Legislator Case Law & Legislation
1979/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming violation of common sense regarding prior wills and evidence re-evaluation.

Case Number 1979/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court violated the teachings of common sense by ignoring prior public wills establishing them as heirs. The court rejected this, ruling that specific factual circumstances do not constitute legal teachings and that the lower court was not permitted to re-evaluate evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: The teachings of common sense are general principles derived from empirical observation, not specific factual circumstances; courts cannot re-evaluate evidence under the guise of violating these teachings.

Keywords

AI generated
teachings of common sense evidence re-evaluation violation of common sense public wills appellate review standards

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 94 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1979 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1979/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 18η Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. συζ. Ν. Β., το γένος Π. Μ., 2) Α. - Ν. συζ. Γ. Κ., το γένος Π. Μ., κατοίκων Ν. Ηρακλείου Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωκράτη Μαρινάκο και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ν. Μ. του Π., κατοίκου Ν. Ηρακλείου Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ιερού Ενοριακού Ναού Αγίου Νεκταρίου Ν. Ηρακλείου Αττικής, που βρίσκεται στο Ν. Ηράκλειο Αττικής επί των οδών Αγίου Νεκταρίου και Θριάμβου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Πρωτοπρεσβύτερο Ν. Κ., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Τασίας Βασιλακοπούλου-Πουλή και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιούμενη στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής, Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Λειτουργίας, Διεύθυνση Κοινωφελών Περιουσιών, Τμήμα Εκκαθάρισης, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10168/2018 μη οριστική, 10471/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1353/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-7-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων που παραστάθηκαν ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14 /07/2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αριθμ. 1353/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων,κατά την τακτική διαδικασία. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 § 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της.

Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται, ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (ΑΠ 394/2019, ΑΠ 1023/2017, ΑΠ 1045/2017). Επίσης, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο φερόμενος έως τη συζήτηση της υπόθεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντα, που φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο για τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως πλέον οφείλει να εξετάσει το Δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών.

Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, θεωρείται, ότι ο αναιρεσείων δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται, ότι επιμελήθηκε τη συζήτηση της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται πλέον η διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (ΑΠ 32/2022, ΑΠ 4/2017).

Και τούτο, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα καταστρατηγείται η διάταξη του άρθρου 104 του ΚΠολΔ, κατά την οποία μόνο για τις προπαρασκευαστικές πράξεις θεωρείται, ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, υπό την αίρεση όμως ότι, στη συνέχεια, θα αποδειχθεί ρητή πληρεξουσιότητα στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 1048/2005, ΑΠ 16/2005).Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ο 3ος από τους αναιρεσείοντες Ν.

Μ., οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως, προκύπτει από την με επίκληση προσκομιζόμενη από τις παριστάμενες πρώτη και δεύτερη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 848Γ'/15-11-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή, στο Εφετείο Αθηνών Γ. Κ., προς τον αναιρεσίβλητο Ιερό Ναό, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Αποδεικνύεται, ωστόσο, ότι ο δικηγόρος Σωκράτης Μαρινάκος, που υπέγραψε το αναιρετήριο είχε ρητή πληρεξουσιότητα από τον ανωτέρω απολειπόμενο αναιρεσείοντα να ασκήσει για λογαριασμό του την ένδικη αίτηση αναίρεσης και να επισπεύσει τη συζήτησή της (βλ. το με επίκληση προσκομιζόμενο υπ'αριθμ. 2016/15-7-2021 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Λιόση).

Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 576§2 του ίδιου κώδικα, να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του.

Α1. Από τις διατάξεις των άρθρων 1874, 1876, 1877, 1096, 1098 ΑΚ συνάγεται ότι ο κακόπιστος νομέας δηλαδή εκείνος που γνωρίζει ή από βαριά αμέλειά του αγνοεί ότι δεν δικαιούται να νέμεται τα κληρονομιαία, όπως και ο καλόπιστος νομέας, για τον μετά την επίδοση της περί κλήρου αγωγής χρόνο, υποχρεούται να αποδώσει τα ωφελήματα που έχουν εξαχθεί από τα πράγματα, όπως και εκείνα που δεν εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, οι δε σχετικές αξιώσεις ασκούνται είτε με την περί κλήρου αγωγή είτε και αυτοτελώς χωρίς να προσαπαιτείται η προηγούμενη μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομίας (ΑΠ 448/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 249 ΑΚ, εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Περαιτέρω με το άρθρο 250 αρ. 17 ΑΚ θεσπίζεται εξαίρεση της, κατά το άρθρο 249 ΑΚ, παραγραφής των αξιώσεων και σύμφωνα με αυτό οι, από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 1096, 1098 ΑΚ, αξιώσεις παραγράφονται σε πέντε χρόνια(ΑΠ 1290/2019, ΑΠ 1771/2014, ΑΠ 1927/2014).

Τέλος, κατά τα άρθρο 261 και 263 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.

Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Από τις διατάξεις αυτές του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σαφώς προκύπτει, ότι ως επανέγερση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία (ΑΠ 1771/2014, ΑΠ 997/1999).

Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν το αίτημα της μεταγενέστερης αγωγής είναι ελαττωμένο σε σχέση με εκείνο της προγενέστερης, όπως και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξιώσεως υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 125/2020, ΑΠ 113/2019, ΑΠ 768/2016, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 190/2008).

Επομένως, εάν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από της τελεσιδικίας της απόφασης που απέρριψε για λόγους μη ουσιαστικούς την προηγούμενη αγωγή αυτού ή, εντός της προβλεπομένης βραχύτερης προθεσμίας, προκειμένου περί αξιώσεων που υπόκεινται σε βραχύτερη προθεσμία, η αποσβεστική προθεσμία λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της αρχικής αγωγής (ΑΠ 113/2019, ΑΠ 404/2008).

Καθίσταται δε, τελεσίδικη η πρωτόδικη οριστική απόφαση, που απέρριψε την αγωγή λόγω αοριστίας, εκτός άλλων περιπτώσεων, με την παραίτηση από τα ένδικα μέσα, η οποία, εφόσον έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατ' αυτής, γίνεται κατά το διαγραφόμενο στο άρθρ. 297 ΚΠολΔ του ιδίου κώδικα τρόπο, ενώ εάν γίνει πριν από την άσκηση του ενδίκου μέσου, οπότε αφορά το δικαίωμα προς άσκησή του και υποδηλώνει στην ουσία αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης, δεν υπόκειται στη ρύθμιση του άρθρ. 297 ΚΠολΔ, αλλά μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή και σιωπηρώς, όπως συμβαίνει στην περίπτωση άσκησης νέας αγωγής από τον ενάγοντα έχουσας το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα με την προηγούμενη, που απορρίφθηκε ως αόριστη, συναγομένης εντεύθεν αποδοχής της απορριπτικής απόφασης και παραίτησης από τα ένδικα μέσα κατ' αυτής, με συνέπεια την τελεσιδικία της (ΑΠ 743/2018).

Σε κάθε δε περίπτωση η νέα αγωγή (έχουσα την ίδια ιστορική και νομική αιτία), μπορεί να ασκηθεί και πριν τελεσιδικήσει η απόφαση που απέρριψε την προηγούμενη (ΑΠ 743/2018, ΑΠ 2074/07).2. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 10/2011, Ολ.

ΑΠ 2/2011). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον πρώτο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Στις 16-12-1996 απεβίωσε, χωρίς να αφήσει τέκνα, στη Νέα Ιωνία Αττικής η Σ.

χήρα Κ. Κ., το γένος Ι. Κ., κάτοικος εν ζωή Ν. Ηρακλείου - Αττικής (βλ. αντίγραφο της υπ' αρ. 441/τ.ΚΘ/1996 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου Μεταμορφώσεως Αττικής).Η ανωτέρω θανούσα κατέλιπε την υπ'αρ.3.657/ 14-6-1994, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Τ.-Λ., δημόσια διαθήκη της, νομίμως δημοσιευθείσα με το υπ'αρ.2001/1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τ.2007, αρ. 2001, α.α. 11),δυνάμει της οποίας εγκατέστησε κληρονόμους της:

α) τον αναδεκτό της, Α. Χ. του Μ., στο ισόγειο κατάστημα, έκτασης 34,22 τ.μ., που βρίσκεται, στη Ν. Ιωνία Αττικής επί της οδού Αλ. Παναγούλη αρ, 9Β, και β)την αδελφή της, Μ., σύζυγο Ι. Τ., το γένος Ι. Κ., κάτοικο Ρουμανίας, σε όλη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία της. Επίσης, με τη διαθήκη αυτή ορίστηκε α) εκτελεστής διαθήκης η Τ.

Β.-Π., νυν πληρεξούσια δικηγόρος του ενάγοντος-εκκαλούντος Ιερού Ναού, και β) ότι, σε περίπτωση προαποβίωσης της αδελφής της, να περιέλθει όλη η περιουσία της στο ενάγον Ν.Π.Δ.Δ. Την 11η-3-1995 προαποβίωσε η ως άνω αδελφή της διαθέτιδος (βλ. το υπ' αρ. 264.181/10-3-1995 πιστοποιητικό θανάτου του Τοπικού Συμβουλίου του Δήμου Targoviste-Ληξιαρχείου Ρουμανίας), με αποτέλεσμα να υπεισέλθει το ενάγον στην εν λόγω κληρονομιά, ως υποκατάστατος κληρονόμος, κατ' άρ. 1809 Α.Κ.

Με την ιδιότητά του αυτή, το ενάγον άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπ' αρ. εκθ. κατ. Γ.Α.Κ. 7.196/ Α.Κ.Δ.1.113/8-2-1999 αγωγή του, η οποία επεδόθη στους εναγόμενους την 9η-2-1999 (βλ. τις υπ' αρ. 5.724, 5.725, 5.726, 5.727 και 5.728/9-2-1999 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ.

Δ.). Επί της τελευταίας ως άνω αγωγής, εκδόθηκε η 6.506/2008 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της μεταγενέστερης υπ' αρ. 6.256/12-1-1995, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Γ., δημόσιας διαθήκης της ίδιας ως άνω διαθέτιδος, ελλείψει συνείδησης των πραττομένων, κατ' άρ. 1719 περ.3 Α.Κ.

Με την τελευταία, δε, ως άνω διαθήκη, η θανούσα εγκαθιστούσε κληρονόμους της τους εναγόμενους και τους γονείς τους στις ειδικότερα αναφερόμενες στη διαθήκη, οριζόντιες ιδιοκτησίες, καθώς και τον προαναφερόμενο αναδεκτό της στο ίδιο ως άνω ισόγειο κατάστημα, στο οποίο τον είχε εγκαταστήσει κληρονόμο και με την προγενέστερη ένδικη διαθήκη της.

Η 6.506/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της έφεσης των εναγόμενων, με την 4.997/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και αμετάκλητη, κατόπιν της απόρριψης της αναίρεσης που άσκησαν οι εναγόμενοι, με την 840/2-5-2013 απόφαση του Αρείου Πάγου. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει με σαφήνεια ότι οι εναγόμενοι ήταν κακόπιστοι νομείς από τον χρόνο κτήσης της νομής των ακινήτων, διότι στήριζαν το δικαίωμά τους, στην ως άνω διαθήκη, την ακυρότητα της οποίας, ελλείψει συνείδησης των πραττομένων της διαθέτιδος, γνώριζαν.

Επομένως, γνώριζαν αυτοί ότι δεν δικαιούνται στη νομή των κληρονομιαίων πραγμάτων και ότι έχουν υποχρέωση να αποδώσουν τα ωφελήματα που εξήγαγαν από την κληρονομιαία περιουσία, τα οποία αντιστοιχούν στα μισθώματα που εισέπραξαν, όπως αυτά αναλύονται ανωτέρω. Η αξίωση όμως, περί απόδοσης των μισθωμάτων, συνολικού ύψους 2.198,60 € που αφορά το έτος 2006, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 του Α.Κ., γενομένης δεκτής της ένστασης παραγραφής που πρότειναν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι και επανέλαβαν στο παρόν Δικαστήριο, με τις προτάσεις τους, διότι το πρώτον με την κρινόμενη αγωγή (που επεδόθη στους εναγόμενους 10-10-2017) το ενάγον αιτείται το εν λόγω ποσό.

Αντίθετα, ως προς τα λοιπά κονδύλια (ωφελήματα) έχει επέλθει διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος, η οποία απερρίφθη ως αόριστη, ασκήθηκε δε η νέα, ένδικη αγωγή εντός της νόμιμης προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 263 παρ.2 Α.Κ. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι το ενάγον είχε ασκήσει την προγενέστερη αρ.κατ.Γ.Α.Κ.39.701/Α.Κ.Δ.4.858/2- 4-2015 όμοια με την ένδικη αγωγή του, στην οποία εξέθετε τα ίδια πραγματικά περιστατικά, αξιώνοντας την καταβολή από τους εναγόμενους των ίδιων ωφελημάτων που αιτείται με την κρινόμενη αγωγή, διαφοροποιούμενη μόνο ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, από την οποία αξίωνε μικρότερο ποσό, ύψους 33.225,306, διότι δεν συμπεριλάμβανε τα μισθώματα του έτους 2006 από εκμίσθωση του ισόγειου καταστήματος Κ2.

Εκείνη, όμως η αγωγή απορρίφθηκε με την 3492/28-4-2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφερόταν στο δικόγραφο της αγωγής ότι οι εναγόμενοι ήταν καλόπιστοι ή κακόπιστοι, ώστε να εφαρμοστούν ανάλογα οι διατάξεις των άρ. 1874 ή 1877 Α.Κ., αντίστοιχα. Εν συνεχεία, ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, η οποία επεδόθη στους εναγόμενους στις 10-10-2017 (βλ.

τις υπ αρ. 6.544Δ, 6.543Δ και 6.542Δ/10-10-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Γιάννη Μαργαρίτη), με την οποία το εκκαλούν, επικαλούμενο τα ίδια με την προηγούμενη ως άνω αγωγή του πραγματικά περιστατικά, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν τα προαναφερόμενα ποσά που αντιστοιχούν στα ωφελήματα που εξήγαγαν από την επίδικη κληρονομιαία περιουσία, κατ' εφαρμογή του άρ. 1877 Α.Κ., διότι ήταν κακόπιστοι νομείς, καθόσον γνώριζαν, άλλως αγνοούσαν από βαριά αμέλεια ότι δεν τυγχάνουν κληρονόμοι της ανωτέρω θανούσας.

Με τον τρόπο αυτό, το ενάγον με τη νέα αγωγή του επέφερε τις αναγκαίες διαφοροποιήσεις, με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες και ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης, υπέρ της οποίας ζητείται δικαστική προστασία.

Εξάλλου, με την άσκηση της νέας, ένδικης αγωγής, συνάγεται σιωπηρή αποδοχή της 3492/28-4-2017 απορριπτικής απόφασης και παραίτησης από τα ένδικα μέσα κατ' αυτής, με συνέπεια την τελεσιδικία της, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη. Επομένως, απορριπτέα κρίνεται η ένσταση παραγραφής που πρότειναν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι και επαναλαμβάνουν με τις προτάσεις τους στη δευτεροβάθμια αυτή δίκη, ότι η αγωγική αξίωση περί απόδοσης ωφελημάτων έχει παραγραφεί, διότι παρήλθε πενταετία από την τελεσιδικία, με την 4.997/30-9-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, της 6.506/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της υπ' αρ. 6.256/1995 δημόσιας διαθήκης της διαθέτιδος, γεγονός που οδήγησε στην εγκατάσταση του ενάγοντος ως κληρονόμου.

Ειδικότερα, οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η πρώτη αγωγή είχε ως νομική βάση το άρ. 1874 Α.Κ., ενώ η ένδικη το άρ. 1877 Α.Κ. Ο ισχυρισμός αυτός όμως, στηρίζεται σε εσφαλμένη πραγματική βάση, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 3.492/28-4-2017 απόφασή του έκρινε ότι η προγενέστερη όμοια με την ένδικη, αγωγή ήταν αόριστη, διότι δε γινόταν αναφορά στην καλοπιστία ή κακοπιστία των εναγόμενων, χωρίς να τίθεται ζήτημα ουσιαστικού δεδικασμένου.

Άρα, αφού η αρχική αγωγή απερρίφθη λόγω αοριστίας, το ενάγον δεν κωλύεται, εφόσον η αρχική του αγωγή απερρίφθη για τυπικούς λόγους, να ασκήσει νέα αγωγή, πληρούσα τους όρους του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ., με όμοιο αίτημα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα ότι η προγενέστερη αγωγή στηριζόταν στη διάταξη του άρ. 1874 Α.Κ., ενώ η ένδικη στη διάταξη του άρ. 1877 Α.Κ.

και απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο την ένσταση παραγραφής για όλες τις αγωγικές αξιώσεις, έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου καθώς και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφήνοντας, τελικά, ανικανοποίητη την αξίωση του ενάγοντος για παροχή έννομης προστασίας και παραβιάζοντας το δικονομικό δεδικασμένο που απορρέει από την 3.492/28-4-2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η αρχική αγωγή ήταν αόριστη, διότι δε γινόταν αναφορά στην καλοπιστία ή κακοπιστία των εναγόμενων. ................>>.

Κατόπιν, των ανωτέρω το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δικάζοντας την ένδικη αγωγή δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των 39.030,14 €, τη δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των τριάντα μία χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα τριών ευρώ των 31.993,35 € και τον τρίτο εναγόμενο να καταβάλει στο ενάγον το ποσό το ποσό των 34.432,18 €, ωφελήματα, τα οποία, ως κακόπιστοι νομείς, αποκόμισαν από τα κληρονομιαία ακίνητα, νομιμοτόκως, από την επομένη της επίδοσης της προγενέστερης αρ.

κατ. Γ.Α.Κ.39.701/Α.Κ.Δ.4.858/2-4-2015 αγωγής, διότι δεν αποδείχθηκε όχληση των εναγόμενων σε προγενέστερο χρόνο. Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερόμενες στη μείζονα νομική σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δη εκείνες των άρθρων 261 παρ.1 εδ.

α' και 263 του ΑΚ, καθόσον, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο των ως άνω αγωγών, ήτοι της από 02/04/2015 και της ένδικης από 05/10/2017, τις οποίες ως διαδικαστικά έγγραφα παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), η ένδικη υπόθεση αφορούσε αγωγή με αντικείμενο την απόδοση ωφελημάτων από τους εναγομένους κακόπιστους νομείς των κληρονομιαίων ακινήτων στο ενάγον ΝΠΔΔ Ιερό Ναό, κληρονόμο τούτων, ερειδομένη στην αυτή νομική και ιστορική αιτία, όπως και η πρώτη αγωγή που είχε το ίδιο αντικείμενο και την ίδια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία, νομική και ιστορική αιτία, με τις αναγκαίες όμως διαφοροποιήσεις σε σχέση με την πρώτη αγωγή, με τις οποίες συμπληρώθηκαν οι ασάφειες και οι ελλείψεις της πρώτης αγωγής, που προκάλεσαν την απόρριψη αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αόριστης.

Επομένως, δεν επρόκειτο περί αγωγής, ερειδομένης επί διαφορετικής ιστορικής και νομικής αιτίας, με βάση διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες στον σχετικό πρώτο αναιρετικό λόγο. Η κατά τα άνω δε ταυτότητα της θεμελίωσης των ως άνω αγωγών αρκεί για την επέλευση της οριζομένης στη διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ συνέπειας, δηλαδή της μη συμπλήρωσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος.

Β. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1β' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνο όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό.

Ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Α.Π. 1053/2021, Α.Π.115/2010). Για την πληρότητα όμως του προβλεπόμενου από την ως άνω διάταξη σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου προς εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τί συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 1541/2013, ΑΠ 974/2010, ΑΠ 229/09, ΑΠ 474/07), γιατί, αλλιώς, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (ΑΠ 5/2011).

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. (ΑΠ 45/2019, ΑΠ 1662/2012, ΑΠ 2195/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του τις με επίκληση προσκομισθείσες από τους ήδη αναιρεσείοντες, προγενέστερες, υπ' αριθμ. 14557/1990 και 14601/1990 δημόσιες διαθήκες, με τις οποίες η διαθέτης Σ.

Κ. είχε εγκαταστήσει κληρονόμους της τους αναιρεσείοντες και τους γονείς τους, γεγονός που καταδεικνύει ότι όταν οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι εγκαταστάθηκαν στη νομή των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων, με βάση την ένδικη υπ' αριθμ. 6256/1995 δημόσια διαθήκη, η ακυρότητα της οποίας, αμετακλήτως, αναγνωρίσθηκε, με την 4997/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, θεωρούσαν καλόπιστα τους εαυτούς τους κληρονόμους της ανωτέρω διαθέτιδας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον τα ως άνω αναφερόμενα, ως διδάγματα της κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, ούτε, εξάλλου, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, αναφέρονται, στο λόγο αυτό, για την πληρότητά του, οι κανόνες δικαίου στους οποίους η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων έγινε κατά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (ΑΠ 2211/2013, ΑΠ 5/2011, ΑΠ 2044/2006).

Σε κάθε δε περίπτωση, με το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, απαραδέκτως, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14/07/2021 αίτηση των Β. συζ. Ν. Β., το γένος Π. Μ., Α. - Ν. συζ. Γ. Κ., το γένος Π. Μ. και Ν. Μ. του Π. για αναίρεση της 1353/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ