη βάση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως (καταστατική διαχείριση και εκπροσώπηση). Αν η εταιρική σύμβαση σιωπά, ο νόμος σπεύδει να καλύψει το κενό, ορίζοντας αυτός τους διαχειριστές και εκπροσώπους της εταιρίας (νόμιμη διαχείριση και εκπροσώπηση).

Ο ν.4072/2012 στο άρθ. 257 καθιερώνει την ατομική εκπροσώπηση, ως νόμιμο καθεστώς εκπροσώπησης της ομόρρυθμης εταιρίας, με δυνατότητα διαφορετικής, απλώς, πρόβλεψης στην εταιρική σύμβαση. "Κάθε εταίρος" -ορίζει η παράγραφος 1 του άρθρου 257- "έχει εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση".

Επομένως, o προσδιορισμός των εκπροσώπων της ομόρρυθμης εταιρίας σε δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις της, γίνεται με βάση τις διατάξεις της εταιρικής σύμβασης. Αυτή, πράγματι, μπορεί να κατονομάζει τα πρόσωπα των εταίρων με εξουσία εκπροσώπησης, οριοθετώντας, ενδεχομένως, και την σχετική εξουσία τους.

Μπορεί, επίσης, να ορίζει τους διαχειριστές μόνον, χωρίς εξειδίκευση των εξουσιών τους, οπότε οι ίδιοι θα έχουν και την εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας, ως εξουσία ανήκουσα, αυτονόητα, στην ευρύτερη έννοια της διαχειριστικής εξουσίας Για την διαπίστωση, έτσι, των εταίρων με εξουσία εκπροσώπησης, καταλυτικής σημασίας είναι η δημοσίευση του καταστατικού -και των τροποποιήσεων του- στο Γ.Ε.ΜΗ., αφού απ' αυτό -ρητά ή σιωπηρά- θα προκύψει και το εν γένει καθεστώς εκπροσώπησης της εταιρίας.

Η εξουσία εκπροσώπησης, όπως και κάθε διαχειριστική εξουσία, απορρέουσα από την εταιρική σύμβαση και το νόμο, υπόκειται, αυτονόητα, σε περιορισμούς, επιβαλλόμενους από τη φύση της ή και την πηγή προέλευσή της. Οι περιορισμοί, βεβαίως, αυτοί, έχουν πλήρη ισχύ, όσον αφορά την εταιρική σχέση, ώστε επί παραβιάσεως τούτων να δημιουργείται ενοχική, συμβατική, ευθύνη του παραβάτη, έναντι του νομικού προσώπου της εταιρίας, την οποία αυτός εκπροσώπησε.

Επειδή, όμως, η εξουσία εκπροσώπησης εκδηλώνεται με νομικές πράξεις προς τρίτους, ερωτάται, αν και κατά πόσο οι εσωτερικά πλήρως ενεργούντες περιορισμοί επηρεάζουν τις με τους τρίτους δημιουργούμενες σχέσεις. Τέτοιους περιορισμούς, άλλως όρια, στην "εξουσία εκπροσώπησης" θέτουν, γενικά, η εταιρική σύμβαση και ο νόμος.

Ο εκπρόσωπος, δηλαδή, είναι υποχρεωμένος, έναντι της εταιρίας του, να δρα προς τα έξω εντός των ορίων της εξουσίας, που του έχει παρασχεθεί. Όρια θέτουν, ιδίως, οι διαχειριστικοί περιορισμοί από τον προβλεπόμενο στο καταστατικό ή το νόμο τρόπο διαχείρισης (ατομικής, συλλογικής, πλειοψηφικής, συγκεκριμένου εταίρου κ.λπ.), από τον συγκεκριμένο σκοπό της εταιρίας, από την στενή έννοια της διαχείρισης, από την έννοια της συνήθους διοίκησης της εταιρίας, από τις αποφάσεις του συνόλου των εταίρων, από συγκεκριμένες διατάξεις του καταστατικού, από την εναντίωση συνδιαχειριστή εταίρου.

Τα όρια αυτά υποχρεώνουν τον εκπρόσωπο σε συμμόρφωση έναντι της εταιρίας, επειδή έναντι αυτής ενέχεται, ως προς την σύμφωνη με τα συμπεφωνημένα ή το νόμο άσκηση της ανατεθειμένης εξουσίας εκπροσώπησης. Σε περίπτωση, έτσι, που ο εκπρόσωπος δεν σεβαστεί και δεν τηρήσει τα όρια αυτά, ενέχεται, ιδίως, σε αποζημίωση της εταιρίας για παράβαση συμβατικής του υποχρεώσεως.

Έναντι, όμως, των τρίτων τα ίδια όρια στην άσκηση της εξουσίας εκπροσώπησης δεν έχουν -και δεν μπορούν να έχουν- την ίδια περιοριστική ισχύ. Η υπέρβαση, δηλαδή, των ως άνω ορίων δεν έχει, πάντοτε και οπωσδήποτε, ως συνέπεια, τη μη δεσμευτικότητα για την εταιρία των πράξεων του παραβάτη εκπροσώπου με τους τρίτους.

Αν ίσχυε τούτο (η μη δεσμευτικότητα τέτοιων πράξεων για την εταιρία), γενικώς και αδιακρίτως, καμία εμπορική συναλλαγή δεν θα μπορούσε να διεξαχθεί με την αναγκαία για τέτοιες συναλλαγές ταχύτητα και ασφάλεια. Όρια, έτσι, στη εξουσία εκπροσώπησης έναντι των τρίτων, με την έννοια της ισχύος αυτών των ορίων και έναντι των τρίτων, ώστε επί υπερβάσεως αυτών να μην δεσμεύεται, από τις επιχειρηθείσες πράξεις του εκπροσώπου της, η εταιρία, θέτουν μόνον:(α) Η ύπαρξη εξουσίας εκπροσώπησης στο πρόσωπο του ενεργούντος προς τα έξω (στις συναλλαγές) στο όνομα της εταιρίας.

Πράξεις, έτσι, εκπροσώπησης, που επιχειρήθηκαν από εταίρους, χωρίς σχετική εξουσία, κατά το νόμο ή το δημοσιευμένο καταστατικό, ή και από τρίτους, χωρίς πληρεξουσιότητα, δεν δεσμεύουν την εταιρία, παρά μόνον, αν έχει υπάρξει συναίνεση ή εγκρίνουν τις πράξεις οι έχοντες την εξουσία ή όλοι οι εταίροι ή η πλειοψηφία, μόνον, αυτών, αν επιτρέπει τούτο η εταιρική σύμβαση (ΑΚ 236, 229, 68).

Η παρατήρηση αυτή ισχύει για όλες τις περιπτώσεις της νόμιμης ή της καταστατικής διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρίας, είτε, δηλαδή, η σχετική εξουσία απονέμεται με διατάξεις της εταιρικής συμβάσεως, είτε απορρέει ευθέως από το νόμο. Δεν εφαρμόζεται, ως μη αφορώσα την εν λόγω περίπτωση, η διάταξη του εδαφίου γ' § 3 του άρθρου 257 ν. 4072/2012, κατά την οποία "περιορισμοί της εκπροσωπευτικής εξουσίας με την εταιρική σύμβαση ή με απόφαση των εταίρων δεν προβάλλονται στους τρίτους".

Η εν λόγω, πράγματι, διάταξη αφορά τους περιορισμούς στην εξουσία εκπροσώπησης και όχι την ίδια την παροχή της εξουσίας αυτής. (β) Ο σκοπός της εταιρίας. Κατά το νόμο, πράγματι, "αν τελείται πράξη καθ' υπέρβαση του σκοπού της εταιρίας, η υπέρβαση αυτή μπορεί να προταθεί μόνο αν ο τρίτος τη γνώριζε ή όφειλε να τη γνωρίζει..."(άρθρο 257§3, εδ.

β', ν. 4072/2012). H καθ' υπέρβαση, επομένως, του σκοπού επιχειρηθείσα έναντι τρίτου πράξη φαίνεται ότι θα πάσχει από σχετική -υπέρ της εταιρίας- ακυρότητα, αν ο τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την υπέρβαση. Η ακυρότητα θεραπεύεται -ή, έστω, η εκκρεμότητα στην ενέργεια της δικαιοπραξίας αίρεται-, αν έχουν συναινέσει στην πράξη ή την εγκρίνουν όλοι οι (λοιποί) εταίροι.

Αδιευκρίνιστο, εν προκειμένω, παραμένει, ιδίως, το ζήτημα, πότε ο τρίτος "οφείλει" να γνωρίζει την υπέρβαση. Οφείλει, άραγε, να την γνωρίζει, επειδή χρέος του, ως επιμελούς συναλλασσόμενου, είναι να εξετάζει σε κάθε περίπτωση το καταστατικό και τα δημοσιευμένα στο Γ.Ε.ΜΗ. στοιχεία της εμφανιζόμενης ενώπιον του εταιρίας, ώστε να αποφύγει συναλλαγή με ψευδοαντιπρόσωπο ή συναλλαγή καθ' υπέρβαση του εταιρικού σκοπού;

Κατά το άρθρο 251, καταχωριστέα, κατ' ελάχιστον, στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, και ο σκοπός της εταιρίας και ο εκπρόσωπός της. Ορθή φαίνεται η άποψη ότι ο μεν σκοπός της εταιρίας είναι οπωσδήποτε διαγνωστέος από τα καταχωρισμένα στο Γ.Ε.ΜΗ. στοιχεία της εταιρίας και από το καταστατικό της. Αυτόν, καταρχάς, οφείλει να γνωρίζει ο τρίτος.

Μαζί δε με τον σκοπό οφείλει να γνωρίζει και την τυχόν υπέρβασή του, όταν αυτή είναι, ευχερώς, από μόνη τη γνώση του σκοπού, διαγνώσιμη.

Στην περίπτωση αυτή, ο νόμος επιτρέπει να προβάλει η εταιρία κατά του τρίτου την υπέρβαση του σκοπού και το αδέσμευτο, επομένως, αυτής από την πράξη του εκπροσώπου της. Επειδή, όμως, συχνά, αυτή καθ' εαυτή η υπέρβαση δεν απορρέει πάντοτε, ευθέως και αμέσως, από τον προσδιορισμένο σκοπό, ορθά, εν προκειμένω, ο νόμος ορίζει ότι η υπέρβαση προτείνεται κατά του τρίτου, ο οποίος την γνώριζε, κατά τη συναλλαγή με τον εκπρόσωπο, ή όφειλε να την γνωρίζει από οποιαδήποτε, κατά περίπτωση, αιτία, όπως επί συμπαιγνίας ή από στοιχεία άλλης συναλλαγής ή από ενημερωτική προειδοποίηση εταίρου.

Η πράξη εκπροσωπήσεως μπορεί, βεβαίως, να εξυπηρετεί έμμεσα μόνον τον εταιρικό σκοπό, ώστε να μην στοιχειοθετείται, στην περίπτωση αυτή, υπέρβαση. Για τον λόγο αυτόν, η καλή πίστη του τρίτου αρκεί να καλύπτει την περίπτωση αυτή, έστω κι αν δεν υπάρχει, πράγματι, έμμεση σύνδεση πράξης και σκοπού, οπότε η πράξη θα είναι και πάλι δεσμευτική για την εταιρία.

Σε περιπτώσεις αμφιβολίας, πρέπει να θεωρείται -εν είδει μαχητού τεκμηρίου- ότι οι πράξεις των διαχειριστών καλύπτονται από τον εταιρικό σκοπό και, συνεπώς, δεσμεύουν την εταιρία έναντι των τρίτων. Αναλογικά, της ιδίας μεταχείρισης πρέπει να τύχει και η περίπτωση των πράξεων εκπροσώπησης, που επιχειρήθηκαν από διαχειριστές εταίρους έναντι τρίτων, εκτός των ορίων της έννοιας της διαχείρισης -π.χ.

πώληση της εταιρικής επιχείρησης ή εκτός των ορίων της έννοιας της συνήθους διαχείρισης. Και εν προκειμένω, δηλαδή, πρέπει να δεχθεί κανείς ότι τέτοιες πράξεις δεσμεύουν την εταιρία, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την σχετική υπέρβαση, κατά τα ανωτέρω. Αναλογικά, επίσης, πράξεις εκπροσώπησης, που επιχειρήθηκαν από τον έχοντα εκπροσωπευτική εξουσία εταίρο, κατά κατάχρηση, όμως, της σχετικής εξουσίας του (δικαιώματος), με την έννοια της προφανούς αντιθέσεως της πράξεώς του προς τα συμφέροντα της εταιρίας, δεσμεύουν την εταιρία, εκτός αν αυτή αποδεικνύει ότι ο τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση (ιδίως δε, ότι από βαριά αμέλεια την αγνοούσε (ΑΠ 589/2008) (γ) Η εναντίωση συνδιαχειριστή εταίρου, επί ατομικής διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως της εταιρίας, όταν αυτή, κατά τα ανωτέρω, είναι γνωστή, κατά τη συναλλαγή, στον τρίτο.

Η εναντίωση, στην περίπτωση αυτή, θα καθιστά την επιχειρηθείσα πράξη μη δεσμευτική για την εταιρία. Η παρά την εναντίωση ενεργηθείσα πράξη εκπροσώπησης θα δεσμεύει, αντίθετα, την εταιρία, αν ο τρίτος συναλλάχθηκε αγνοώντας την εναντίωση ή η εναντίωση ήταν καταχρηστική ή η πράξη αφορούσε επείγον μέτρο (ΑΚ 751). (δ) Άλλοι περιορισμοί της εξουσίας εκπροσώπησης με την εταιρική σύμβαση ή με αποφάσεις των εταίρων δεν ισχύουν έναντι τρίτων.

Κατά το νόμο, πράγματι, "περιορισμοί της εκπροσωπευτικής εξουσίας με την εταιρική σύμβαση ή με απόφαση των εταίρων δεν προβάλλονται στους τρίτους" (άρθ. 257 § 3, εδ. γ', ν. 4072/2012). Δεν προβάλλονται, δηλαδή, στους τρίτους, ακόμα κι αν έχουν τύχει δημοσιεύσεως στο Γ.Ε.ΜΗ. ή οι τρίτοι τους γνωρίζουν, σε πλήρη αντίθεση με τα προκύπτοντα από τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 93-94 ν. 4635/2019.

Η απόλυτη αυτή θέση της διατάξεως του τελευταίου εδαφίου της §3 του άρθρου 257 δεν φαίνεται να εναρμονίζεται με τα περί καταχρηστικής άσκησης δικαιωμάτων ισχύοντα, τα οποία, βεβαίως, δεν μπορούν και να αναιρεθούν με τη διάταξη, ενόψει και της σχετικής συνταγματικής επιταγής. Χρειάζεται, έτσι, να δοθεί στη διάταξη συσταλτική ερμηνεία.

Δεν μπορεί μεν να απαιτείται από τους συναλλασσόμενους με την εταιρία τρίτους, στους ταχείς ρυθμούς των εμπορικών συναλλαγών, να αναζητούν και να αποκτούν πλήρη και ασφαλή γνώση των ορίων της εξουσίας εκπροσώπησης σε μια εταιρία. Για τις ανάγκες και την ασφάλεια των εμπορικών συναλλαγών, αρκεί η από τους τρίτους γνώση μόνον των εταίρων με εξουσία εκπροσώπησης, του σκοπού της εταιρίας και της τυχόν εναντίωσης συνεταίρου μέχρι την τέλεση της πράξεως, σε περίπτωση ατομικής εκπροσώπησης.

Αν, όμως, το όριο της εξουσίας εκπροσώπησης έχει τεθεί σε γνώση του τρίτου με ιδιαίτερο και αναμφισβήτητο τρόπο -όχι, απλώς, με την οποιαδήποτε καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. ή με μη δυναμένη να επαληθευθεί έγκυρα και έγκαιρα πληροφόρηση-, τούτο οφείλει, προφανώς, να εκλαμβάνεται ως δεσμευτικό και για τους τρίτους όριο εκπροσώπησης Μπορεί, έτσι, να γίνει δεκτό πως και οι περιορισμοί, που τίθενται, ρητά, στο καταστατικό και έχουν καταχωριστεί στη μερίδα του Γ.Ε.ΜΗ., ευκρινώς, δίπλα στα ονόματα των εκπροσώπων, ώστε η εξακρίβωση των προσώπων με εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας να καθιστά, αμέσως, γνωστή στον τρίτο και την έκταση της εξουσίας του εκπροσώπου, μπορεί να αντιταχθεί από την εταιρία εναντίον τους.

Με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους ανακοπής οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι η κρίσιμη σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη, επειδή δεν καλύπτεται από τον εταιρικό σκοπό ή άλλως επειδή καταρτίστηκε καθ' υπέρβαση της εκπροσωπευτικής εξουσίας του τότε εκπροσώπου - διαχειριστή (πρώτου ανακόπτοντος) Π.

Τ. Ότι η ανάληψη ευθύνης από τη σύμβαση εγγύησης δεν έτεινε στην πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού και στην εξυπηρέτηση της εταιρικής επιχείρησης της ομόρρυθμης εταιρείας. Ότι η ομόρρυθμη εταιρεία δεν είχε όφελος ή ενδιαφέρον για την πορεία της πιστούχου ανώνυμης εταιρίας, ώστε να προβαίνει σε ενέργειες για την ενίσχυση της πιστοληπτικής της ικανότητας.

Εξέθεταν ακόμη ότι η τράπεζα ενήργησε εν γνώσει της υπέρβασης του εταιρικού σκοπού, επιδιώκοντας τη μετακύλιση του χρέους της ανώνυμης στη φερέγγυα ομόρρυθμη εταιρεία ή ότι άλλως από βαριά αμέλεια των οργάνων της δεν διέγνωσε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή άλλως την κατάχρηση της εκπροσωπευτικής εξουσίας από τον τότε διαχειριστή.

Ότι η Τράπεζα γνώριζε την προδιαγεγραμμένη οικονομική κατάρρευση της πρωτοφειλέτριας ανώνυμης εταιρείας, οι δε υπάλληλοι που συνεβλήθησαν για λογαριασμό της τράπεζας, γνώριζαν τα ανωτέρω και ότι άλλως μπορούσαν εύκολα να τα διαγνωστούν από τα όργανα της τράπεζας, που έχουν τις σχετικές εξειδικευμένες γνώσεις.

Ότι η τράπεζα, αποβλέποντας να αποτρέψει τη δική της ζημία και να εισπράξει το ποσό των 230.000 ευρώ, δεν έλεγξε την εκπροσώπηση της ομόρρυθμης ή την έλεγξε, αλλά αδιαφόρησε, ενώ όφειλε και μπορούσε να ζητήσει την υπογραφή της σύμβασης ή την έγκριση από τους υπόλοιπους εταίρους. Ότι η υπογραφή της πράξης εγγύησης από τον πρώτο ανακόπτοντα (ήδη α' αναιρεσείοντα Π.

Τ.) είναι πράξη ψευδοαντιπροσώπου, που δεν δεσμεύει την ομόρρυθμη εταιρεία. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, σχετικά με τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "Στον όρο 10 του καταστατικού της ομόρρυθμης εταιρίας, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο υπογραφής της σύμβασης εγγύησης, προβλεπόταν ότι διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας ορίζονται οι Π.

Τ. (α' αναιρεσείων) και Ε. Α., οι οποίοι έχουν το δικαίωμα από κοινού ή ο καθένας χωριστά να εκπροσωπούν την εταιρεία εξώδικα και δικαστικά σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δημόσια αρχή ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, να δημιουργούν δικαιώματα υπέρ της εταιρείας ή να αναλαμβάνουν υποχρεώσεις σε βάρος της, να προσλαμβάνουν και να απολύουν το προσωπικό της εταιρείας και γενικά να ενεργούν κάθε πράξη για την επιτυχία των σκοπών της, υπογράφοντας με την ατομική τους υπογραφή (από κοινού ή ο καθένας χωριστά) κάτω από την εταιρική επωνυμία.

Από τη γενικότητα της ανωτέρω διατύπωσης, που δεν εξαιρεί καμία ανάληψη συμβατικής υποχρέωσης από την εκπροσωπευτική ικανότητα των ανωτέρω δύο προσώπων, έπεται ότι για την ανάληψη οιασδήποτε υποχρέωσης εκ μέρους της πρώτης ανακόπτουσας (ομόρρυθμης) επαρκούσε η υπογραφή ενός μόνον εκ των δύο εκπροσώπων, όπως συνέβη με την υπογραφή της επίδικης σύμβασης.

Η εκπροσωπευτική εξουσία του Π. Τ. ελέγχθηκε από το επιφορτισμένο με τα σχετικά καθήκοντα προσωπικό της τράπεζας, που ορθά έκρινε ότι η εξουσία εκπροσώπησης, που του χορηγείται από το καταστατικό είναι, όπως διατυπώνεται ο σχετικός όρος, επαρκής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η υπογραφή της επίμαχης σύμβασης καλύπτεται και δεν εκφεύγει από τον εταιρικό σκοπό, διότι δεν παρασχέθηκε η εγγύηση προς τρίτο - άσχετο με την ομόρρυθμη νομικό πρόσωπο, αλλά προς την ανώνυμη εταιρεία, με την οποία η εγγυητήρια εταιρεία συναλλασσόταν και συνεργαζόταν, η δε χορήγηση της εγγύησης κατά το έτος 2011 συνέβαλε στην επιτυχή άσκηση της εταιρικής επιχείρησης της ομόρρυθμης.

Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι η σχέση των δύο εταιρειών (ομόρρυθμης και ανώνυμης) ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο παροχής της εγγύησης συμβιωτική. Η κάθε μια ενίσχυε την επιχειρηματική δραστηριότητα της άλλης. Τα αντικείμενά τους ήταν συναφή, όπως συναφείς ήταν και οι εταιρικοί σκοποί τους και επέτρεπαν τη συνεργασία, που πραγματικά αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο εταιριών.

Ειδικότερα, σκοπός της ομόρρυθμης εταιρείας είναι η παραγωγή και εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η εμπορία εξοπλισμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Σκοπός της ανώνυμης είναι - μεταξύ άλλων - η παραγωγή και εμπορία εξοπλισμού παραγωγής ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Η ανώνυμη προμηθευόταν με προνομιακούς όρους εξοπλισμό παραγωγής ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τον μεταπωλούσε στη ομόρρυθμη, που εμπορευόταν τέτοια ενέργεια, την οποία παρήγαγε με τον εξοπλισμό που προμηθευόταν από την ανώνυμη. Κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης η μια εταιρεία ενισχύει με τη δράση της την άλλη και έχει οικονομικό συμφέρον από την επιβίωση της άλλης.

Έτσι, η προμήθεια για τον εξοπλισμό του φωτοβολταϊκού πάρκου της ομόρρυθμης στο Πλατύ Ημαθίας, συνολικής αξίας 1.045.622.06 ευρώ, έγινε από την ανώνυμη (βλ. υπ' αριθμ. ....2009 τιμολόγιο) με όρους προφανώς επωφελείς για την ομόρρυθμη και πάντως σίγουρα επωφελέστερους ως προς το συμφωνηθέν τίμημα και ως προς τους όρους αποπληρωμής σε σχέση με τους όρους που θα συνομολογούσε η ομόρρυθμη, αν προμηθευόταν το ίδιο υλικό από τρίτους προμηθευτές.

Η ανώνυμη εταιρεία προμηθεύτηκε με τη σειρά της από άλλη εταιρεία το σχετικό υλικό, αφού προηγουμένως εξασφάλισε τους αναγκαίους πόρους με χρηματοδότηση, που εξασφάλισε από τραπεζικό δανεισμό. Επισημαίνεται ότι κατά το έτος 2011 υπήρχε ακόμη ανεξόφλητη οφειλή της ομόρρυθμης προς την ανώνυμη από την ανωτέρω σύμβαση πώλησης, ανερχόμενη σε ποσό που ξεπερνούσε σίγουρα τις 159.060 ευρώ, αφού αυτό πληρώθηκε προς την ΕΛΒΙΤΥΛ ΑΕ μετά την είσπραξη της δεύτερης και τρίτης δόσης της επιχορήγησης που έγιναν τον Δεκέμβριο του 2012 και τον Μάρτιο του 2014 αντίστοιχα.

Υπήρχε επομένως πεδίο και κίνητρο για την εκ μέρους της ομόρρυθμης οικονομική υποστήριξη της πιστοληπτικής ικανότητας της ανώνυμης εταιρείας με όρους "δούναι - λαβείν" και ως προς την αποπληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου του τιμήματος. Επιπλέον, οι δύο εταιρείες συνεβλήθησαν από κοινού, ως συνεργαζόμενες επιχειρήσεις, με την εταιρία KLT Energy, η οποία ανέλαβε την ταυτόχρονη κατασκευή των φωτοβολταϊκών σταθμών τόσο της ΕΛΒΙΤΥΛ ΑΒΕΕ ισχύος 500 KWp όσο και της και της πρώτης ανακόπτουσας (ΗΛΙΟΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΟΕ) ισχύος 150 KWp, επιτυγχάνοντας προφανώς, λόγω της μεγαλύτερης συνολικής αξίας του συνολικού αντικειμένου των συμβάσεων, καλύτερους όρους από ό,τι αν είχαν διαπραγματευθεί η κάθε μία χωριστά (βλ.

σχετικά και τις δημοσιεύσεις στις εφημερίδες ΧΡΟΝΙΚΑ από 23.9.2008 και ΕΞΠΡΕΣ από 24.9.2008). Επιπλέον οι τρεις από τους τέσσερεις εταίρους της ομόρρυθμης εταιρείας (ανακόπτοντες) είναι μέτοχοι και μέλη της διοίκησης της ανώνυμης εταιρείας. Ο ομόρρυθμος εταίρος Γ. Τ. (ήδη 3ος αναιρεσείων) ήταν μέλος του ΔΣ της ΕΛΒΙΤΥΛ κατά τα έτη 2003 - 2008, ενώ οι ομόρρυθμοι εταίροι και διαχειριστές της ομόρρυθμης Π.

Τ. και Π. Τ. (1ος και 2η αναιρεσείοντες) συμμετείχαν στο ΔΣ της ΕΛΒΙΤΥΛ ανελλιπώς από το 2003 και εξής, πέραν δε τούτου οι ανωτέρω ομόρρυθμοι εταίροι και ταυτόχρονα μέτοχοι και μέλη του ΔΣ της ΕΛΒΙΤΥΛ Γ., Π. και Π. Τ. είναι αδέρφια. Για τους ανωτέρω λόγους οι δύο εταιρείες γίνονταν εύλογα αντιληπτές στα μάτια των τρίτων - συμβαλλομένων μαζί τους ως συνεργαζόμενες επιχειρήσεις του ίδιου ομίλου συμφερόντων.

Υπό τις ανωτέρω συγκεκριμένες περιστάσεις η εκ μέρους της ομόρρυθμης εταιρείας στήριξη της πιστοληπτικής ικανότητας όχι μιας άσχετης επιχείρησης, αλλά της συνεργαζόμενης επιχείρησης της ανώνυμης εταιρείας έτεινε στην πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού της ομόρρυθμης και ήταν επωφελής και για την ίδια, εφόσον απέβλεπε στη δι' αυτής έμμεση επίτευξη οικονομικού οφέλους και επιπλέον δεν καταρτίστηκε καθ' υπέρβαση της εκπροσωπευτικής εξουσίας του τότε διαχειριστή Π.

Τ. Δεν αποδείχθηκε ούτε δόλος της τράπεζας ούτε αμέλεια και μάλιστα βαριά από την πλευρά της Τράπεζας. Η περί τούτου πεποίθηση δεν επηρεάζεται από το ότι η ανώνυμη οδηγήθηκε τελικά σε πτώχευση τέσσερα έτη μετά την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης. Είναι γεγονός ότι στις αρχές του 2011, όταν υπογράφηκε η σύμβαση εγγύησης, η ανώνυμη αντιμετώπιζε ταμειακή δυσχέρεια, λόγω αδυναμίας είσπραξης απαιτήσεων από πελάτες της, που εκδηλώθηκε το πρώτον στα μέσα περίπου του έτους 2010, αλλά όμως η τύχη της δεν ήταν προδιαγεγραμμένη (στις αρχές του 2011), η έκβαση της πορείας της δεν είχε κριθεί ούτε ήταν μη αναστρέψιμη.

Στις αρχές του 2011 η τράπεζα ζήτησε από την ΕΛΒΙΤΥΛ ΑΕ κάποιας μορφής πρόσθετη εγγύηση για την κάλυψη μέρους της απαίτησής της, ύψους περίπου 230.000 ευρώ, που είχε μείνει, χωρίς εξασφάλιση λόγω της μη εξόφλησης απαιτήσεων της ΕΛΒΙΤΥΛ από πελάτες της, τις οποίες (απαιτήσεις) είχε εκχωρήσει προς την Τράπεζα.

Το εν λόγω κενό καλύφθηκε με την χορήγηση της επίμαχης εγγύησης από την ομόρρυθμη εταιρία, ενώ το ύψος των τότε ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων παρέμενε ακόμη διαχειρίσιμο. Αποδείχθηκε επιπλέον ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της εγγύησης (δηλαδή τον Ιανουάριο του 2011) δεν είχε εκδοθεί κάποια διαταγή πληρωμής σε βάρος της ΕΛΒΙΤΥΛ.

Οι πρώτες διαταγές πληρωμής σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας εκδόθηκαν στα τέλη του 2011 (από τον Νοέμβριο) και εξής. Η ίδια εταιρεία περιήλθε σε κατάσταση αδυναμίας εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της (παύση πληρωμών) το έτος 2014 και κηρύχθηκε σε πτώχευση το έτος 2015, δηλαδή τρία έτη μετά την υπογραφή της επίμαχης σύμβασης εγγύησης (βλ.

και την υπ' αριθμ. 3619/10.3.2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης). Ως εκ τούτου η τύχη της πρωτοφειλέτριας δεν ήταν κατά τις αρχές του 2011 προδιαγεγραμμένη, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ανακόπτοντες. Οι ίδιοι ισχυρίζονται ακόμη ότι ένδειξη της υποτιθέμενης δολιότητας της τράπεζας είναι και το ότι η τράπεζα περιέλαβε στην επίμαχη σύμβαση εγγύησης τον όρο ότι "αν το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή πρόσωπα που συνομολόγησαν τη με αριθμό 585 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό δεν έχουν (ολικά ή μερικά) τη σχετική εξουσία να αντιπροσωπεύουν και να εκπροσωπούν τον πιστούχο, η παρούσα εγγύηση θα ισχύει με τους ίδιους όρους υπέρ των φυσικών αυτών προσώπων, τα οποία σύμφωνα με το άρθρο 231 ΑΚ υπέχουν προσωπική ευθύνη προς την Τράπεζα, αν δεν έχουν εξουσία να αντιπροσωπεύουν και να εκπροσωπούν τον πιστούχο".

Ο εν λόγω επιμέρους ισχυρισμός είναι προδήλως αβάσιμος και άσχετος με τον κρινόμενο λόγο ανακοπής, αφού δεν τίθεται στην κρινόμενη υπόθεση ζήτημα έλλειψης της ικανότητας εκπροσώπησης του προσώπου, που υπέγραψε για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας (ΕΛΒΙΤΥΛ) την υπ' αριθμ. .../2006 σύμβαση ούτε εξάλλου αμφισβητείται τούτο από τους ανακόπτοντες είναι δε εντελώς άλλο το ζήτημα αν είχε εξουσία εκπροσώπησης ο Π.

Τ., που υπέγραψε την από 31.1.2011 σύμβαση εγγύησης για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας (και πάντως όχι τη σύμβαση υπ' αριθμ. .../2006 για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρίας). Πέραν τούτου το ενδεχόμενο να αξιοποίησε η Τράπεζα κατά τρόπο παράνομο και αθέμιτο την πρόσβασή της σε πληροφόρηση για την οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτριας ανώνυμης εταιρείας, την οποία (πληροφόρηση) δεν διέθετε η ομόρρυθμη εταιρεία (δια των εκπροσώπων της) αποκλείεται νομικά και λογικά, διότι διαχειριστές - εκπρόσωποι της ομόρρυθμης εταιρίας ήταν (εκτός της Ε.

Α.) ο πρώτος ανακόπτων - Π. Τ. μέχρι και το έτος 2013 και η δεύτερη ανακόπτουσα - Π. Τ. από το έτος 2013 και εξής, οι οποίοι ήταν, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, μέλη και του Δ.Σ. της πρωτοφειλέτριας Α.Ε. Επομένως η τράπεζα εύλογα εξελάμβανε (δια των εκπροσωπούντων αυτήν προσώπων) ότι η ομόρρυθμη εταιρεία γνώριζε άριστα την οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτριας τόσο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης όσο και καθ' όλη της εξέλιξη της συμβατικής σχέσης, αφού τελούσε οπωσδήποτε σε γνώση αυτής τουλάχιστον ο ένας (ή η μια) εκ των εκάστοτε εκπροσώπων - διαχειριστών της.

Στερείται νομικού ερείσματος και λογικής βάσης η αξίωση να ενημερώσει η τράπεζα το νομικό πρόσωπο της εγγυήτριας - ομόρρυθμης εταιρείας για την οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτριας - ανώνυμης εταιρείας, αφού οι ανωτέρω εκπρόσωποι της ομόρρυθμης ήταν ταυτόχρονα μέλη της διοίκησης της ανώνυμης εταιρείας και επομένως γνώριζαν την οικονομική της κατάσταση καλύτερα ακόμη και από την ίδια την Τράπεζα.

Επιπλέον το γεγονός ότι η Τράπεζα γνώριζε την εταιρική σύνθεση των δύο εταιρειών και τη συμμετοχή εταίρων της ομόρρυθμης στη διοίκηση της ανώνυμης δεν συνιστά επιχείρημα, που επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων σε βάρος της Τράπεζας, αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνει την πεποίθηση των εκπροσώπων της Τράπεζας ότι η ομόρρυθμη εταιρεία γνώριζε την οικονομική κατάσταση της ανώνυμης εταιρείας και ενίσχυε τη βεβαιότητά τους περί της στενής συνεργασίας μεταξύ των δύο επιχειρήσεων (εγγυήτριας και πρωτοφειλέτριας).

Υπό τις ανωτέρω περιστάσεις ήταν εύλογο και δικαιολογημένο να πιστεύουν ότι η ομόρρυθμη είχε συμφέρον να στηρίξει την πιστοληπτική ικανότητα της συνεργαζόμενης ανώνυμης εταιρείας. Επιπλέον το γεγονός ότι η Τράπεζα γνώριζε τη φερεγγυότητα της ομόρρυθμης εταιρείας είναι άνευ σημασίας, αφού εξ ορισμού οι δανείστριες τράπεζες δέχονται εγγυήσεις μόνον από πρόσωπα, των οποίων τη φερεγγυότητα έχουν ελέγξει και επαληθεύσει, αφού αυτό είναι το νόημα της εγγύησης εν γένει.

Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αν και κατά πόσο η επίμαχη σύμβαση εγγύησης αποδείχθηκε τελικά επιζήμια και όχι επωφελής για την ομόρρυθμη εταιρεία, στο πλαίσιο της γενικότερης συνεργασίας της με την ανώνυμη εταιρεία, αφορά τις σχέσεις των ομορρύθμων εταίρων μεταξύ τους και πάντως δεν επηρεάζει την υποχρέωση που εγκύρως, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, αναλήφθηκε εκ της ομόρρυθμης εταιρίας, κατά τρόπο δεσμευτικό για όλους τους ομόρρυθμους εταίρους, συνεπεία της εκ του νόμου ευθύνης τους για τα εταιρικά χρέη.

Πρόσθετα, πρέπει να επισημανθεί ότι η εν λόγω εγγύηση παρασχέθηκε όχι από τον Π. Τ., προσωπικά, αλλά από την ομόρρυθμη εταιρεία "... και Σία ΟΕ", ώστε να μη γίνεται λόγος για σύναψη σύμβασης της ανώνυμης πρωτοφειλέτριας εταιρείας με τα πρόσωπα της παρ. 5 του άρθρου 23 του ν. 2190/1920, ούτε για άκυρη, συνεπεία της απαγόρευσης που απορρέει από την τελευταία διάταξη του νόμου, σύμβαση εντολής μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας και του Π.

Τ. και χωρίς μάλιστα να συντρέχει περίπτωση οφέλους του τελευταίου από την πράξη στην οποία μετήλθε το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας και συνεπώς κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας της ομόρρυθμης εταιρείας για ίδια οφέλη του τελευταίου. Κατόπιν τούτων, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με σχετικό λόγο της έφεσης (και όχι με λόγο ανακοπής κατά της ένδικης διαταγής πληρωμής) δεν ασκούν έννομη επιρροή".

Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε ως ουσία αβάσιμους τους δεύτερο και τρίτο λόγους ανακοπής που οι εκκαλούντες επανέφεραν με τον πρώτο λόγο έφεσης. Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι: α) Η εκπροσωπευτική εξουσία του Π. Τ. ελέγχθηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας, που ορθά έκρινε ότι η εξουσία εκπροσώπησης, που του χορηγείται από το καταστατικό είναι επαρκής, β) η υπογραφή της κρίσιμης σύμβασης εγγύησης καλύπτεται και δεν εκφεύγει του εταιρικού σκοπού, διότι η εγγύηση δεν παρασχέθηκε προς τρίτο - άσχετο με την ομόρρυθμη- νομικό πρόσωπο, αλλά προς την πρωτοφειλέτιδα ανώνυμη εταιρεία, με την οποία η εγγυητήρια εταιρεία συναλλασσόταν και συνεργαζόταν, η δε χορήγηση της εγγύησης κατά το έτος 2011 συνέβαλε στην επιτυχή άσκηση της εταιρικής επιχείρησης της ομόρρυθμης, αφού η σχέση των δύο εταιρειών (ομόρρυθμης και ανώνυμης) ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο παροχής της εγγύησης, συμβιωτική με την έννοια ότι η κάθε μια ενίσχυε την επιχειρηματική δραστηριότητα της άλλης, τα δε αντικείμενά τους ήταν συναφή, όπως συναφείς ήταν και οι εταιρικοί σκοποί τους και επέτρεπαν τη συνεργασία, που πραγματικά αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο εταιριών, γ) οι τρεις από τους τέσσερεις εταίρους της ομόρρυθμης εταιρείας (ανακόπτοντες) είναι μέτοχοι και μέλη της διοίκησης της ανώνυμης εταιρείας και συγκεκριμένα ο ομόρρυθμος εταίρος Γ.

Τ. (ήδη 3ος αναιρεσείων) ήταν μέλος του ΔΣ της ΕΛΒΙΤΥΛ κατά τα έτη 2003 - 2008, ενώ οι ομόρρυθμοι εταίροι και διαχειριστές της ομόρρυθμης Π. Τ. και Π. Τ. (1ος και 2η αναιρεσείοντες) συμμετείχαν στο ΔΣ της ΕΛΒΙΤΥΛ ανελλιπώς από το 2003 και εξής, πέραν δε τούτου οι ανωτέρω ομόρρυθμοι εταίροι και ταυτόχρονα μέτοχοι και μέλη του ΔΣ της ΕΛΒΙΤΥΛ Γ., Π.

και Π. Τ. είναι αδέρφια. Για τους ανωτέρω λόγους οι δύο εταιρείες γίνονταν εύλογα αντιληπτές στα μάτια των τρίτων - συμβαλλομένων μαζί τους ως συνεργαζόμενες επιχειρήσεις του ίδιου ομίλου συμφερόντων, δ) η εκ μέρους της ομόρρυθμης εταιρείας στήριξη της πιστοληπτικής ικανότητας όχι μιας άσχετης επιχείρησης, αλλά της συνεργαζόμενης επιχείρησης της ανώνυμης εταιρείας, έτεινε στην πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού της ομόρρυθμης και ήταν επωφελής και για την ίδια, εφόσον απέβλεπε στη δι' αυτής έμμεση επίτευξη οικονομικού οφέλους, ε) υπό τις συνθήκες αυτές η τράπεζα εύλογα εξελάμβανε ότι η ομόρρυθμη εταιρεία γνώριζε άριστα την οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτριας τόσο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης όσο και καθ' όλη της εξέλιξη της συμβατικής σχέσης, αφού τελούσε οπωσδήποτε σε γνώση αυτής τουλάχιστον ο ένας (ή η μια) εκ των εκάστοτε εκπροσώπων - διαχειριστών της, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 254 § 3 και 257 § 3 ν.4072/2012 αλλά και 288 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο, με σαφείς και επαρκείς, χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες και ανέλεγκτα αναιρετικώς επιχειρήματα, που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ότι η σύναψη της σύμβασης εγγύησης μεταξύ των δύο εταιριών (ΟΕ και ΑΕ) δεν ευρίσκετο εκτός του εταιρικού σκοπού της πρώτης και ότι σε κάθε περίπτωση ενόψει των συνθηκών που είχαν διαμορφωθεί, η υπερ ής η εγγύηση τράπεζα, δεν ενήργησε δολίως ή από βαριά αμέλεια, ορθά εκλαμβάνοντας ότι η ομόρρυθμη εταιρεία γνώριζε άριστα την οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτριας τόσο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης όσο και καθ' όλη της εξέλιξη της συμβατικής σχέσης, αφού τελούσε οπωσδήποτε σε γνώση αυτής τουλάχιστον ο ένας (ή η μια) εκ των εκάστοτε εκπροσώπων - διαχειριστών της.

Επισημαίνεται δε ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης συντείνουν στο ότι οι σχέσεις μεταξύ των δύο εταιριών ήταν διαχρονικά συμβιωτικές και αλληλένδετες, επιμέρους δε σημεία που επισημαίνονται με τους συναφείς πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, πλήττουν το ανέλεγκτο περί τα πράγματα παραδοχών και δεν οδηγούν σε σφάλματα της προσβαλλομένης που να την καθιστούν αναιρετέα εκ του λόγου αυτού.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη την τον ισχυρισμό των ανακοπτόντων/εκκαλούντων περί γενικού δόλου της τραπέζης και τον απέρριψε με σαφείς αιτιολογίες, όπως προεκτέθηκε. Επομένως, οι απολύτως συναφείς πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης εκ των αριθ. 1, 8 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την απόρριψη του πρώτου λόγου έφεσης, ο οποίος αφορούσε τους δεύτερο και τρίτο λόγους ανακοπής, που απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα, από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, που ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του, ή πρόκειται για ισχυρισμό, ο οποίος παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 382/2021, 268/2021, ΑΠ 231/2020).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, όπως η τελευταία ίσχυε πριν την αντικατάστασή της από τα άρθ. 29 και 120 Ν. 4842/2021, ΦΕΚ Α 190, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία` αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Όλες, όμως, οι ανωτέρω αναφερόμενες ενστάσεις, όταν προτείνονται, για πρώτη φορά με τις προτάσεις του εκκαλούντος εναγομένου, ερευνώνται παραδεκτά, από το Εφετείο, μόνο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, βάσει άλλου λόγου εφέσεως και τη διακράτηση, από αυτό της υποθέσεως (ΑΠ 396/2022, ΑΠ 268/2021, ΑΠ 1114/2019, ΑΠ 347/2012).

Κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014).

Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 1/2017, ΑΠ 991/2007, ΑΠ 339/2006), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 370/2012).

Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΟλΑΠ 43/2005, ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 587/2024, ΑΠ 149/2022, ΑΠ 933/2011ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 259/2002).

Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 911/2005).

Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1943/2017).

Με τον τέταρτο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 23α του ν.2190/1920 απορρίπτοντας τον δεύτερο λόγο έφεσής τους και μη λαμβάνοντας υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι η σύμβαση εγγύησης ήταν άκυρη λόγω της σχέσης που συνέδεε τις δύο εταιρίες ήτοι την πρωτοφειλέτιδα και την εγγυήτρια, διότι αυτή δόθηκε κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων, αφού κατά τον χρόνο που δόθηκε η εγγύηση δεν είχε παρασχεθεί προηγουμένως άδεια από την ΓΣ της ΑΕ όπως προβλέπεται στο άρθ. 23α §§ 2,5 και 6 του ν.2190/1920.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 5-8-2020 έφεσης των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι αυτοί με τον 2ο λόγο της πρόβαλαν την ακυρότητα της παρασχεθείσας υπό της ΟΕ εγγύησης κατά παράβαση του άρθ. 23α ν.2190/1920 παραπονούμενοι ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν και έκανε δεκτό ότι οι δύο εταιρίες αποτελούσαν συνεργαζόμενες επιχειρήσεις του ιδίου ομίλου συμφερόντων, δεν έκρινε ότι η παρασχεθείσα σύμβαση εγγυήσεως ήταν απολύτως άκυρη διότι παραβιάστηκε η διάταξη του άρθ. 23α του ν. 2190/1920.

Ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο δικόγραφο της αναιρέσεως ότι ζήτησαν με την από 28-3-2016 ανακοπή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την ακύρωση της υπ'αριθ. 616/2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για το λόγο αυτό, τον οποίο (έδει να αναφέρουν ότι) επανέφεραν παραδεκτώς με λόγο έφεσης κατά της απορριπτικής διάταξης ενώπιον του Εφετείου ή ότι δεν ερευνήθηκε αυτός από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Αντίθετα, από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής προκύπτει ότι ο ισχυρισμός τους αυτός δεν προτάθηκε με λόγο ανακοπής κατά της εις βάρος τους εκδοθείσης διαταγής πληρωμής και συνεπώς δεν απετέλεσε αντικείμενο της επι της ανακοπής δίκης. Με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 "σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη", το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες.

Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ` αρ. Ζ1-178/13.2.2001 των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ` αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ.

στ' της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1331/2012). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 "για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, "η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου".

Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και "οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως "καταναλωτής" θεωρείται "κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του".

Εξάλλου, με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξης ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β`), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β`) και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β`). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής, και όχι επαγγελματικά, όπως είναι σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών" όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 368/2019) και όχι η διατύπωσή του, οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται.

Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ` αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1463/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ.

α` του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.

Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 199/2024, ΑΠ 1738/2009, ΑΠ 16/2009, ΑΠ 989/2004).

Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους.

H ως άνω ευρεία έννοια του καταναλωτή ήταν ασύμβατη με την στενή έννοια του ορισμού του καταναλωτή που υιοθετούνταν στο ενωσιακό δίκαιο, γεγονός που προκαλούσε αξιολογική αντινομία κατά την ενσωμάτωση Οδηγιών μέγιστης εναρμόνισης, η δε συνύπαρξη στο ίδιο νομοθετικό πλαίσιο ουσιωδώς διαφορετικών ορισμών, δεδομένου ότι η στενή έννοια του καταναλωτή υιοθετούνταν ήδη σε επιμέρους διατάξεις του ως άνω προϊσχύοντος πλαισίου, είχε ως άμεση συνέπεια τη δημιουργία παραδοξοτήτων και αξιολογικών αντινομιών έτσι ώστε το ως άνω νομοθετικό καθεστώς απέβαινε συχνά δυσμενέστερο, σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και για τους ίδιους τους προμηθευτές, γεγονός που περιήγαγε τις επιχειρήσεις με έδρα την Ελλάδα σε μειονεκτικότερη θέση από άποψη ανταγωνισμού.

Για τον λόγο αυτό, με το άρθρο 100 του ν. 4512/2018 τροποποιήθηκε ριζικά ο ορισμός της έννοιας του καταναλωτή, το δε κριτήριο του "τελικού αποδέκτη" εγκαταλείφθηκε πλήρως και ολοκληρωτικά. Πλέον, ως καταναλωτής ορίζεται το φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, βιοτεχνική, ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα (βλ.

άρθρο 1α του ν. 2251/1994). Ουσιαστικό κριτήριο της έννοιας αποτελεί η "ερασιτεχνική ιδιότητα" του καταναλωτή, όχι όμως υπό την έννοια της μη εξοικείωσης αυτού με τη συγκεκριμένη κατηγορία συναλλαγής, αλλά υπό την έννοια ότι ο σκοπός της συναλλαγής εξυπηρετεί ιδιωτικές του ανάγκες. Επομένως, από την έννοια του καταναλωτή εκφεύγουν τα νομικά πρόσωπα και οι ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, υπό τη δικαιολογική βάση ότι τα πρόσωπα αυτά στο πλαίσιο της δραστηριότητάς τους οφείλουν να επιδεικνύουν αυξημένο βαθμό επιμέλειας.

Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 111 του ν. 4512/2018, οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις που έχουν συναφθεί έως και τις 17.3.2018 παρά μόνο στις ανανεώσεις των συμβάσεων αυτών. Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών.

Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ.

α` του ν.2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές.

Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους.

Μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής συμβάσεως έναντι της κύριας οφειλής, κατ` άρθρο 847 ΑΚ, γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης - δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.

Ήδη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ήδη ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του (ΟλΑΠ 13/2015, ΑΠ 199/2024, ΑΠ 1463/2017).

Περαιτέρω, ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.

Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ.

Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ` απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών.

Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ` επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ` αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 430/2005).

Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 ν.2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ), σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την υπ` αριθμό 30/14-2-2000 (ΦΕΚ Α` 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής σχετικά με τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, και, συνεπώς, είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, δεδομένου ότι η πρώτη από τις ως άνω διατάξεις αναφέρεται στο επιτόκιο Euribor, το οποίο αποτελεί το μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ επί τη βάση των ανακοινώσεων επιλεγμένων τραπεζών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν λόγω καταθέσεων, και όρισε ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται με πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, οι δε τόκοι θα λογίζονται με βάση το έτος των 360 ημερών και θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης.

Σημειωτέον, πάντως, ότι η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του σχετικού λόγου της ανακοπής επιφέρει, όπως ήδη εκτέθηκε, μόνο τη μερική ακύρωση αυτής και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 753/1995). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ11/2017, 7/2006, 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ανακόπτοντες με τον δέκατο λόγο της ανακοπής τους εκθέτουν ότι με όρο της ένδικης αρχικής σύμβασης, που αποτελεί γενικό όρο των συναλλαγών, συμφωνήθηκε ότι ο τόκος υπολογίζεται τοκαριθμικώς με βάση έτος 360 ημερών και ότι, ενόψει του όρου αυτού, η καθής η ανακοπή υπολόγισε τους τόκους επί του οφειλόμενου κεφαλαίου με βάση το έτος διάρκειας 360 και όχι 365 ημερών, όπως όφειλε, με συνέπεια την παράνομη αύξηση των τόκων κατά ποσοστό 1,3889% ετησίως και, τελικώς, την επιβάρυνσή τους με επιπλέον ποσό τόκων 78.264,13 ευρώ, πλην, όμως, ο υπολογισμός αυτός είναι αντίθετος στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 2251/1994, καθόσον ο ανωτέρω όρος προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, αφού ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον πιο πάνω λόγο της ανακοπής ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι, υπό τα εκτιθέμενα, ο συγκεκριμένος συμβατικός όρος είναι νόμιμος κατ` άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2842/2000, καθόσον η ένδικη σύμβαση δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 97/7/ΕΚ που ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με την ΚΥΑ 21- 178/13.2.2001, που δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον "οι κανόνες αυτοί αφορούν τις συναλλαγές που γίνονται με κάρτες - την εναρμόνιση με τις διατάξεις της Συστάσεως 97/489/ ΕΚ της Επιτροπής της 30ης Ιουλίου 1997 "σχετικώς με τις συναλλαγές που γίνονται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του εκδότη και του κατόχου" (...) την καταναλωτική πίστη - προσαρμογή της κοινής Υπουργικής Αποφάσεως ΦΙ-983/91 προς τις διατάξεις της Οδηγίας 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουάριου 1998 "σχετικώς με την τροποποίηση της Οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη....Πέραν τούτου από τα προσκομιζόμενα έγγραφα στοιχεία προκύπτει ότι στην ένδικη σύμβαση γίνεται ρητή αναφορά του υπολογισμού των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, στον σχετικό υπό τον αριθμό 3 όρο της, έχοντος κατά λέξη ως ακολούθως: "Ο εκτοκισμός του λογαριασμού της πίστωσης Θα γίνεται στο τέλος κάθε ημερολογιακού τριμήνου (31η Μαρτίου, 30η Ιουνίου, 30η Σεπτεμβρίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους) και στη συνέχεια κατά συνεχόμενο ημερολογιακό τρίμηνο με βάση έτους 360 ημερών από ημέρα σε ημέρα για πραγματικό αριθμό ημερών".

Ο όρος αυτός, που φέρει αληθώς τα χαρακτηριστικά γενικού όρου των συναλλαγών, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ευθέως και σαφώς διατυπούμενος στην ένδικη σύμβαση δεν μπορεί a priori να θεωρηθεί αδιαφανής και εντεύθεν καταχρηστικός και, συνεπώς, άκυρος, αφού τούτο εξετάζεται, εν όψει και των ορισμών του εδαφίου β' της παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, κατά περίπτωση, υπό τη θεώρηση δε αυτή των πραγμάτων οι εκπρόσωποι της ομόρρυθμης εταιρίας - που τυγχάνει εμπορική εταιρία με αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας - ήταν πρόσωπα εξοικειωμένα επί σειρά ετών με σύνθετες εμπορικές συναλλαγές και δη με τραπεζικές συναλλαγές, με συχνή επαφή με το τραπεζικό σύστημα.

Σημειωτέον ότι η ομόρρυθμη εταιρία είχε λάβει και η ίδια δάνεια σημαντικού ύψους, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά διαλαμβανόμενα. Οι εκπρόσωποί της ήταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, απολύτως σε θέση, εν όψει και της εμπειρίας τους περί τις τραπεζικές χρηματοδοτήσεις, να κατανοήσουν ότι η μείωση του εύρους της χρονικής βάσεως του κατ' έτος υπολογισμού των τόκων της ενδίκου πιστώσεως απέληγε σε, μικρή μεν, υπαρκτή δε, επιβάρυνση του συμφωνηθέντος επιτοκίου, ώστε, τελικά, να μη μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση, εν προκειμένω της αρχής της διαφάνειας από πλευράς της πιστοδότριας - τραπέζης ".

Ήδη με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο αυτού σκέλος, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι απορρίπτοντας τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ.6 του ν.2251/1994, σε συνδυασμό με την Κοινοτική Οδηγία 98/7/ΕΚ ενσωματωθείσα στο εθνικό δίκαιο με την Κ.Υ.Α.

Ζ1-178/13-2-2001, και του άρθρου 243 § 3 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση. Ο λόγος αυτός α) κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διατάξεων της Κ.Υ.Α. Ζ1-178/13-2-2001, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον η πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση είχε καταργηθεί και εφαρμοστέα ήταν η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010, που εκδόθηκε προς ενσωμάτωση της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα και την οποία δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε στην υπό κρίση περίπτωση, αφού αφορά καταναλωτικά δάνεια και όχι τις τραπεζικές χορηγήσεις όπως η προκείμενη διαφορά, και β) κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του άρθρου 243 § 3 ΑΚ είναι, επίσης, αβάσιμος, διότι και η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση διαφορά, αφού με αυτήν ρυθμίζεται ο τρόπος υπολογισμού των προθεσμιών, ενώ με την προσβαλλομένη δεν υπολογίσθηκε κάποια προθεσμία.

Όμως, κατά τα λοιπά, το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αφενός μεν τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 3 § 1 ν. 2842/2000 και της υπ` αριθμ. 30/14-2-2000 πράξης του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφετέρου δε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου του άρθ. 2 §§ 6 και 7 του ν.2251/1994, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ ήσαν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ο τρόπος υπολογισμού των τόκων δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συμφωνίας, παρά τη συνδρομή στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων της ιδιότητας του καταναλωτή, κατά την έννοια του Ν.2251/1994, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες ως εγγυητές της πρωτοφειλέτιδος ήταν οι τελικοί αποδέκτες του επιχειρηματικού δανείου.

Ο όρος όμως αυτός είναι άκυρος και καταχρηστικός, αδιαφανής και δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση σε βάρος του καταναλωτή, ενόψει του ότι προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, επιφέρει σημαντική και ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος των αναιρεσειόντων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αδιαφάνεια και μη ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού σε βάρος των καταναλωτών.

Η παράνομη και καταχρηστική αυτή χρήση ημερολογιακού έτους 360 ημερών, κατ`εφαρμογή του ως άνω άκυρου ΓΟΣ της επίμαχης σύμβασης, επέδρασε στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού και συνεπώς η απαίτηση της αναιρεσίβλητης δεν είναι εκκαθαρισμένη, με αποτέλεσμα να είναι ακυρωτέα η διαταγή πληρωμής μόνον κατά το άκυρο μέρος της.

Επομένως, το Εφετείο, με την προαναφερθείσα κρίση του, παραβίασε τους ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου κανόνες με τη μη εφαρμογή τους, ενώ ήταν εφαρμοστέοι και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο αυτού σκέλος με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, καθόσον για το ορισμένο του σχετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, α) ότι η αναιρεσιβαλλομένη ασχολήθηκε με το ζήτημα του δεδικασμένου και β)το αντικείμενο του δεδικασμένου της απόφασης από την οποία προκύπτει το δεδικασμένο, γ)τα ζητήματα που κρίθηκαν τότε με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης και δ)οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟλΑΠ 1339/1985 ΕλλΔνη 1985.1141, ΑΠ 169/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες αναφέρουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση σιγή δέχθηκε ότι δεν προκύπτει δεδικασμένο από την υπ'αριθ. 368/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, επομένως σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα του δεδικασμένου, το οποίο έδει να προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση, την οποία δεν μνημονεύουν, επικαλούμενοι την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου μάλλον ως νομολογία, την οποία θα έπρεπε να λάβει υπόψη του το Εφετείο, κρίνοντας ότι πρόκειται περί ομοίου νομικού ζητήματος με τους ίδιους μεν διαδίκους πλην όμως αφορώσα άλλη διαταγή πληρωμής.

V. Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών".

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 AK, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως.

Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν.128/1975 , δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του.

Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβαρύνσεως, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξεως "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξεως σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές.

Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδοτήσεως των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ` ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα.

Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγορεύσεως μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν.128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν.128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 AK, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον Ν.128/1975 , αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου.

Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το Ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσεως που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών.

Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θεσπίσεως ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του Ν.128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου συμβάσεως πιστώσεως, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν.128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ` άρθρο 174 του AK, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελευθέρου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων (AΠ 368/2019, ΑΠ 917/2011).

Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στο δανειολήπτη αποτέλεσε από την ισχύ του Ν. 128/1975, συναλλακτική πρακτική των τραπεζών στην παγίωση της οποίας, συντέλεσαν: α) Το ότι τα μεταγενέστερα νομοθετήματα, που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο, ανέφεραν γενικά, ότι η εισφορά βαρύνει τη συναλλαγή (δάνεια-πιστώσεις).

Με τη διάταξη δε του άρθρου 22 του ν. 2515/1997 καθορίστηκε ρητά, ότι για τα δάνεια από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα του εξωτερικού, υπόχρεος για την απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειολήπτης, εξαλείφοντας έτσι το συγκριτικό μειονέκτημα που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του δανεισμού από το εσωτερικό, τερματίζοντας την απώλεια εσόδων υπέρ του κοινού λογαριασμού και αποκαθιστώντας ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ δανεισμού από το εσωτερικό και το εξωτερικό.

β) Το ότι το ύψος του συντελεστή καθόλο το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς κλιμακώθηκε ποσοστιαία, κατά τρόπο που αποσκοπεί στην ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών, όπως με το άρθρο 8 ν. 2459/1997 απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δικαίου που κατοικούν ή έχουν έδρα σε νησιά με πληθυσμό κάτω από 3100 κατοίκους και το άρθρο 19 παρ. 4β` του ν. 3152/2003 κατά το οποίο απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις, προς τις Ι.Μονές του Αγίου Όρους και οι δανειοδοτήσεις από την Τράπεζα Εμπορίου και Αναπτύξεως Εύξεινου Πόντου και από την Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Αν η εν λόγω εισφορά εβάρυνε τα πιστωτικά ιδρύματα δεν θα θεσπίζοταν οι παραπάνω εξαιρέσεις και γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη από την έναρξη εφαρμογής του Ν. 128/1975, ουδέποτε θεώρησε, ότι η εν λόγω εισφορά επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε ο διοικητικός καθορισμός από μέρους της, του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων - χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993.

Εξάλλου, και υπό το καθεστώς ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων, η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε την υποχρέωση για ξεχωριστή αναφορά της σχετικής επιβάρυνσης με αποφάσεις της (ΠΔ/ΤΕ 1969/1991 και 2501/2002). Η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, στο άρθρο 82 αυτής, επεκτείνει την υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την Τράπεζα και στην επιβολή "ειδικών εισφορών" και η εισφορά του Ν.128/1975 είναι μια τέτοια ειδική εισφορά. Ωστόσο, η μετακύλιση αυτή της ανωτέρω εισφοράς στον πιστούχο - δανειολήπτη, ενόψει και της ανωτέρω ΠΔΤΕ, μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφανείας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005). Έτσι, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν.128/1975 , προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (α) 368/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ανακόπτοντες - αναιρεσείοντες με τον όγδοο λόγο της ανακοπής τους ζήτησαν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, διότι, με βάση όρο της ένδικης δανειακής σύμβασης, επιβαρύνθηκαν παρανόμως με εισφορά του ν.128/1975, συνολικού ποσού 1.352,39 ευρώ, άλλως δε τη μεταρρύθμιση αυτής με μείωση του επιτασσόμενου ποσού κατά το ανωτέρω ποσό. Στον λόγο της ανακοπής τους δεν αναφέρουν πουθενά για παραβίαση της αρχής διαφάνειας εκ μέρους της πιστώτριας τράπεζας διότι ο σχετικός όρος δεν αναφερόταν στην σύμβαση εγγυήσεως αλλά μόνον στην σύμβαση δανείου. Το Εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι η μετακύλιση της ανωτέρω εισφοράς ήταν νόμιμη, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση τηρήθηκε για τη μετακύλιση αυτή και η αρχή της διαφάνειας, αφού στην ανακοπή ρητά αναγράφεται ότι υπήρχε όρος στη σύμβαση περί προσαύξησης του επιτοκίου με την εισφορά του ν.128/1975.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 του ν.128/1975 και 22 του ν. 2515/1997.

Περαιτέρω, η ενώπιον του Αρείου Πάγου προβολή για πρώτη φορά του ισχυρισμού περί παραβιάσεως της αρχής της διαφάνειας, καθιστά το λόγο απαράδεκτο κατ'άρθ. 562 § 2 ΚΠολΔ, αφού οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν αν και με ποιο τρόπο πρότειναν τον σχετικό ισχυρισμό ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και εάν τον επανέφεραν και με ποιο τρόπο ενώπιον του Εφετείου. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραδοχή ως βασίμου του πέμπτου λόγου της αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρθηκε (έρευνα του δέκατου λόγου της ανακοπής), στη συνέχεια δε, πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης και της αυτοτελώς υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180 § 1, 182 § 3, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

• Αναιρεί κατά το στο σκεπτικό αναφερόμενο μέρος την υπ` αριθ.1/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

• Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

• Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς παραβόλου.

Και

• Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη και την αυτοτελώς υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ