1979/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιερισσού. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/1/2014 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1979/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθιερώνεται η αντικειμενική ευθύνη του κατόχου του ζώου για τη ζημία που έγινε από αυτό σε τρίτο, δηλαδή από μόνο το γεγονός της κατοχής τoυ ζώου και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υπαιτιότητά του. Και τούτο γιατί ο κάτοχος που έχει τα ωφελήματα από το ζώο πρέπει να φέρει και τον κίνδυνο κάθε ζημίας που προξενείται από αυτό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1979 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1979/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Ρηγόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Α. του Κ., 2) Κ. Α. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Καπλάνη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιερισσού. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/1/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 22/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 68/2013 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία δίκασε επί της από 27-08-2010 έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθ. 37/2010 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιερισσού Χαλκιδικής, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 01-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτων, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση αυτών από αδικοπραξία, και απέρριψε την έφεση αυτή, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικατηρίου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 924 ΑΚ "ο κάτοχος ζώου ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε από αυτό σε τρίτον (παρ. 1). Αν η ζημία έγινε από κατοικίδιο ζώο που χρησιμοποιείται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της κατοικίας ή τη διατροφή του κατόχου του, αυτός δεν ευθύνεται αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα ως προς τη φύλαξη και την εποπτεία του ζώου (παρ. 2)".
Με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθιερώνεται η αντικειμενική ευθύνη του κατόχου του ζώου για τη ζημία που έγινε από αυτό σε τρίτο, δηλαδή από μόνο το γεγονός της κατοχής τoυ ζώου και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υπαιτιότητά του. Και τούτο γιατί ο κάτοχος που έχει τα ωφελήματα από το ζώο πρέπει να φέρει και τον κίνδυνο κάθε ζημίας που προξενείται από αυτό.
Αντίθετα, προκειμένου για κατοικίδιο ζώο, θεσπίζεται με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου η νόθος αντικειμενική ευθύνη του κατόχου ζώου, στηριζόμενη σε εικαζόμενο πταίσμα αυτού για τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή ο κάτοχος μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του αν επικαλεστεί και αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα για τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη είτε από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Έτσι, στην περίπτωση του άρθρου 924 παρ. 2 ΑΚ, ο κάτοχος του ζώου που προκάλσε την ζημία σε τρίτον, για να απαλλαγεί της ευθύνης του προς αποζημίωση, ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει:
α) ότι δεν παραμέλησε υπαίτια την υποχρέωση για φύλαξη και εποπτεία του ζώου και β) ότι ανάμεσα στην υποχρέωση για εποπτεία και την πρόκληση ζημίας δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η ζημία θα προκαλούνταν και αν ο κάτοχος δεν είχε παραμελήσει την εποπτεία του ζώου. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ως αποδεχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί ορισμένο γεγονός, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι ....πραγματικά περιστατικά και γεγονότα, τα θεμελίωσαν την έννοια της αιτιώδους συνάφειας, είναι κρίσει πραγματική, .....υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ'αρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ. Τέλος, ως κατοικίδια ζώα νοούνται εκείνα που ζουν, αναπτύσσονται, τρέφονται, αναπαράγονται υπό τη στέγη του ανθρώπου και με τις φροντίδες αυτού και είναι προορισμένα να χρησιμοποιούνται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της οικίας ή τη διατροφή του κατόχου τους.
Εξάλλου, ως κάτοχος του ζώου με την έννοια της ΑΚ 924 και στις δύο παραγράφους θεωρείται εκείνος ο οποίος έχει τη φυσική εξουσία και ως εκ τούτου τη διάθεσή του, δυνάμενος να το χρησιμοποιεί για ίδιο λογαριασμό, εξυπηρετούμενος συνεπώς από αυτό κατά τρόπο μάλλον και ήττον διαρκή, αποκομίζοντας τις ωφέλειες από αυτό, αδιαφόρως του είδους τους.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ, ταυτόσημη προς εκείνη του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α'του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 68/2013 απόφαση του δικάσαντος ως εφετείο Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 26-09-2008 και περί ώρα 20:30, ο πρώτος ενάγων-εφεσίβλητος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το υπ' αριθ. ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας του ίδιου και του δεύτερου ενάγοντα-εφεσίβλητου (ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου), κατά ποσοστό 50% εκάστου, έβαινε επί της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Ιερισσού, με κατεύθυνση προς Ιερισσό. Τη στιγμή που ο πρώτος ενάγων-εφεσίβλητος βρισκόταν στο 106ο χλμ της οδού αυτής, όπου ο δρόμος είναι ευθεία, διπλής κατευθύνσεως με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ υπάρχει ευδιάκριτη πινακίδα αναγγελίας κινδύνου (Κ-18) από διέλευση οικόσιτων ζώων, ένα αιγοειδές (κατσίκα), ιδιοκτησίας του εναγομένου-εκκαλούντος, εισήλθε αιφνιδιαστικά στο οδόστρωμα της παραπάνω οδού και στο ρεύμα πορείας του άνω αυτοκινήτου εκ δεξιών αυτού και παρενεβλήθη της πορείας του, με συνέπεια ο ανωτέρω οδηγός να αιφνιδιαστεί και, προσπαθώντας να αποφύγει τη σύγκρουση του οχήματός του με το ζώο, επεχείρησε αρχικά αποφευκτικό ελιγμό, όμως απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά, εισήλθε στους εκ δεξιών παρακείμενους αγρούς και τελικά ανετράπη, με συνέπεια να υποστεί εκτεταμένες υλικές ζημίες σε πολλά σημεία του (εμπρόσθιο, οπίσθιο τμήμα του καθώς και στις πλαϊνές πόρτες τόσο από την πλευρά του οδηγού όσο και από την πλευρά του συνοδηγού).
Η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες από τις φθορές και βλάβες του αυτοκινήτου τους τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προαναφερόμενη ενέργεια του ζώου του εναγομένου και συγκεκριμένα με την αιφνίδια είσοδό του στο οδόστρωμα και την παρεμβολή του στην πορεία του αυτοκινήτου, ένεκα της οποίας το όχημα εξετράπη της πορείας του και ανετράπη, ο ισχυρισμός δε του εναγομένου ότι αφενός το ζημιωθέν όχημα δεν συγκρούσθηκε με το ζώο του, αφετέρου ότι το τελευταίο απεβίωσε την επομένη του επίδικου ατυχήματος, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου, διότι η αιφνίδια παρουσία του ζώου επί του οδοστρώματος είναι αυτή που προκάλεσε αλλά και μπορούσε να προκαλέσει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων την εκτροπή του αυτοκινήτου των εναγόντων και κατ' επέκταση και τις υλικές ζημίες του.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, το ανωτέρω ζώο εξέτρεφε ο εναγόμενος-εκκαλών, που είναι επαγγελματίας κτηνοτρόφος, σε κτηνοτροφική μονάδα που διατηρούσε πλησίον της εθνικής οδού, και συνεπώς αυτό ήταν κατοικίδιο, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 924 παρ. 2 ΑΚ. Στο πρόσωπο του εναγομένου-εκκαλούντος υπάρχει νόθος αντικειμενική ευθύνη για οποιαδήποτε ζημία προξενείται από το παραπάνω ζώο σε τρίτους, όπως στην κρινόμενη υπόθεση.
Ως προς την εκ μέρους του δε καταβολή κάθε απαιτούμενης επιμέλειας ως προς την φύλαξη και εποπτεία του ζώου αποδείχθηκαν τα εξής: Ο στάβλος του εναγομένου, όπως κατέθεσε και ο ίδιος ο μάρτυρας απόδειξης, πατέρας του εναγομένου, διέθετε περίφραξη για τον περιορισμό των ζώων. Παρά την ύπαρξη, ωστόσο, της περίφραξης περιμετρικά των εγκαταστάσεών του, αναμφίβολο είναι το γεγονός ότι το ζώο τελικά εξήλθε από αυτές (εγκαταστάσεις), αφού βρέθηκε στην εθνική οδό.
Τούτο δε, σημαίνει ότι ο εναγόμενος δεν έλαβε την νύκτα εκείνη της 26ης-9-2008 όλα τα απαιτούμενα για τη φύλαξή του μέτρα, διότι εάν πράγματι γίνει δεκτό ότι είχε το ζώο απομονωμένο, λόγω της ασθένειάς του, εντός αποθήκης, πιο πέρα από το στάβλο του, καθίσταται προφανές ότι αυτό δεν θα εισερχόταν στην εθνική οδό και δεν θα ανευρίσκονταν πεσμένο στον τόπο του επίδικου ατυχήματος, όπως τούτο βεβαιώνεται κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με αριθ.
πρωτ. 1019/26/455/30-09-2008 αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων του Α.Τ. Ιερισσού. Επομένως, ο υπό του εναγομένου προβληθείς πρωτοδίκως και επαναφερόμενος με λόγο έφεσης ισχυρισμός προς ανατροπή του τεκμηρίου εκ του άρθρου 924 παρ. 2 ΑΚ, ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα στην επέλευση του ατυχήματος και την εξ αυτού ζημία των εναγόντων, διότι επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια στην φύλαξη του ζώου πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, το πρωτοβάθμιο δε, δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, περί του ότι, απαλλάσσεται κάθε ευθύνης προς αποζημίωση στους αναιρεσίβλητους, καθόσον δεν παραμέλησε υπαίτια την υποχρέωσή του για φύλαξη και εποπτεία του ζώου και ότι ανάμεσα στην υποχρέωση για εποπτεία και την πρόκληση της ζημίας των αναιρεσίβλητων δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, δεδομένου ότι η ζημία θα προκαλούνταν και αν αυτός δεν είχε παραμελήσει την εποπτεία του ζώου, αφού το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν ήλθε σε επαφή με το ζώο.
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις, τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρίνασα πρωτόδικης απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι για την παροχή έννομης προστασίας από αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 924 ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και, δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις των άρθρων 914, 330 και 924 παρ. 2 του ΑΚ, καθόσον από τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά "περιστατικά" ότι:
α)"τη στιγμή που ο πρώτος των εναγόντων βρισκόταν στο 106ο χλμ της άνω εθνικής οδού, όπου ο δρόμος είναι ευθεία, ένα αιγοειδές (κατσίκα), ιδιοκτησίας του εναγομένου-εκκαλούντος, εισήλθε αιφνιδιαστικά στο οδόστρωμα της παραπάνω οδού και στο ρεύμα πορείας του άνω αυτοκινήτου εκ δεξιών αυτού και παρενεβλήθη της πορείας του, με συνέπεια ο ανωτέρω οδηγός να αιφνιδιαστεί και, προσπαθώντας να αποφύγει τη σύγκρουση του οχήματός του με το ζώο, επεχείρησε αρχικά αποφευκτικό ελιγμό, όμως απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά, εισήλθε στους εκ δεξιών παρακείμενους αγρούς και τελικά ανετράπη, με συνέπεια να υποστεί εκτεταμένες υλικές ζημίες σε πολλά σημεία του" και β) "παρά την περίφραξη του σταύλου του εναγομένου, ο τελευταίος δεν έλαβε την νύκτα της 26ης-9-2008 (που συνέβη το ατύχημα) όλα τα απαιτούμενα για τη φύλαξή του ζώου μέτρα, εφόσον αν είχε λάβει αυτά, δεν θα εισερχόταν το ζώο στην εθνική οδό και δεν θα ανευρίσκονταν πεσμένο στον τόπο του επίδικου ατυχήματος, όπως τούτο βεβαιώνεται κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με αριθ.
πρωτ. 1019/26/455/30-09-2008 αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων του Α.Τ. Ιερισσού", πληρούσαν το πραγματικό των αόριστων νομικών εννοιών "της αιτιώδους συνάφειας" καί "της υπαίτιας παραμέλησης της υποχρέωσης προς φύλαξη και εποπτεία ζώου" προς την την ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες από τις φθορές και βλάβες του αυτοκινήτου τους, αφού, η προαναφερόμενη ενέργεια του ζώου του εναγομένου και συγκεκριμένα η αιφνίδια είσοδό του στο οδόστρωμα και η παρεμβολή του στην πορεία του αυτοκινήτου, εξαιτίας της μη ασφαλούς φύλαξης αυτού από τον εναγόμενο, αν και μπορούσε να πράξει τούτο επιδεικύοντας την δέουσα επιμέλεια και προσοχή του μέσου επαγγελματία κτηνοτρόφου, είχε ως αποτέλεσμα το όχημα να εκτραπεί της πορείας του και να ανατραπεί, ενώ χωρίς την άνω παρεμβολή, η οποία ήταν συνέπεια της άνω υπαίτιας παραμέλησης της φύλαξής του από τον αναιρεσείοντα, δεν θα συνέβαιναν τα ανωτέρω.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 περ. α' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.
Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, ταυτόσημη προς την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 περ. β'του ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ` αυτόν.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 περ.β` του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι ο αναιρεσείων έχει συντρέχουσα ευθύνη για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και της εντεύθεν ζημίας των αναιρεσίβλητων με την παρεμβολή του ζώου της ιδιοκτησίας του στην πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος λόγω υπαίτιας παραμέλησής του στην φύλαξη του ζώου αυτού, ενώ αποδείχθηκε ότι το τελευταίο κατά την χρονική στιγμή του τροχαίου ατυχήματας βρισκόταν σε κατάκλιση, περιορισμένο σε κλειστή αποθήκη και ακινητοποιημένο από πολύ σοβαρά συμτώματα της ασθένειάς του, παραβιάζοντας έτσι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 924 παρ. 2 του ΑΚ, με το να καταλήξει στο ως άνω πόρισμά του, καθόσον δεν έλαβε υπόψη το δίδαγμα της κοινής πείρας, "ότι το συγκεκριμένο ζώο που ήταν κλεισμένο στην αποθήκη και βρισκόταν στην παραπάνω από απόψεως υγείας κατάσταση, δεν ήταν σε θέση να μετακινηθεί και να υπερπηδήσει τα φράγματα του σταύλου και να βρεθεί στην Εθνική οδό και μάλιστα τέτοια ώρα που τα ζώα σε καμιά περίπτωση δεν απομακρύνοντα από το ποιμνιοστάσιο".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί ο αναιρεσείων, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του ως άνω κανόνος ουσιαστικού δικαίου, με την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να χρησιμοποιήσει το διατεινόμενο απ' αυτόν δίδαγμα κοινής πείρας, για την διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 10-01-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 68/2013 τελεσίδικης απόφασης του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-01-2014 αίτηση του Δ. Κ. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθ. 68/2013 τελεσίδικης απόφασης του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ