Legislator Case Law & Legislation
1979/2017 AI generated

1979/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1979/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 397/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.

Legislator headnote

AI generated

1979/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 24/1/2017 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Προέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πέππα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1979 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1979/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζορμπά και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ - ..." και τον διακριτικό τίτλο .... που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κωστή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 397/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/8/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 24/1/2017 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Προέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πέππα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ του άρθρου 580 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, διότι το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Εξ άλλου, το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την Παροχή δικαστικής προστασίας. Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ’ αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 25/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα, όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 831/2005, 118/2006).

Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα, ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης, διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομοι συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου.

Εξ άλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Τέλος, στην παρ.3 του άρθρου 47 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.2696/1999 ορίζεται, ότι "Οποιαδήποτε τομή ή εκσκαφή οδοστρώματος, ερείσματος, πεζόδρομου ή πεζοδρομίου εθνικής, επαρχιακής, δημοτικής ή κοινοτικής οδού, η οποία είναι απαραίτητη για την κατασκευή έργου, που εκτελείται από επιχείρηση κοινής ωφέλειας, οργανισμό, νομικό ή φυσικό πρόσωπο, επιτρέπεται να γίνει μόνο ύστερα από άδεια της αρμόδιας για τη συντήρηση της οδού υπηρεσίας, η οποία θεωρείται πριν από την έναρξη των εργασιών από την αρμόδια Αστυνομική Αρχή.

Στην άδεια αυτήν ορίζεται ο χρόνος μέσα στον οποίο θα ενεργείται η πλήρης αποκατάσταση της φθοράς του οδοστρώματος από την επιχείρηση ή το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου εκτελείται το έργο. Οι αρμόδιες υπηρεσίες συντήρησης των οδών υποχρεούνται μετά την παρέλευση της προθεσμίας η οποία ορίζεται στην άδεια, να αποκαθιστούν τις γενόμενες φθορές και να καταλογίζουν τη σχετική δαπάνη σε βάρος του οργανισμού, της επιχείρησης ή του προσώπου που εκτελεί ή για λογαριασμό του οποίου εκτελείται το έργο, κατά τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων".

Στην ένδικη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νπιδ (....), να του καταβάλει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, σε αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης του, εξαιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων οργάνων του εναγομένου, τα οποία από αμέλειά τους, αν και είχαν προβεί στη διάνοιξη αυτής επί της οδού ..., στην Καρδίτσα, για την εκτέλεση εργασιών επί του υφιστάμενου κάτωθι της ασφάλτου της οδού αγώγου, δεν φρόντισαν για την αποκατάσταση της γενομένης φθοράς δια της τοποθετήσεως καλύμματος επί της οπής αλλά ούτε και για την επισήμανση αυτής δια της τοποθετήσεως σχετικής προειδοποιητικής πινακίδος με αποτέλεσμα ο οπίσθιος δεξιός τροχός του αυτοκινήτου του ενάγοντος, οδηγούμενου από τρίτο πρόσωπο, να επιπέσει επί της οπής, και ακολούθως να εκτραπεί από την πορεία του, να προσκρούσει σε σταθμευμένο αυτοκίνητο και να υποστεί υλικές ζημίες, σ’ αυτόν δε να προκληθεί ηθική βλάβη, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή του.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας που δίκασε πρωτοδίκως, κρίνοντας ομοίως με εκείνο και με επίκληση των διατάξεων των άρθρων 75 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" που αναφέρονται στις αρμοδιότητες των δημοτικών και κοινοτικών αρχών, μεταξύ άλλων, για κατασκευή, συντήρηση και διαχείριση υποδομών, όπως έργων οδοποιίας κλπ, τον έλεγχο σήμανσης των εργασιών που εκτελούνται στις οδούς και της τήρησης των υποχρεώσεων αυτών που εκτελούν έργα και εναποθέτουν υλικά στις οδούς του δημοτικού και κοινοτικού δικτύου, 1 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" που αναφέρονται στις αρμοδιότητες των επιχειρήσεων υδρεύσεως και αποχετεύσεως, μεταξύ άλλων, για την μελέτη, κατασκευή, συντήρηση, και εκμετάλλευση, διοίκηση και λειτουργία των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.ΝΑΚ, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, στρεφόμενη κατά του αναιρεσείοντος νπιδ (...), είναι παθητικά ανομιμοποίητη, διότι στη δίκη αυτή νομιμοποιείται παθητικά ο Δήμος Καρδίτσας και όχι η ....

Ειδικότερα, δέχτηκε, ότι η ευθύνη του Δήμου από πλημμελή συντήρηση του ομαλού του οδοστρώματος ή του πεζοδρομίου ή των πλατειών, άλλα και των φρεατίων και εν γένει του δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης έναντι των προσώπων που υφίστανται ζημία από τη χρήση των πραγμάτων αυτών, εξαιτίας πλημμελούς συντήρησής τους, δεν αίρεται, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει και στην περίπτωση που η μέριμνα για τη συντήρησή τους έχει περιέλθει σε άλλο νομικό πρόσωπο (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου), δυνάμει συμβάσεως ή άλλης σχέσης των νομικών αυτών προσώπων με τον οικείο Δήμο και δη ανεξαρτήτως του δικαιώματος αναγωγής του Δήμου κατά των εν λόγω νομικών προσώπων, στα οποία έχει περιέλθει η μέριμνα συντήρησης των ανωτέρω πραγμάτων για λογαριασμό του οικείου Δήμου και ότι η κάλυψη της οπής, ως μέρος του οδοστρώματος ...ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του οικείου Δήμου - στην αποκλειστική αρμοδιότητα του οποίου ανήκει η επίβλεψη, συντήρηση και διαφύλαξη των πλατειών, οδοστρωμάτων και υπαίθριων κοινοχρήστων χώρων μετά την αποπεράτωση ενός έργου - και όχι των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης.

Όμως, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, το δίκασαν, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο Πρωτοδικείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914, 932, 926 ΑΚ, σε συνδυασμό με 75 ν.3463/2006. Τούτο, διότι, κατά την αγωγή, η επίδικη ζημία του αναιρεσείοντος δεν φέρεται απότοκη της εκ μέρους του Δήμου Καρδίτσας πλημμελούς συντήρησης του ομαλού του οδοστρώματος, αλλά αποδίδεται στην επέμβαση σ’ αυτό των προστηθέντων οργάνων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προκάλεσαν εκσκαφή στο οδόστρωμα (άνοιγμα οπής) προς εκτέλεση εργασιών χωρίς αυτά είτε να το επαναφέρουν στην πριν από την επέμβασή τους κατάσταση είτε να προβούν στην τοποθέτηση σχετικής προειδοποιητικής σημάνσεως, όπως είχαν ρητή υποχρέωση απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.3 ΚΟΚ, ενόψη του ότι δεν γίνεται στην αγωγή επίκληση παρόδου της κατά την εν λόγω διάταξη προβλεπομένης προθεσμίας αποκαταστάσεως της φθοράς εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου.

Συνεπώς, ανεξάρτητα από την κατά τις κείμενες διατάξεις τυχόν αδικοπρακτική ευθύνη του Δήμου Καρδίτσας, στοιχειοθετείται, με βάση τα επικαλούμενα περιστατικά, αυτοτελής ευθύνη και του αναιρεσιβλήτου, το οποίο νομιμοποιείται παθητικώς στην προκείμενη δίκη.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο παραπάνω, από το αρθρ.560 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (αρθ.580 παρ.3 ΚΠολΔ) διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσίβλητου (αρθ.176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ.51/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ