Supreme Court partially allows appeal on penalty reduction due to more favorable new criminal law provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a mixed court's conviction for human trafficking, focusing solely on the sentencing aspect. The defendant argued for a lighter penalty based on new laws that came into effect after the original judgment. The court applied the principle of favoring the accused by adopting the newer, more lenient statutory framework for the final sentencing phase.
Legislator headnote
AI generatedArticles 351 and 514 of the Criminal Code; The Supreme Court must apply the most favorable law in force at the time of judgment when reviewing appeals, even if the defendant does not appear.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1979 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1979/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 15 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Π. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νικολακόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 314/2018 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 2916/4.3.2019 αίτησή της, καθώς και στους από 27.9.2019 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 461/2019.
Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνον ως προς την διάταξη της περί επιβολής ποινής, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 1-3-2019 και με αριθμό γενικού πρωτ.2916/4-3-2019 νομότυπη και εμπρόθεσμη αίτηση της Μ. Π. του Λ. που ασκήθηκε με δήλωση επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και οι επ'αυτής από 27-9-2019 πρόσθετοι λόγοι που κατατέθηκαν επίσης νομότυπα και εμπρόθεσμα, για αναίρεση της 314/5-11-2018 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης και πρέπει να εξεταστούν στην ουσία.
Κατά το άρθρο 351 του προϊσχύσαντος ΠΚ παρ.1 και 4, όπως η πρώτη παράγραφος ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 5 παρ.2 Ν.4198/2013,1. "όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς ανάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευση του, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ",4]με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα έως εκατό χιλιάδων ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αν η πράξη α]...β]...γ]...δ] τελείται κατ'επάγγελμα.
Οι παραπάνω διατάξεις προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον για πάταξη της εκμετάλλευσης της ακολασίας και αποσκοπούν να καταπολεμήσουν κάθε μορφής επιρροή που έχει ως άμεση συνέπεια τη γενετήσια εκμετάλλευση του ανθρώπινου σώματος. Παθητικό υποκείμενο του εγκλήματος της σωματεμπορίας μπορεί να είναι άνδρας ή γυναίκα, ανεξάρτητα από το αν είναι αμέμπτων ηθών ή όχι.
Στο έγκλημα της σωματεμπορίας της παρ.1 της άρθρου 351 ΠΚ ο όρος "προσλαμβάνει" έχει την έννοια ότι ο δράστης με εξαναγκαστικά μέσα ή με την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας πετυχαίνει να αποδεχθεί το θύμα πρόταση του δράστη για τη γενετήσια εκμετάλλευσή του από αυτόν ή άλλον επηρεάζοντας έτσι άμεσα και επιλήψιμα τη σχετική βούληση του τελευταίου [ΑΠ 755/2017, ΑΠ 1423/2013].Το άρθρο 351 του προισχύσαντος ΠΚ., που προέβλεπε το αδίκημα της σωματεμπορίας, όπως αναγράφεται, καταργήθηκε από την ισχύ του νέου ΠΚ [Ν.4619/2019], δεν καταργήθηκε όμως ως αξιόποινη πράξη η προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη δηλαδή δεν κατέστη ανέγκλητη, αλλά ενσωματώθηκε στο άρθρο 323Α του ισχύοντος πλέον Π Κ [Ν.4619/2019], "Εμπορία ανθρώπων" 1.
Όποιος με τη χρήση βίας, απειλής βίας ή άλλων εξαναγκαστικών μέσων ή με επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας στρατολογεί, απάγει, μεταφέρει, κατακρατεί παράνομα, υποθάλπει, παραδίδει ή παραλαμβάνει άλλον με σκοπό την εκμετάλλευσή του, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή ενώ κατά την παρ.3 περ.α' του ίδιου άρθρου, η πράξη αυτή τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή όταν η πράξη αυτή τελείται κατ' επάγγελμα.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 323 Α' Η έννοια της "εκμετάλλευσης" στις προηγούμενες παραγράφους περιλαμβάνει τον πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους από: α]....,β]...,γ]...,δ....,ε]....ζ]..., στ] την τέλεση από αυτό γενετήσιων πράξεων, πραγματικών ή προσποιητών ή την παροχή εργασίας ή υπηρεσιών που έχουν ως αποκλειστικό σκοπό τη γενετήσια διέγερση [γενετήσια εκμετάλλευση].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδαφ. στ' ΠΚ., που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, που συντρέχει και στην κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του.
Εξάλλου κατά το άρθρο 45 Π Κ " Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος .Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές.Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της πληρότητας της αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 45 Π Κ., πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών του δράστη.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα αποδεικτικό μέσο.
Ωστόσο, πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο μερικά από αυτά προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ως προς τα οποία η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολογική συσχέτιση αφορά στην ουσία της υποθέσεως και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 314/2018 απόφασή του κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, ένοχη, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 δ' και ε' ΠΚ, για σωματεμπορία κατ' επάγγελμα από κοινού με τον συγκατηγορούμενο Σ. Δ. και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε [5] ετών που μετέτρεψε σε χρηματική ποινή. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση διαλαμβάνει στο σκεπτικό τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, απ' όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την απολογία της κατηγορουμένης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Η κατηγορούμενη Μ. Π. και ο κατηγορούμενος Σ. Δ. από κοινού, στη …, κατά το διάστημα από την 10 Ιανουαρίου 2007, ενεργώντας κατ' επάγγελμα, με τη χρήση βίας, απειλής και άλλων εξαναγκαστικών μέσων, κατακράτησαν πρόσωπο για να προβούν οι ίδιοι και άλλοι στη γενετήσια εκμετάλλευσή του. Συγκεκριμένα άγνωστης ταυτότητας μέλη εγκληματικής οργάνωσης, δραστηριοποιούμενα στη … και στην …, παρέσυραν, με την υπόσχεση παροχής εργασίας και έφεραν στην … την ευρισκόμενη σε κατάσταση ένδειας και έχουσα απόλυτη ανάγκη για εργασία νεαρή Ρουμάνα υπήκοο A. - P. S..
Εκεί το ένα από τα μέλη της οργάνωσης με το μικρό όνομα Δ., βιάζοντας τρεις φορές την παραπάνω παθούσα, απειλώντας την επανειλημμένα ότι θα την παραδώσει σε βίαιους Αλβανούς και θα σκοτώσει την ίδια και τα μέλη της οικογένειάς της και αφαιρώντας το διαβατήριό της και το κινητό τηλέφωνό της, έκαμψε την αντίστασή της, απέκλεισε κάθε δυνατότητά της για ελεύθερη επιλογή και την εξανάγκασε έτσι να αποδεχθεί την πρότασή του να εκδίδεται έναντι αμοιβής σε αόριστο αριθμό ανδρών είτε κατ' εντολή του είτε κατ' εντολή άλλων τους οποίους ο ίδιος θα υποδείκνυε.
Αμέσως μετά το προαναφερόμενο μέλος της οργάνωσης, στα πλαίσια καταρτισθείσας συμφωνίας, παρέδωσε την παθούσα στους Ι. Ε. και Π. Π., οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι τη γνωστή σ' αυτούς κατάσταση πλήρους καθυποταγής της, την εγκατέστησαν διαδοχικά σε ξενοδοχείο της … και σε μισθωμένο διαμέρισμα, όπου, επί δεκαπενθήμερο περίπου, την κρατούσαν χωρίς τη θέλησή της με σκοπό να την εκδίδουν έναντι αμοιβής σε αόριστο αριθμό ανδρών.
Στη συνέχεια, ο Δ. στο πλαίσιο άλλης συμφωνίας, παρέδωσε την παθούσα στους κατηγορουμένους Μ. Π. και Σ. Δ., οι οποίοι την παρέλαβαν στη ... και εκμεταλλευόμενοι και αυτοί την γνωστή σ! αυτούς κατάσταση καθυποταγής της, την εγκατέστησαν αρχικά στο σπίτι του κατηγορουμένου Σ. Δ. και μετά σε άλλο μισθωμένο διαμέρισμα (στην οδό ...), όπου την κατακρατούσαν χωρίς τη θέληση της με σκοπό να την εκδίδουν αντί αμοιβής σε αόριστο αριθμό ανδρών, στους οποίους και την εξέδιδαν.
Από την υποδομή που διαμόρφωσαν οι κατηγορούμενοι Μ. Π. και Σ. Δ. με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης τους προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, προκειμένου να αποκομίσουν έσοδα από τη γενετήσια εκμετάλλευση της παθούσας. Η παθούσα δεν εκπορνευόταν στη Ρουμανία, ούτε ήλθε με τέτοιο σκοπό στην Ελλάδα (αλλά προκειμένου να δουλέψει ως λαντζέρισα), αλλά φοβήθηκε από τις απειλές του ανωτέρω Δ.
και την καταπίεση (βιασμούς) των πρώτων ημερών της έλευσής της στη Ελλάδα, καθώς και από άλλα εξαναγκαστικά μέτρα, όπως την αφαίρεση και κατακράτηση του διαβατηρίου της, με συνέπεια να ενδώσει στις απαιτήσεις των δύο πρώτων κατηγορουμένων, που είχαν πλήρη γνώση όλων των ανωτέρω περιστατικών και τα εκμεταλλεύθηκαν, προκειμένου να αποκομίσουν χρηματικό όφελος από την έκδοση της σε τρίτους άνδρες, την οποία οι ίδιοι οργάνωναν και επόπτευαν (ανευρίσκοντας οι ίδιοι τους πελάτες, καθορίζοντας τον τόπο, τον τρόπο, και το χρόνο της συνεύρεσης, σε ξενοδοχεία και σπίτια, καθορίζοντας αμοιβή 120 ευρώ για κάθε συνεύρεση, ενώ η ίδια η πρώτη κατηγορουμένη παραδέχθηκε στην απολογία της ότι περιέγραφε στους ερχόμενους με εκείνη σε επικοινωνία υποψήφιους πελάτες την παθούσα/ βλ.
και παραδοχή του δεύτερου ότι τη μετέφερε σε ξενοδοχείο της πόλης, ενώ την είχε για λίγες ημέρες εγκαταστήσει στο σπίτι του). Περαιτέρω εξαναγκαστικά μέτρα που χρησιμοποίησαν, περιάγοντας την παθούσα σε ευάλωτη θέση, ήταν η οικονομική της αδυναμία (ένδεια) στην οποία τη διατήρησαν, καθόσον δεν της άφηναν χρήματα από όσα κέρδιζε από τις επ'αμοιβή συνευρέσεις της, με συνέπεια να μην μπορεί να κινηθεί αυτονόμως και να απεγκλωβισθεί από τον εξαναγκασμό τους, ενώ αυτή φυλασσόταν και στο διαμέρισμα της …, όπου την εγκατέστησαν, από τρίτο πρόσωπο συνεργάτη τους (τον Β.) κατακρατούμενη και χωρίς να έχει ελευθερία κινήσεων.
Αυτά αποδεικνύονται και από το γεγονός ότι, μόλις μπόρεσε να ανασυγκροτήσει στοιχειωδώς τις δυνάμεις της, κατάφερε να διαφύγει και να απευθυνθεί στην αστυνομία του αεροδρομίου της …ς, το δε διάστημα που έμεινε συνολικώς στην Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα μικρό (δύο μήνες περίπου μόνο), πράγμα που δεν θα συνέβαινε εάν συναινούσε να ασκήσει το επάγγελμα της πόρνης και δεν εξαναγκαζόταν σ' αυτό".
Στην συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε την κατηγορούμενη Μ. Π. ομόφωνα ΕΝΟΧΗ του ότι: από κοινού με τον κατηγορούμενο Σ. Δ., στη …, κατά το διάστημα από την 10 Ιανουαρίου 2007, περίπου, έως τις 21-1-2007, ενεργώντας κατ' επάγγελμα, με τη χρήση βίας, απειλής και άλλου εξαναγκαστικού μέσου κατακράτησαν πρόσωπο για να προβούν οι ίδιοι και άλλοι στη γενετήσια εκμετάλλευσή του.
Συγκεκριμένα, άγνωστης ταυτότητας μέλη εγκληματικής οργάνωσης, δραστηριοποιούμενα στη … και στην … παρέσυραν, με την υπόσχεση παροχής εργασίας και έφεραν στην … την ευρισκόμενη σε κατάσταση ένδειας και έχουσα απόλυτη ανάγκη για εργασία νεαρή Ρουμάνα υπήκοο A. - P. S.. Εκεί το ένα από τα μέλη της οργάνωσης με το μικρό όνομα Δ., βιάζοντας τρεις φορές την παραπάνω παθούσα, απειλώντας την επανειλημμένα ότι θα την παραδώσει σε βίαιους Αλβανούς και θα σκοτώσει την ίδια και τα μέλη της οικογένειάς της και αφαιρώντας το διαβατήριό της και το κινητό τηλέφωνό της, έκαμψε την αντίσταση της, απέκλεισε κάθε δυνατότητα της για ελεύθερη επιλογή και την εξανάγκασε έτσι να αποδεχθεί την πρότασή του να εκδίδεται έναντι αμοιβής σε αόριστο αριθμό ανδρών είτε κατ' εντολή του είτε κατ' εντολή άλλων τους οποίους ο ίδιος θα υποδείκνυε.
Αμέσως μετά το προαναφερόμενο μέλος της οργάνωσης, στα πλαίσια της καταρτισθείσας συμφωνίας, παρέδωσε την παθούσα στους Ι. Ε. και Π. Π., οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι τη γνωστή σ' αυτούς κατάσταση πλήρους καθυποταγής της, την εγκατέστησαν διαδοχικά σε ξενοδοχείο της … και σε μισθωμένο διαμέρισμα, όπου, επί δεκαπενθήμερο περίπου, την κρατούσαν χωρίς τη θέλησή της με σκοπό να την εκδίδουν έναντι αμοιβής σε αόριστο αριθμό ανδρών.
Στη συνέχεια, ο Δ. στα πλαίσια άλλης συμφωνίας, παρέδωσε την παθούσα στους κατηγορουμένους Μ. Π. και Σ. Δ., οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι και αυτοί την γνωστή σ' αυτούς κατάσταση καθυποταγής της, την παρέλαβαν και την εγκατέστησαν αρχικά στο σπίτι του κατηγορουμένου Σ. Δ. και μετά σε άλλο μισθωμένο διαμέρισμα, όπου την κατακρατούσαν χωρίς τη θέλησή της με σκοπό να την εκδίδουν αντί αμοιβής σε αόριστο αριθμό ανδρών, στους οποίους και την εξέδιδαν.
Από την υποδομή που διαμόρφωσαν οι κατηγορούμενοι Μ. Π. και Σ. Δ. με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης τους προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, αποκομίζοντας έσοδα από τη γενετήσια εκμετάλλευση της παθούσας.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματεμπορίας, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1,45,351 παρ.1 -4δ'ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε με ευθύ ή με πλάγιο τρόπο, στερώντας δηλαδή την απόφασή του από νόμιμη βάση με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές.
Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα σχετικά με τις ακριβείς συνθήκες τελέσεως της πράξεως της σωματεμπορίας από κοινού κατ' επάγγελμα από την αναιρεσείουσα και τον συγκατηγορούμενό της Σ. Δ.. Ειδικότερα αναφέρεται η κατακράτηση της παθούσας αλλοδαπής γυναίκας και τα εξαναγκαστικά μέσα με τα οποία αρχικά πέτυχε την κατακράτησή της με την άφιξή της στην … από …, ο άγνωστος δράστης με το όνομα "Δ.", ο οποίος βιάζοντας επανειλημμένα την παθούσα, της αφαίρεσε το διαβατήριο και το κινητό της τηλέφωνο και απειλούσε αυτή ότι θα την παραδώσει σε βίαιους Αλβανούς και θα σκοτώσει την ίδια και την οικογένειά της και έτσι με τον τρόπο αυτό κατάφερε να κάμψει την αντίστασή της και να αναγκασθεί αυτή να αποδεχθεί την πρότασή του να εκδίδεται έναντι αμοιβής σε αόριστο αριθμό ανδρών και ότι στη συνέχεια, γνώστες της καταστάσεως της παθούσας, παρέλαβαν αυτή από τον παραπάνω άγνωστο δράστη, η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενός της Σ.
Δ. και εκμεταλλευόμενοι την ανωτέρω κατάστασή της, την εγκατέστησαν αρχικά στο σπίτι του δεύτερου και μετά σε μισθωμένο από αυτούς διαμέρισμα στην οδό ..., όπου υπό καθεστώς κατακράτησης, χωρίς τη θέλησή της, την εξέδιδαν σε αόριστο αριθμό ανδρών, περιάγοντας αυτή και διατηρώντας την σε οικονομική αδυναμία καθόσον δεν της έδιναν χρήματα από αυτά που κέρδιζε από τις επ' αμοιβή συνευρέσεις της με συνέπεια να μην μπορεί αυτή να απεγκλωβισθεί από τον εξαναγκασμό τους, ενώ κατ' εντολή τους φυλασσόταν στους χώρους συνεύρεσης από τρίτο πρόσωπο, συνεργάτη τους με το όνομα "Β.".
Επίσης αναφέρεται ο επιδιωκόμενος σκοπός της αναιρεσείουσας και του συγκατηγορουμένου της, συνιστάμενος στην γενετήσια εκμετάλλευση της παθούσας και στην αποκόμιση χρηματικού οφέλους από την έκδοσή της σε τρίτους άνδρες, την οποία οργάνωσαν και επόπτευαν οι ίδιοι, ανευρίσκοντας πελάτες και καθορίζοντας τον τόπο και το χρόνο της συνεύρεσης σε ξενοδοχεία και σπίτια στη …που μίσθωναν για το σκοπό αυτό, καθορίζοντας και την αμοιβή 120 ευρώ για κάθε συνεύρεση.
Τέλος, αιτιολογείται πλήρως η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως της σωματεμπορίας, αφού γίνεται δεκτό, ότι την ως άνω πράξη η αναιρεσείουσα τέλεσε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της επανειλημμένα με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, περιγράφεται δε και η υποδομή που είχαν διαμορφώσει με την εγκατάσταση και τον περιορισμό της παθούσας για την ως άνω εκμετάλλευσή της, αρχικά στην οικία του Σ.
Δ. συγκατηγορουμένου της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια σε μισθωμένο από αυτούς διαμέρισμα. Για τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και μεταξύ αυτών και την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας αστυνομικού Ι.
Ν., το όλο περιεχόμενο της οποίας δεν είναι αντίθετο με την εξενεχθείσα κρίση. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η πράξη της έχει τον χαρακτήρα μαστρωπείας του άρθρου 349 Π Κ, αντικρούεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως που προσήκουν στο έγκλημα της σωματεμπορίας [παραλαβή, μεταφορά της παθούσας σε χώρους ερωτικών συνευρέσεων, άσκηση για τούτο περιγραφομένης βίας, λήψη εκάστοτε για κάθε συνεύρεση αμοιβής κλπ].
Το δικαστήριο μάλιστα δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο συναφή ισχυρισμό ότι η πράξη έχει άλλον, ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό και δη τον προαναφερόμενο, αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν χαρακτηρίζεται ως αυτοτελής ώστε να υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει αιτιολογημένα, αλλά θεωρείται άρνηση της κατηγορίας [ΑΠ 250/2013, 1423/2013].Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης και ο συναφής πρόσθετος λόγος αυτής, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και τον συναφή πρόσθετο λόγο αυτής, προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο [άρθρο 171 ΚΠΔ] επειδή λήφθηκαν υπόψη αναφορικά με την κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου επί της ενοχής της κατηγορουμένης, μαρτυρικές καταθέσεις της απούσας -παθούσας, οι οποίες δόθηκαν κατά την προδικασία ενώ δεν αποτελούσαν αναγνωστέα έγγραφα, με συνέπεια η αναιρεσείουσα να στερηθεί το δικαίωμα για υποβολή ερωτήσεων από το άρθρο 358 ΚΠΔ.Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α', είναι αβάσιμοι, καθόσον από το ανωτέρω σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει με σαφήνεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε μόνον τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, οι οποίες περιέχονται στα ενσωματωμένα στην απόφασή του πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και όχι τις ένορκες καταθέσεις της παθούσας στην προδικασία, καθότι δεν κρίθηκε αναγκαία από το Δικαστήριο η ανάγνωσή τους, όπως ρητώς αναγράφεται στα πρακτικά, οι οποίες [καταθέσεις] να σημειωθεί ότι δεν αναγνώστηκαν ούτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν συμπεριλαμβάνονται στα αναγνωστέα έγγραφα τόσο του πρωτοβαθμίου όσο και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Η δε αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι δεν ρωτήθηκε η ίδια ή ο συνήγορος της για την ανάγνωση ή μη των καταθέσεων της απούσας παθούσας στην προδικασία, είναι απορριπτέα καθόσον δεν προσδιορίζεται η βλάβη την οποία υπέστη από την παράλειψη να ερωτηθεί για τη μη ανάγνωση των ανωτέρω καταθέσεων, ενόψει και του ότι δεν ισχυρίζεται ότι η ίδια επιθυμούσε την ανάγνωση αυτών.
Τέλος, ο προβαλλόμενος με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για παραγραφή του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, δεν είναι βάσιμος αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, με σαφείς αιτιολογίες και παραδοχές, ορθώς υπήχθησαν στην κακουργηματική πράξη της σωματεμπορίας [άρθρο 351 παρ.1, 4δ'ΠΚ], που πλέον αντιστοιχεί και τυποποιείται στη διάταξη του άρθρου 323Α παρ.1,3α,5στ του νέου Π Κ.
Περαιτέρω, από μεν τη διάταξη του άρθρου 511 ΚΠΔ [Ν 4620/2019] προκύπτει ότι, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αναίρεση , εκτός άλλων, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως , ενώ από τη διάταξη του άρθρου 514 του ίδιου Κώδικα, εκτός άλλων ορίζεται ότι ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης, ακόμη και αν δεν εμφανισθεί ο αναιρεσείων. Στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να εφαρμοσθεί ο επιεικέστερος νόμος του άρθρου 323 Α'παρ.1,3°", 5στ'του ΠΚ [Ν.4619/2019] , κατ'εφαρμογή του άρθρου 2 του ΠΚ.Η ποινή φυλάκισης των πέντε [5] ετών επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα , με βάση τα πλαίσια της προβλεπόμενης τότε ποινής , ήτοι κάθειρξη τουλάχιστον δέκα [10] έτη έως είκοσι [20] έτη , την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2δ'και ε'ΠΚ καθώς και τη διάταξη του άρθρου 83 περ.β'ΠΚ, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση , προέβλεπε κάθειρξη έως δώδεκα [12] έτη ή φυλάκιση τουλάχιστον δύο [2] έτη. Όμως από την ισχύ του νέου Π Κ. τα πλαίσια της απειλουμένης ποινής είναι κάθειρξη πέντε[5] έως δεκαπέντε [15] έτη , το δε πλαίσιο ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 83 και 85 Π Κ, κατά τις σχετικές τους διακρίσεις και είναι ευμενέστερο για την αναιρεσείουσα. Κατ' ακολουθία αυτών πρέπει:
Α] να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινής για την πράξη που καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα και λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος [άρθρο 469 ΚΠΔ] και ως προς την επιμέτρηση της ποινής για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο συγκατηγορούμενός της Σ. Δ. ως συναυτουργός στην τέλεση αυτής καθώς και για την πράξη της απλής συνέργειας σ' αυτή λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα για την οποία καταδικάστηκε η S. ή Φ. K. του G. οι οποίοι δεν έχουν ασκήσει αναίρεση και
Β] Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από τους ίδιους Δικαστές που δίκασαν την υπόθεση και εφόσον τούτο δεν είναι δυνατόν, από άλλους Δικαστές, απορριπτομένης κατά τα λοιπά της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ.314/5-11-2018 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης και δη μόνο ως προς την διάταξη της περί επιβολής ποινής στην αναιρεσείουσα Μ. Π. του Λ..
Επεκτείνει το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα της παρούσας απόφασης ως προς την επιμέτρηση της ποινής και στους Σ. Δ. που επίσης καταδικάστηκε ως συναυτουργός και S. ή Φ. K. του G. που καταδικάστηκε ως απλή συνεργός στην πράξη της από κοινού σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα των ανωτέρω.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από τους ίδιους Δικαστές που δίκασαν την υπόθεση και εφόσον τούτο δεν είναι δυνατόν από άλλους Δικαστές του ίδιου Δικαστηρίου.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 1-3-2019 και με αριθμ.γενικ.πρωτ.2916/4- 3-2019 αίτηση της Μ. Π. του Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 314/5-11-2018 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης και τους από 27-9-2019 πρόσθετους αυτής λόγους.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ