Legislator Case Law & Legislation
1979/2009 AI generated

1979/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1979/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1979/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 131 παρ. 1 ΑΚ, όπως ήδη ισχύει, μετά την τροποποίησή του με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν.2447/1996, η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.

Keywords

AI generated
unfit notwithstanding health condition proven health deterioration deportation despite health issues claim for insurance benefits legal capacity mental health status
AI generated
383/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Α. Της αναιρεσείουσας: Ι. Φ. του Φ. συζ. Γ. Α., κατοίκου ..... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Γούμενο, και κατέθεσε προτάσεις.
220/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1184/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1552/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-8-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3333/2017 εν μέρει οριστική, 371/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4687/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-11-2020 αίτησή της.
1058/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1979 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1979/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νινόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καρατζογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2971/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1540/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-10-2005 αίτησή της και με τους από 18-7-2007 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 31-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασης αυτής (Ολ.ΑΠ 16/2000). Ο πρώτος, επομένως, κατ'ορθή εκτίμησή του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και "τις υπ'αριθμ. 19.985 και 19.986/30.12.2003 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες λήφθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών καθώς και οι όμοιες (ένορκες βεβαιώσεις) υπ' αριθμ. 2848 και 2849/11.1.2005, οι οποίες λήφθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ταρσίας Ιωάννου Μιχαλοπούλου", χωρίς να διαπιστώσει, αλλά ούτε και να αιτιολογήσει, εάν έχει τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία, δηλαδή ανεπίτρεπτα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί μη λήψης υπόψη από το Εφετείο των προαναφερόμενων ένορκων βεβαιώσεων λόγω τυπικών παραλείψεων στη λήψη τους προτάθηκε παραδεκτά στο πιο πάνω Δικαστήριο με τις ενώπιον αυτού προτάσεις της -αναιρεσείουσας-.

Η περιλαμβανόμενη, εξάλλου, στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση για έλλειψη και ανεπάρκεια των αιτιολογιών που ανάγονται στο χρόνο και τον τρόπο κλήτευσης των διαδίκων, που προσκόμισαν τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, εφόσον ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, που επικαλείται η αναιρεσειουσα, δεν ιδρύεται όταν με αυτόν προσβάλλεται η νομιμότητα των αποδεικτικών μέσων, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου ή απαράδεκτου ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 44/1990). Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος της αντιδίκου της χωρίς αιτιολογία, αλλιώς με αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 131 παρ. 1 ΑΚ, όπως ήδη ισχύει, μετά την τροποποίησή του με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν.2447/1996, η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.

Με τη διάταξη αυτή θεσπίζονται δύο διαφορετικής φύσης περιπτώσεις διατάραξης των διανοητικών λειτουργιών του προσώπου που προβαίνει σε δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, δηλαδή την έλλειψη συνείδησης των πράξεων και τη ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης.

Έλλειψη συνείδησης των πράξεων του προσώπου που προβαίνει σε δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης υπάρχει, όταν το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης πράξης, αποτελεί δε παροδική διαταραχή που οφείλεται σε άλλους, άσχετους με πνευματική νόσο, λόγους, όπως λ.χ.

μέθη, χρήση τοξικών ουσιών κ.α. Ψυχική, εξάλλου, ή διανοητική διαταραχή, περιοδική ή διαρκής, είναι κάθε ψυχική ή διανοητική νόσος παρακωλύουσα την ελεύθερη διαμόρφωση της βούλησης ή της κρίσης του προσώπου, η οποία οφείλεται σε εγκεφαλικές ή ψυχικές διαταραχές, καθώς και σε παθολοανατομικές αλλοιώσεις, όπως λ.χ.

η σχιζοφρένεια, η παράνοια, η ολιγοφρένεια, η μανιοκαταθλιπτική ψύχωση κ.α. Για την εφαρμογή της αμέσως πιο πάνω διάταξης αρκεί η διαταραχή των διανοητικών λειτουργιών του δικαιοπρακτούντα να υπάρχει κατά τον κρίσιμο χρόνο, γεγονότα δε προγενέστερα ή μεταγενέστερα από τα οποία μπορεί να συναχθεί αυτή έμμεσα δεν είναι ουσιώδη.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "....Την 1-4-1999 ο ..., πατέρας της ενάγουσας και παππούς της εναγομένης, μετέβη μετά της δεύτερης (εναγομένης) στο συμβολαιογραφείο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίας Μπίκα (οδός ...) και προέβη στην κατάρτιση του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου δωρεάς στη ζωή ψιλής κυριότητας αστικού ακινήτου (οικοπέδου με οικία) αντικειμενικής αξίας 39.314.255 δραχμών προς την εναγομένη με ταυτόχρονη παρακράτηση ισοβίως της επικαρπίας τούτου (ακινήτου). Ο ανωτέρω δωρητής αγόρασε το ακίνητο (αρχικά οικόπεδο) με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών Πολυδώρου Νικολάου Βαρδουλάκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τόμος 1502 και αύξων αριθμός 242).

Στο ακίνητο αυτό (οικόπεδο) με ενέργειες του δωρητή εκδόθηκε οικοδομική άδεια από το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο και κατασκευάσθηκε οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο (Α) όροφο πάνω από το ισόγειο, που φαίνονται στα από Φεβρουαρίου 1999 δύο σχεδιαγράμματα κατόψεως του ισογείου και Α' ορόφου αντίστοιχα της αρχιτέκτονας - μηχανικού ..., τα οποία είναι προσαρτημένα στο παραπάνω συμβόλαιο.

Την 1-5-2003 ο ανωτέρω δωρητής απεβίωσε (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. Σελίδας ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου τούτου, που συνέταξε η αρμόδια ληξίαρχος ...). Ο αποβιώσας από το έτος 1996 άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα πνευματικής νόσου, όπως τούτο προκύπτει και από την από 19-2-2001 ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 7856/2000 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να τεθεί αυτός υπό πλήρη δικαστική συμπαράσταση κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας - θυγατέρας του.

Ο πραγματογνώμονας ... ιατρός - ψυχίατρος, που διορίστηκε με την ανωτέρω απόφαση (7856/2000) εξέτασε τον ανωτέρω την 19-2-2001 αρκετό χρονικό διάστημα μετά την κατάρτιση της επίδικης δικαιοπραξίας, η οποία καταρτίστηκε την 1-4-1999. Στην αρχή της έκθεσής του, η οποία φέρει ημερομηνία συντάξεως 19-2-2001, εκτός των άλλων αναφέρει "...

τα πρώτα προβλήματα παρουσιάστηκαν πριν από 5 χρόνια το 1996 με την μορφή της αμνησίας και της αδυναμίας για συγκέντρωση με αποτέλεσμα να χάνει πράγματα και να κατηγορεί γι' αυτό την κόρη του. Επίσης παρουσιάζει σχετική επιθετικότητα προς το περιβάλλον του. Το 1998 η κατάσταση του επιδεινώνεται και σταμάτησε να πηγαίνει στο εξοχικό του στο ..., που συνήθιζε να μένει μερικές ημέρες κάθε εβδομάδα και περιορίστηκε η δραστηριότητα του ...".

Στα ανωτέρω ο πραγματογνώμονας κατέληξε εκτός των άλλων και από την εξέταση του βιβλιαρίου ασθενείας του Ι.Κ.Α του ανωτέρω για τα παρελθόντα έτη πριν την εξέταση του, στο οποίο μεταξύ των ασθενειών τούτου περιλαμβάνεται και η ανωτέρω πνευματική νόσος του καθώς και τα χορηγούμενα σ' αυτόν φάρμακα. Στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ο ανωτέρω πραγματογνώμονας για το δωρητή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτός πάσχει από ψυχική διαταραχή και συγκεκριμένα από ανοιχτή συνδρομή και ατροφία εγκεφάλου, η οποία είναι διαρκής πνευματική νόσος που αποκλείει παντελώς τη χρήση του λογικού και εξαιτίας της νόσου του αυτής αδυνατούσε αυτός παντελώς να επιμεληθεί του εαυτού του και της περιουσίας του.

Με βάση την έκθεση αυτή, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1392/2002 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας) με την οποία ο ανωτέρω δωρητής τέθηκε σε κατάσταση πλήρους δικαστικής συμπαράστασης και διορίστηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης του η ενάγουσα - θυγατέρα του.

Προκειμένου ο πραγματογνώμονας ιατρός να καταλήξει στο ανωτέρω συμπέρασμα του αναφέρει και τα εξής "... Το 1999 υπάρχει ιατρική γνωμάτευση από τον θεράποντα ιατρό του που βεβαιώνει ότι ο ασθενής πάσχει από άνοια και η διάγνωση αυτή επιβεβαιώθηκε με αξονική τομογραφία που δείχνει ατροφία εγκεφάλου...". Είναι γεγονός ότι η ανωτέρω αναφερομένη ιατρική γνωμάτευση είναι αυτή του ..., ιατρού - ψυχιάτρου, η οποία εκδόθηκε επτά μήνες περίπου (11-10-1999) μετά την κατάρτιση της προσβαλλομένης δωρεάς (1-4-1999).

Στην ιατρική αυτή γνωμάτευση ο αμέσως ανωτέρω ιατρός - ψυχίατρος αναφέρεται στην πνευματική νόσο του δωρητή από την οποία πάσχει αυτός τόσο κατά το χρόνο της εξετάσεως όσο και για το πριν χρονικό διάστημα, εφόσον η νόσος αυτή είναι διαρκής, λαμβάνοντας υπόψη του και αξιολογώντας το ιατρικό ιστορικό τούτου (δωρητή).

Όσον αφορά το παρελθόν αυτός (ιατρός - ψυχίατρος) αναφέρει ότι "... Από το ιστορικό του προκύπτει έναρξη των διαταραχών των νοητικών του λειτουργιών τουλάχιστον από τριετία ...". Ενώ ως προς την πνευματική κατάσταση του δωρητή κατά την εξέταση του αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής: "... 1) Διαταραχή προσανατολισμού στο χώρο, στο χρόνο "πού μένεις" Ερωτάται, απαντά "εκεί" χωρίς να διευκρινίζει "στο δρόμο, στην εκκλησία, κάτω εκεί όχι ψηλά" "σε ποιά περιοχή" ερωτάται "στη θάλασσα πιο κάτω" "τί μήνα έχουμε" ερωτάται δεν απαντά, 2) Δεν γνωρίζει ονόματα προσωπικοτήτων καθώς και συγγενικά.

Συχνά ομιλεί ασυνάρτητα ενώ ο λόγος του γίνεται περιφερειακός (κατ' εφαπτομένη λόγος), 3) Δεν γνωρίζει ελληνικά χαρτονομίσματα ή σπανίως περιγραφικά προσπαθεί να αναγνωρίσει. Αδυνατεί να επιτελέσει αριθμητικές πράξεις. Έχει μειωμένη κριτική ικανότητα..." και κατέληξε στη διάγνωση ότι πάσχει από άνοια, η οποία πρόκειται για εκφυλιστική νόσο του νευρικού συστήματος και ότι από την αξονική τομογραφία προέκυψε ατροφία εγκεφάλου.

Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο δωρητής δύο ημέρες μετά την κατάρτιση της προσβαλλομένης δικαιοπραξίας ήτοι την 3-4-1999 εξετάσθηκε κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας στα εξωτερικά ιατρεία της Ψυχιατρικής Κλινικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών για ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις οργανικού ψυχοσυνδρόμου με έκπτωση νοητικών λειτουργιών...".

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο, ότι: "Κατόπιν των ανωτέρω, αποδείχθηκε πλήρως, ότι πολύ πριν την κατάρτιση της συμβάσεως, και συγκεκριμένα από το έτος 1996, ο δωρητής έπασχε από την πνευματική νόσο της άνοιας με την μορφή της αμνησίας και της αδυναμίας συγκέντρωσης. Η διαρκής αυτή πνευματική ασθένεια του ανωτέρω έκτοτε συνεχώς επιδεινούμενη και κατά το χρόνο καταρτίσεως, του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου δωρεάς ψιλής κυριότητας ακινήτου με παρακράτηση της επικαρπίας του της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίας Σταματίου Μπίκα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παλαιού Φαλήρου, στερούταν αυτός (δωρητής) παντελώς της ικανότητας καταβολής της διανοητικής εκείνης ενέργειας που απαιτείται για την επιχείρηση της αναφερομένης δικαιοπραξίας (δωρεά στη ζωή της ψιλής κυριότητας ακινήτου).

Η εναγομένη την ημέρα εκείνη 1-4-1999 εκμεταλλευόμενη την απουσία της μητέρας της - ενάγουσας από την οικία της στο ..., όπου διέμενε μετά του δωρητή - πατέρα της, οδήγησε αυτόν (δωρητή - παππού της) στην αναφερομένη συμβολαιογράφο, όπου και καταρτίστηκε η προσβαλλόμενη σύμβαση δωρεάς, της οποίας είναι άκυρη η δήλωση βουλήσεως του δωρητή διότι δεν είχε αυτός συνείδηση της συγκεκριμένης πράξεως ένεκα της ανωτέρω διαρκούς πνευματικής νόσου...".

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο δωρητής - παππούς της ένα μήνα περίπου μετά την κατάρτιση της προσβαλλομένης δικαιοπραξίας και συγκεκριμένα την 10-5-1999 προέβη στην κατάρτιση και άλλης συμβάσεως και συγκεκριμένα πωλήσεως ακινήτου του (αγρού) με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Παναγιωτοπούλου συζ.

Λεων. Παπαδοκοτσώλη, στη θέση "..." στο ... και αναγραφόμενο τίμημα πωλήσεως 5.000.000 δραχμών, της οποίας η ενάγουσα δεν επιδιώκει την ακύρωση της, πλην όμως το πραγματικό τούτο γεγονός δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη, διότι δεν οδηγεί στην απόδειξη ότι ο δωρητής

κατά το χρόνο καταρτίσεως της επίδικης δωρεάς είχε συνείδηση των πράξεών του. Ακόμη προέκυψε ότι ο δωρητής μετά την κατάρτιση της δωρεάς (1-4-1999) προέβη σε τραπεζικές συναλλαγές πάντοτε συνοδευόμενος και καθοδηγούμενος από τρίτο, ο οποίος ενεργούσε τις πράξεις αυτές για λογαριασμό του και ο ίδιος δωρητής απλώς παρευρισκόταν χωρίς και το γεγονός αυτό να επηρεάζει το κύρος της συμβάσεως δωρεάς.

Άλλωστε, οι τραπεζικές πράξεις (καταθέσεις, αναλήψεις χρημάτων) είναι μικρής σημασίας από άποψης καταβολής διανοητικής ενέργειας του ενεργούντος σε σύγκριση με την πράξη της δωρεάς ακινήτου...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και άλλες που δεν ενδιαφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι πολύ πριν από την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης και ειδικότερα, από το έτος 1996 ο δωρητής έπασχε από την πνευματική νόσο της άνοιας με τη μορφή της αμνησίας και της αδυναμίας συγκέντρωσης, δηλαδή από διαρκή πνευματική νόσο, η οποία έκτοτε συνεχώς επιδεινωνόταν, έτσι ώστε, κατά το χρόνο κατάρτισης του 2381/1.4.1999 δωρητηρίου συμβολαίου, εστερείτο αυτός παντελώς της ικανότητας καταβολής της διανοητικής εκείνης ενέργειας που απαιτείται για την επιχείρηση της αμέσως πιο πάνω δωρεάς.

Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η δήλωση βούλησης του δωρητή στο προμνημονευόμενο δωρητήριο συμβόλαιο είναι άκυρη, εξαιτίας του ότι ο τελευταίος, κατά το χρόνο κατάρτισης της δωρεάς, δεν είχε συνείδηση αυτής λόγω της πιο πάνω διαρκούς πνευματικής νόσου του και, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση και δέχθηκε την ένδικη αγωγή, κατά την πρώτη κύρια βάση της περί αναγνώρισης ως άκυρης της δήλωσης βούλησης του δωρητή στο επίμαχο δωρητήριο συμβόλαιο ως και κατ' ουσίαν βάσιμη.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ, με την έννοια ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όλα τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, τα συνιστώντα τη διανοητική διαταραχή του δωρητή κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης δωρεάς, η οποία περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.

Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος πρόσθετος λόγος με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο πρόσθετο λόγο αιτίαση από τον αριθμό 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η δήλωση βούλησης του δωρητή στο 2381/1.4.1999 δωρητήριο συμβόλαιο είναι άκυρη, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 131 ΑΚ, με αποδιδόμενα σ'αυτόν νοσήματα που δεν συνιστούν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ψυχική ή διανοητική διαταραχή, περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, παραβίασε τα εν λόγω διδάγματα, είναι απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη, αφού δεν εξειδικεύεται στον πρόσθετο αυτό λόγο ποιά είναι τα συγκεκριμένα διδάγματα, αλλιώς ως απαράδεκτη, αφού η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά αποκλειστικά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο δεύτερος πρόσθετος λόγος με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες με το να δεχθεί το περιεχόμενο του πορίσματος της από 19.2.2001 ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ..., ψυχιάτρου, με το να μη λάβει υπόψη το περιεχόμενο του 6617/10.5.1999 πωλητήριου συμβολαίου ως προς την ύπαρξη δικαιοπρακτικής ικανότητας του δωρητή σε μεταγενέστερο της ένταξης του ένδικου δωρητήριου συμβολαίου χρόνο, να μην αξιολογήσει αν οι αναλήψεις ή καταθέσεις χρημάτων στις τραπεζικές συναλλαγές του δωρητή γίνονταν από τον ίδιο ή από τρίτο, με εξουσιοδότησή του και πώς μπορούσε και υπέγραφε ο ίδιος στις εν λόγω συναλλαγές ενώ ταυτόχρονα έπασχε από άνοια και, τέλος, να μην αιτιολογήσει σε ποιές συγκεκριμένες ενέργειες προέβαινε ο "καθοδηγητής" του στις τραπεζικές συναλλαγές του, έτσι δε, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον πλήττεται με αυτόν αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναίρεσης απτό τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις το 6617/10.5.1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικ.Παναγιωτοπούλου, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι ο δωρητής, κατά τον κρίσιμο χρόνο (σύνταξης του 2381/1.4.1999 δωρητήριου συμβολαίου), δεν εστερείτο της ικανότητας προς δικαιοπραξία εξαιτίας πνευματικής νόσου.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων "από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται (σε μερικά των οποίων το Δικαστήριο τούτο αναφέρεται ειδικώς)", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το παραπάνω συμβόλαιο, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το συμβόλαιο αυτό, το οποίο μάλιστα μνημόνευσε ρητά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-10-2005 αίτηση της Χ για αναίρεση της 1540/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 18-7-2007 πρόσθετους λόγους της.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ._

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27-1-2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23-9-2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ