1979/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1979/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α. Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές. β. Χειριστές - χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε (25.000) δραχμές.......... Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1979 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1979/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Παπαγιαννόπουλο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: (αναφέρονται 3 άτομα) . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μαργέλλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 626/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1619/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-5-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 17-10-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε βάσιμος και την απόρριψη του ίδιου λόγου αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, κατά το οποίο αυτός κρίθηκε αόριστος. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, ο ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", στις διατάξεις του οποίου υπάγονται, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της Χώρας, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), στο άρθρο 8 αυτού ορίζει, μεταξύ άλλων, και τα εξής : "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα : 1, 2.......1.1.
Επίδομα Πληροφορικής για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζεται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α΄), καθώς και στους Ηλεκτρονικούς Μηχανικούς Ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής :
α. Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές. β. Χειριστές - χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε (25.000) δραχμές.......... Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση.
Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποί συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. γ. Ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.
Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερόμενων περιπτώσεων, το Επίδομα Πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε απλές ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής....". Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η οποία, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σ΄ αυτήν, άρχισε να ισχύει από 1-1-1997 (άρθρο 33 του ίδιου νόμου), το επίδομα πληροφορικής δικαιούνται μόνον οι ειδικευμένοι στο αντικείμενο των ανωτέρω ειδικοτήτων υπάλληλοι, οι οποίοι κατέχουν οργανικές θέσεις κλάδων πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, εργαζόμενοι με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση και κατέχουν τα ειδικά τυπικά προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 και ήδη από 5-3-2001 στο π.δ. 50/2001.
Περαιτέρω, με το άρθρο 31 του ως άνω ν. 2470/1997 ορίστηκε, ότι από την έναρξη της ισχύος του εν λόγων νόμου καταργούνται, εκτός των λοιπών ρητώς αναφερόμενων διατάξεων, και "κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν" (εδ.
η΄ του εν λόγω άρθρου). Εξάλλου, με την υπ΄ αριθ. 2026439/3480/0022 της 30-5/6-6-1997 Κ.Υ.Α. επεκτάθηκαν, με βάση το άρθρο 24 του πιο πάνω νόμου 2470/1997, έχοντας ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-1997 εκτός άλλων, και οι διατάξεις των άρθρων 8, 31 και 33 του τελευταίου νόμου στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α. με αποτέλεσμα, με βάση την παραπάνω διάταξη του εδ. η΄ του άρθρου 31 (του ν. 2470/1997) να καταργηθεί από 1-1-1997 η προηγουμένως σχετικώς ισχύουσα υπ΄ αριθ. 2006402/481/0022 της 30/31-1-1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 62), που είχε εκδοθεί με βάση το άρθρο 7 παρ. 2 της υπ΄ αριθ. 88555/3293 της 30-9-1988 Κ.Υ.Α., που κυρώθηκε με το άρθρο 39 του ν. 1836/1989, με την οποία είχε καταργηθεί η προηγουμένως σχετικώς ισχύουσα υπ΄ αριθ. 2048842/6017/0022/6-6-1989 Κ.Υ.Α.
Ενόψει των ανωτέρω, υπό την ισχύ της προπαρατιθέμενης διατάξεως του άρθρου 8 του ν. 2470/1997, η οποία μετέβαλε επί το αυστηρότερο τις προϋποθέσεις χορηγήσεως του επιδόματος πληροφορικής, όπως αυτές προβλέπονταν από τις αμέσως πιο πάνω υπ΄ αριθ. 2006402/481/0022 της 30/31-1-1995 και 2048842/6017/0022/6-6-1989 κοινές υπουργικές αποφάσεις, δεν αρκεί πλέον για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής η απλή ανάθεση καθηκόντων σχετικά με το αντικείμενο των ειδικοτήτων στις οποίες αυτό αναφέρεται, κατ΄ αποκλειστική ή τουλάχιστον κατά κύρια απασχόληση, αλλά απαιτείται να συντρέχουν οι ανωτέρω τεθείσες με τη διάταξη του άρθρου 8 αριθ. 11 του ν. 2470/1997 προϋποθέσεις (ΑΠ 628/2006, ΣτΕ 146/2003, 3276/2001).
Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτη, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος, η από την τελευταία διάταξη θέσπιση της σ΄ αυτήν προϋποθέσεως της κατοχής οργανικής θέσεως για να υπάρχει δικαίωμα λήψεως του ως άνω επιδόματος πληροφορικής, αφού πρόκειται για ευνοϊκότερη μισθολογική μεταχείριση ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων, που παρέχει εργασία υπό διαφορετικές προϋποθέσεις και συνθήκες (πρβλ.
Ολ.ΑΠ 9-10/1999, ΑΠ 603/1999, 628/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δεύτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Οι αναιρεσίβλητες προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την υπ΄ αριθ. 2899964/14-2-1997 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ετήσιας διάρκειας (με την ειδικότητα των χειριστριών ηλεκτρονικού υπολογιστή) με δυνατότητα ανανέωσης ή παράτασης αυτών κατά το ν. 2190/1994 και τοποθετήθηκαν στις Διευθύνσεις Αλιείας του Υπουργείου Γεωργίας, οι συμβάσεις δε αυτές παρατάθηκαν τρεις φορές.
Στη συνέχεια με την υπ΄ αριθ. 403885/13-12-2000 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας οι συμβάσεις εργασίας τους μετατράπηκαν από ορισμένου σε αόριστου χρόνου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 και κατατάχθηκαν ταυτόχρονα σε προσωρινές θέσεις χειριστριών ηλεκτρονικού υπολογιστή ΔΕ, εργαζόμενες στις ίδιες Διευθύνσεις (όπου υπηρετούσαν).
Αμείβονταν δε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997 (όπως εκτέθηκε η εφαρμογή του με την ΚΥΑ 2026439/3480/0022/30-5/6-6-1997) και εργάζονταν από το έτος 1997 έως 31-12-2002 στο αναιρεσείον, χειριζόμενες σε όλη τη διάρκεια του ωραρίου τους αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ηλεκτρονικό υπολογιστή. Από την πρόσληψή της η πρώτη και από 15-2-1999 και εφεξής οι λοιπές αναιρεσίβλητες είχαν τα τυπικά προσόντα και την υπερδιετή εμπειρία που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις για τους χειριστές ηλεκτρονικού υπολογιστή ΔΕ (των άρθρων 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997, 18 του ΠΔ 194/1988 και 17 και 19 του ΠΔ 50/2001) και ειδικότερα η πρώτη είχε το τυπικό προσόν του νόμου (πτυχίο επαγγελματικής κατάρτισης με την ειδικότητα του προγραμματιστή του ΟΑΕΔ), ενώ οι λοιπές δύο την αναγκαία κατά το νόμο προϋπηρεσία μετά διετία από την πρόσληψή τους (δηλαδή από 14-2-1999).
Στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε, ότι οι αναιρεσίβλητες δικαιούνται το επίδομα πληροφορικής, παρά το ότι δεν κάλυπταν σχετικές οργανικές θέσεις, επειδή λόγω της φύσεως της εργασίας τους ως ορισμένου χρόνου δεν ήταν δυνατόν να κατέχουν οργανική θέση και ειδικότερα ότι δικαιούνταν να λαμβάνουν το εν λόγω επίδομα κατά το εδώ ήδη ενδιαφέρον χρονικό διάστημα από 1-1-1999 και εφεξής η πρώτη αναιρεσίβλητη και από 15-2-1999 και εφεξής οι λοιπές (2η και 3η) αναιρεσίβλητες, προφανώς μέχρι 31-12-2002.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε μεν το μοναδικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο το τελευταίο παρεπονείτο για το ότι κατά παραβίαση των στο λόγο αυτόν εφέσεως αναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων έγινε δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητες εδικαιούντο, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, να λάβουν το επίδομα πληροφορικής κατά το προαναφερόμενο, χρονικό διάστημα, αλλά στη συνέχεια, αυτεπαγγέλτως ενεργώντας, προέβη, κατόπιν παραδοχής κατ΄ ουσίαν της εφέσεως, σε εξαφάνιση της εκκληθείσας υπ΄ αριθ. 626/2003 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και ακολούθως, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, έκανε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της την ένδικη από 16-12-2002 αγωγή των αναιρεσιβλήτων για τα παραπάνω χρηματικά ποσά, εντόκως νομίμως, κατά τα ειδικότερα στην απόφαση αυτή διαλαμβανόμενα.
Κρίνοντας όμως έτσι, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρονται, το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, τις διατάξεις της υπ΄ αριθ. 2026439/3480/0022 της 30-5/6-6-1997 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας και Κυβερνήσεως, Οικονομικών και Εργασίας, καθώς και τις, με βάση την κοινή αυτήν υπουργική απόφαση, έχουσες στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή ως άνω διατάξεις των άρθρων 8 και 33 του ν. 2470/1997, εφόσον δέχτηκε ότι, μολονότι οι αναιρεσίβλητες δεν κατείχαν οργανικές θέσεις κλάδων πληροφορικής, εν τούτοις αυτές (αναιρεσίβλητες) εδικαιούντο να λάβουν το επίδομα πληροφορικής κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2002, κατά τις ως άνω διακρίσεις, παρά το ότι ήδη από 1-1-1997 είχε καταργηθεί, όπως προαναφέρθηκε, η ανωτέρω υπ΄ αριθ. 2006402/481/0022 της 30/31-1-1995 κοινή υπουργική απόφαση, με βάση την οποία είχε γίνει δεκτό ότι οι εργαζόμενοι με την ειδικότητά τους εδικαιούντο να λάβουν το πιο πάνω επίδομα, εφόσον τους είχαν ανατεθεί καθήκοντα σχετικά με το αντικείμενο της ειδικότητας αυτής κατ΄ αποκλειστική ή, έστω κύρια απασχόληση, εφόσον πάντως στις υπηρεσίες που υπηρετούσαν δεν είχαν προβλεφθεί σχετικές οργανικές θέσεις (ΑΠ 849/1999, ΣτΕ 146/2003).
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, που κρίθηκε ότι παραβιάστηκαν, δηλαδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
2.- Επειδή, κατ΄ ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της κατά τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως που κρίθηκε βάσιμος. Μετά δε την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τον προαναφερόμενο λόγο δεν υπάρχει δικονομικώς στάδιο για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 580 παρ. 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., γι΄ αυτό παρέλκει η παραπομπή αυτής για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο ή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο και πρέπει για λόγους οικονομίας της δίκης να γίνει δεκτή η από 5-10-2003 έφεση του αναιρεσείοντος και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή από το Δικαστήριο τούτο (Ολ ΑΠ 25/2001, ΑΠ 628/2006). Οι αναιρεσίβλητες, ως ηττώμενες, πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, κατά τα άρθρα 183 και 176 Κ.Πολ.Δ., για όλους τους βαθμούς, μειωμένη όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ΄ αριθ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β΄ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 1619/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δέχεται την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ΄ αριθ. 626/2003 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 16-12-2002 αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει σε τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ