Legislator Case Law & Legislation
1978/2022 AI generated

1978/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1978/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1978/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: (α) της από 27-9-2021 (ΓΑΚ 74473/2021, ΕΑΚ 148/2021, Αριθ. Δικ. 1960/2021) αίτησης αναίρεσης του καθ' ου η ανακοπή, Α. Κ., κατά του ανακόπτοντος, Ελληνικού Δημοσίου, (β) τον από 11-04-2022 πρόσθετο αναιρετικό λόγο της ανωτέρω αίτησης και, (γ) της από 16-11-2021 (ΓΑΚ 91055/2021, ΕΑΚ 170/2021, Αριθ.

Keywords

AI generated
act of accession of Greece opt-out clause objection to debt enforcement third-party payment consignment of debt third-party claim procedure in attachment
AI generated
1050/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
1127/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.
1052/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
1018/2019
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2010 ανακοπή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 4/1/2013 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14868/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 435/2018 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29/5/2018 αίτησή τους.
1025/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1978 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1978/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θωμά Καζάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θωμά Καζάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/8/2019 ανακοπή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 223/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6105/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 27/9/2021 αίτησή του και τους από 11/4/2022 πρόσθετους λόγους αυτής και το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 16/11/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσίβλητος και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της από 27/9/2021 αιτήσεως και των από 11/4/2022 προσθέτων λόγων αυτής, την απόρριψη της από 16/11/2021 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 147.2020, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 754/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: (α) της από 27-9-2021 (ΓΑΚ 74473/2021, ΕΑΚ 148/2021, Αριθ. Δικ. 1960/2021) αίτησης αναίρεσης του καθ' ου η ανακοπή, Α. Κ., κατά του ανακόπτοντος, Ελληνικού Δημοσίου, (β) τον από 11-04-2022 πρόσθετο αναιρετικό λόγο της ανωτέρω αίτησης και, (γ) της από 16-11-2021 (ΓΑΚ 91055/2021, ΕΑΚ 170/2021, Αριθ.

Δικ. 26/2022) αντίθετης αίτησης αναίρεσης του ανακόπτοντος, Ελληνικού Δημοσίου, κατά του καθ' ου η ανακοπή, Α. Κ., με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή, με αριθμό 6105/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται, έτσι, η διεξαγωγή της δίκης, ενώ ο πρόσθετος λόγος δεν έχει αυτοτέλεια και δικάζεται, πάντα, με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 304/2020, ΑΠ 805/2020, ΑΠ 236/2020).

Η προσβαλλόμενη απόφαση (6105/2021) εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, επί της από 1-7-2020 έφεσης και της από 12-10-2020 αντέφεσης του καθ' ου η ανακοπή, καθώς και της από 21-9-2021 έφεσης του ανακόπτοντος κατά της 223/2020 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 569 παρ. 2 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η προσβαλλόμενη απόφαση (6105/2021 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον - αναιρεσίβλητο), με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, από 5-8-2019 ανακοπή του, ζήτησε, επικαλούμενο τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, να ακυρωθεί η κάτω από το με αριθμό 303/2016 πρώτο απόγραφο εκτελεστό της ... δήλωσής του ως τρίτου, από 29-7-2019 επιταγή προς εκτέλεση. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η 223/2020 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση κατά το ποσό των 30.152,42 ευρώ, κατ' αποδοχή του τέταρτου λόγου ανακοπής, με τον οποίο το Ελληνικό Δημόσιο πρόβαλε ακυρότητα της κατάσχεσης κατά το άνω ποσό, ισχυριζόμενο ότι προέβη σε συμψηφισμό, ισόποσης προς το ανωτέρω ποσό, ληξιπρόθεσμης ανταπαίτησής του κατά του καθ' ου η κατάσχεση - οφειλέτη του καθ' ου η ανακοπή. Κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησαν, ο μεν καθ' ου η ανακοπή, Α. Κ., την από 1-7-2020 έφεση και την από 12-10-2020 αντέφεση, το δε ανακόπτον, Ελληνικό Δημόσιο, την από 21-9-2021 έφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 6105/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αμφότερες οι εφέσεις και η αντέφεση απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν.

Α. Επί των λόγων της από 27-9-2021 (ΓΑΚ 74473/2021, ΕΑΚ 148/2021, Αριθ. Δικ. 1960/2021) αίτησης αναίρεσης και του από 11-4-2022 (Αριθ. Κατάθ. 50/2022) πρόσθετου λόγου αυτής του αναιρεσείοντος, Α. Κ..

Κατά τη διάταξη του άρθρου 984 παρ. 2 ΚΠολΔ απαγορεύεται και δεν παράγει έννομες συνέπειες για τον κατασχόντα η εξόφληση από τον τρίτο της κατασχεθείσας απαίτησης ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση, καθώς και η απόδοση σ' εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση ή η διάθεση σε τρίτους του κατασχεθέντος, αφότου του επιδοθεί το έγγραφο του άρθρου 983 ΚΠολΔ, έστω και αν αυτό δεν επιδόθηκε ακόμη σ' εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση.

Η κατά τα άνω απαγόρευση της εξόφλησης ή του συμψηφισμού επέρχεται και προκειμένου περί συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 715 παρ. 4 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 449 ΑΚ, αν η απαίτηση έχει κατασχεθεί, ο οφειλέτης της δεν μπορεί να προτείνει, κατά του προσώπου που επέβαλε την κατάσχεση, σε συμψηφισμό ανταπαίτηση που απέκτησε κατά του δανειστή μετά την κατάσχεση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο τρίτος δικαιούται να προτείνει προς συμψηφισμό και μετά την κατάσχεση ανταπαίτησή του, η οποία ήταν γεγενημένη κατά το χρόνο της προς αυτόν κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου και, επομένως, προγενέστερη της κατασχέσεως (ΑΠ 435/2015, ΑΠ 1411/2011, ΑΠ 354/2010). Κρίσιμος χρόνος, για να κριθεί αν η απαίτηση που προβάλλεται προς συμψηφισμό προηγείται της κατασχέσεως, είναι το χρονικό σημείο κατά το οποίο συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού, δηλαδή το ληξιπρόθεσμο της απαιτήσεως (ΑΠ 663/2017, ΑΠ 435/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ (που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη ανακοπή του το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο επικαλέστηκε τα εξής: Ότι από σύμβαση έκδοσης, διανομής και πώλησης βιβλίων και επιστημονικών εγχειριδίων, που είχε καταρτιστεί μεταξύ του καθ' ου η ανακοπή και του Α. Σ., ο τελευταίος όφειλε τον πρώτο, κατά τα έτη 2005 έως 2011, αμοιβές συνολικού ποσού 49.279 ευρώ.

Ότι λόγω της άρνησης του Α. Σ. να του καταβάλει το άνω ποσό, ο καθ' ου η ανακοπή, προς διασφάλιση της απαίτησής του, ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και εκδόθηκε σε βάρος του (Α. Σ.) η 246/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητού και ακίνητου περιουσιακού στοιχείου του καθ' ου και των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ' αυτών, καθώς και των πάσης φύσεως απαιτήσεών του στα χέρια του ή στα χέρια τρίτων.

Ότι δυνάμει της άνω απόφασης, ο καθ' ου η ανακοπή με το από 10-2-2012 κατασχετήριο επέβαλε στα χέρια του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως τρίτου, συντηρητική κατάσχεση κάθε απαίτησης του οφειλέτη του σε βάρος του (Ελληνικού Δημοσίου) μέχρι του ποσού των 60.000 ευρώ. Ότι το ανακόπτον προέβη στην ... θετική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία δήλωσε ότι καταβάλει ετησίως στις εκδόσεις Α.

Σ. ποσό 500.000 ευρώ, από το οποίο, προς διασφάλιση της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή, η αρμόδια Υπηρεσία ΥΔΕ του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων δέσμευσε ποσό 60.000 ευρώ και εξέδωσε σχετικό χρηματικό ένταλμα προς πληρωμή του στον ανακόπτοντα, το οποίο (χρηματικό ένταλμα) καταχωρίστηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Δ' Αθηνών με αριθμό .... Ότι για την ανωτέρω απαίτηση εκδόθηκε, κατόπιν άσκησης σχετικής αγωγής από τον καθ' ου η ανακοπή, η ήδη αμετάκλητη 1748/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο εναγόμενος, Α. Σ., υποχρεώθηκε να του καταβάλει το ως άνω ποσό των 49.279 ευρώ, νομιμοτόκως. Ακολούθως, με τον τέταρτο λόγο ανακοπής του, ισχυρίστηκε ότι "προέβη σε συμψηφισμό και πίστωσε το ποσό των 30.152,42 ευρώ στις ληξιπρόθεσμες μη ρυθμισμένες οφειλές του καθ' ου η κατάσχεση Α.

Σ., βεβαιωμένες μετά την αναγγελία του κατασχετηρίου και με πρώτη ημερομηνία βεβαίωσης την 27-2-2015" και ζήτησε να ακυρωθεί, κατά το άνω ποσό, η από 29-7-2019 επιταγή προς εκτέλεση κάτω από το υπ' αριθ. 303/2016 πρώτο απόγραφο εκτελεστό της ... δήλωσής του, ως τρίτου, που του κοινοποίησε ο καθ' ου η ανακοπή στις 30-7-2019.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον δεύτερο αναιρετικό λόγο μέρος της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχείο (Α) έφεσής του, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως τρίτο, δικαιούται να προτείνει σε συμψηφισμό και μετά την κατάσχεση εις χείρας του ως τρίτου, ανταπαίτησή του κατά του κατασχόντος, η οποία ήταν προγενέστερη της κατάσχεσης και, συνεπώς, η αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Δ' Αθηνών νομίμως προέβη σε συμψηφισμό και πίστωσε το ποσό των 30.152,42 ευρώ στις ληξιπρόθεσμες μη ρυθμισμένες οφειλές του καθ' ου η κατάσχεση εκχωρητή οφειλέτη του καθ' ου η ανακοπή, βεβαιωμένες μετά την αναγγελία του κατασχετηρίου, με συνέπεια να καθίσταται μη νόμιμη η επισπευδόμενη για το ανωτέρω ποσό αναγκαστική εκτέλεση.

Ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς ο συμψηφισμός εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου για το ποσό των 30.152,42 ευρώ έγινε στις ήδη ληξιπρόθεσμες, κατά το χρόνο της αναγγελίας του κατασχετηρίου, οφειλές του καθ' ου η κατάσχεση (βλ. το με αριθ. ... χρηματικό ένταλμα της Δ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών) και συνεπώς το Δημόσιο, ως τρίτο, δικαιούται να προτείνει σε συμψηφισμό, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, την ανταπαίτησή του κατά του κατασχόντος...".

Ωστόσο, εφόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, οι προταθείσες σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου κατά του οφειλέτη του καθ' ου η ανακοπή (αναιρεσείοντος), Α. Σ., βεβαιώθηκαν μετά την κοινοποίηση του επίδικου, από 10-2-2012, κατασχετηρίου στα χέρια του (Ελληνικού Δημοσίου) ως τρίτου, με ημερομηνία πρώτης βεβαίωσης 27-2-2015, δηλαδή σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του χρόνου επίδοσης του κατασχετηρίου, χωρίς να προκύπτει από τα εκτιθέμενα ότι οι απαιτήσεις αυτές ήταν ήδη γεγενημένες κατά το χρόνο της προς το αναιρεσίβλητο κοινοποίησης του ανωτέρω κατασχετηρίου, αφού το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο παραλείπει να αναφέρει το χρόνο που έγιναν ληξιπρόθεσμες, γι' αυτό, άλλωστε, τούτο (Ελληνικό Δημόσιο) προέβη στην από 2-4-2012 εμπρόθεσμη θετική δήλωση τρίτου και δέσμευσε το χρηματικό ποσό των 60.000 ευρώ, για το οποίο επιβλήθηκε στα χέρια του, ως τρίτου, η επίδικη κατάσχεση, προκειμένου να το αποδώσει στον αναιρεσείοντα, εκδίδοντας και σχετικό προς τούτο χρηματικό ένταλμα (υπ' αριθ. ...), μη νόμιμα το Ελληνικό Δημόσιο προέβη, στη συνέχεια, μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου εγγράφου, στον συμψηφισμό, αφού η ανταπαίτησή του κατά του οφειλέτη του, Α.

Σ., δεν είχε γεννηθεί και συνυπάρξει με την απαίτηση που κατασχέθηκε στα χέρια του ως τρίτου προ της επιβολής της κατάσχεσης.

Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δεχόμενο ότι ο συμψηφισμός εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου ήταν νόμιμος, γιατί έγινε σε ήδη ληξιπρόθεσμες κατά το χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου οφειλές του καθ' ου η κατάσχεση, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι το ληξιπρόθεσμο των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Α.

Σ. προκύπτει από το με αριθμό ... χρηματικό ένταλμα της Δ.Ο.Υ. Δ' Αθηνών, το οποίο, όμως, όπως εκτίθεται στην ανακοπή, δεν αφορά το ληξιπρόθεσμο των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου σε βάρος του Α. Σ., αλλά την πληρωμή από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Δ' Αθηνών του οφειλόμενου στον ανακόπτοντα ποσού των 60.000 ευρώ, για το οποίο επιβλήθηκε στα χέρια του Δημοσίου ως τρίτου η κατάσχεση, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 449 ΑΚ και 984 παρ. 2 ΚΠολΔ, τις οποίες εφάρμοσε, παρότι τα ανωτέρω εκτιθέμενα στον τέταρτο λόγο ανακοπής δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με τον πρόσθετο λόγο αυτής, με τους οποίους αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), οι οποίοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτών, παρέλκει ως αλυσιτελής, η εξέταση των υπόλοιπων διατυπούμενων με την από 27-9-2021 αίτηση αναίρεσης λόγων, αφού τυχόν παραδοχή τους θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημα που υπέβαλε με δήλωση στα πρακτικά και με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, ...

Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Β. Επί της από 16-11-2021 (ΓΑΚ 91055/2021, ΕΑΚ 170/2021, Αριθ. Δικ. 26/2022) αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου. Σε περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της και με την αναίρεση πλήττεται η μια μόνο από αυτές, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει, όταν με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 1261/2021, ΑΠ 232/2020, ΑΠ 436/2020, ΑΠ 559/2019, ΑΠ 1442/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, αναφορικά με το ενδιαφέρον την αναίρεση του Ελληνικού Δημοσίου μέρος του, τα εξής: "... Με την κρινόμενη υπό στοιχείο (Β) έφεση, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο λανθασμένα απέρριψε εν μέρει τον τέταρτο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυριζόταν ότι έπρεπε να ακυρωθεί στο σύνολό της η κάτωθι του πρώτου απογράφου εκτελεστού της με αριθ. ...

δήλωσης του Δημοσίου ως τρίτου και της κάτωθι αντιγράφου αυτού από 29-7-2019 επιταγής προς εκτέλεση, πληρωμή ποσού 60.063,20 ευρώ και η βάσει του άνω απογράφου επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση και ακολούθως επιβληθείσα κατάσχεση εις χείρας αυτού ως τρίτου, δεχθέν ότι όσον αφορά το υπόλοιπο κατασχεθέν ποσό των 29.847,58 ευρώ, η καθυστέρηση από τον καθ' ου η ανακοπή προσκόμισης των ζητηθέντων δικαιολογητικών πληρωμής του, των αποδεικτικών ενημερότητας αυτού που δεν είχε ακόμη προσκομίσει, δεν επηρεάζει το κύρος των εν λόγω πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης.

Σύμφωνα με τον μοναδικό λόγο της υπό στοιχείο (Β) έφεσης, η εκκαλουμένη όφειλε να δεχθεί ότι η προσκόμιση ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας τόσο του κατασχόντος όσο και του καθ' ου η κατάσχεση, κατά το χρόνο πληρωμής της απαίτησης, αποτελούν προϋπόθεση που τίθεται από το νόμο, προκειμένου να αποδοθεί στον κατασχόντα το δεσμευμένο ποσό.

Ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι αποδείχθηκε ότι ο κατασχών είχε προσκομίσει ήδη από 11-7-2017 προς την Δ' Δ.Ο.Υ Αθηνών αποδεικτικά φορολογικής ενημερότητάς του (βλ. τις από 11-7-2017 και 23-1-2018 αναφορές - αιτήσεις του προς την ανωτέρω Δ.Ο.Υ), σε κάθε περίπτωση, δε, η αναζήτηση φορολογικής ενημερότητας ήταν ευχερής από τα ηλεκτρονικά αρχεία που τηρούνται στην Δ.Ο.Υ.

Αναφορικά, δε, με την ύπαρξη εκκρεμούς οφειλής του κατασχόντος προς τον Δήμο Αθηναίων, αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για πρόστιμα λόγω παράνομης στάθμευσης παρελθόντων ετών (1984 - 2000) συνολικού ποσού 350,41 ευρώ, τα οποία και εξοφλήθηκαν από τον ίδιο μόλις διαπιστώθηκε η ύπαρξή τους. Τέλος, αναφορικά με τη μη προσκόμιση ασφαλιστικής ενημερότητας του καθ' ου η κατάσχεση εκ μέρους του κατασχόντος, η εν λόγω υποχρέωση (άρθρο 7 ν. 2065/1992) αναφέρεται προδήλως σε συμβατικές εκχωρήσεις των οφειλετών προς το ΙΚΑ (νυν ΕΦΚΑ) και θεσπίστηκε, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το φαινόμενο των εικονικών εκχωρήσεων προς αποφυγή πληρωμής των οφειλών, που θα είχε ως συνέπεια την αποστέρηση εσόδων.

Σε κάθε περίπτωση κρίνεται δυσανάλογα επαχθής για τον κατασχόντα η υποχρέωση προσκόμισης ασφαλιστικής ενημερότητας για οφειλέτη (καθ' ου η ανακοπή), ο οποίος δεν είναι ασφαλιστικά ενήμερος, καθώς η υποχρέωση αυτή έχει ως συνέπεια τη ματαίωση της είσπραξης της απαίτησής του κατά του καθ' ου η κατάσχεση, δεδομένου ότι με τη συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τρίτου ο κατασχών γίνεται, από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση, δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης ή μέρους αυτής, ανάλογα με το περιεχόμενο της απόφασης (άρθρο 722 παρ. 2 ΚΠολΔ)...".

Όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στήριξε το εν μέρει απορριπτικό του πόρισμα επί του τέταρτου λόγου ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο το ανακόπτον ζήτησε να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη εκτέλεσης και για το επιμέρους κατασχεθέν ποσό των 29.847,58 ευρώ λόγω μη προσκόμισης των δικαιολογητικών πληρωμής του, ήτοι ασφαλιστικής (και φορολογικής) ενημερότητας τόσο του κατασχόντος όσο και του καθ' ου η κατάσχεση κατά το χρόνο της πληρωμής, σε δύο επάλληλες κύριες αιτιολογίες.

Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογία, το Εφετείο απέρριψε τον άνω λόγο ανακοπής, διότι έκρινε ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 7 του ν. 2065/1992 υποχρέωση προσκόμισης ασφαλιστικής ενημερότητας του καθ' ου η κατάσχεση εκ μέρους του κατασχόντος αναφέρεται σε συμβατικές εκχωρήσεις των οφειλετών προς το ΙΚΑ (νυν ΕΦΚΑ) και θεσπίστηκε προκειμένου να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο των εικονικών εκχωρήσεων προς αποφυγή πληρωμής των οφειλών που θα είχε ως αποτέλεσμα την αποστέρηση εσόδων.

Επιπροσθέτως, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με δεύτερη (επάλληλη) αιτιολογία ότι, "σε κάθε περίπτωση κρίνεται δυσανάλογα επαχθές για τον κατασχόντα η υποχρέωση προσκόμισης ασφαλιστικής ενημερότητας για οφειλέτη (καθ' ου η κατάσχεση), ο οποίος δεν είναι ασφαλιστικά ενήμερος, καθώς η υποχρέωση αυτή έχει ως συνέπεια τη ματαίωση της είσπραξης της απαίτησής του κατά του καθ' ου η κατάσχεση, δεδομένου ότι με τη συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τρίτου ο κατασχών γίνεται, από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση, δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης ή μέρους αυτής, ανάλογα με το περιεχόμενο της απόφασης".

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η απορρέουσα από την παρ. 7 του άρθρου 39 του Ν. 2065/1992 υποχρέωση περί προσκόμισης ασφαλιστικής ενημερότητας του καθ' ου η κατάσχεση εκ μέρους του κατασχόντος αναφέρεται σε συμβατικές εκχωρήσεις των οφειλετών προς το ΙΚΑ, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 του Ν. 4174/2013, 1 της απόφασης 1274/2013 του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης της παραγράφου 5 του άνω άρθρου 12 του Ν. 4174/2013, η οποία (1274/2013 απόφαση) τροποποιήθηκε με την 1065/2014 απόφαση, των περιπτώσεων 1 και 2 της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του Ν. 4254/2014, όπως η περίπτωση 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 55 του Ν. 4305/2014, 80 παρ. 2Α του Ν. 4446/2016 "Πτωχευτικός Κώδικας, Διοικητική Δικαιοσύνη κ.α", 26 παρ. 9 Ν. 1882, όπως ισχύει, 39 παρ. 7 Ν. 2065/1992 και των ΠΟΛ 1274/2013 και 1275/2013, ενώ, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή αυτών έπρεπε να δεχθεί ότι η προσκόμιση ασφαλιστικής ενημερότητας τόσο του κατασχόντος όσο και του καθ' ου η κατάσχεση, κατά το χρόνο πληρωμής της απαίτησης, αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου να αποδοθεί στον κατασχόντα το δεσμευμένο ποσό.

Από το περιεχόμενο, όμως, του πιο πάνω αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι με αυτόν προσβάλλεται η ως άνω πρώτη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού οι προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου προβλέπουν περί των προϋποθέσεων απόδοσης από το Δημόσιο προς τους κατασχόντες των δεσμευμένων στα χέρια του ως τρίτου απαιτήσεων κατά των οφειλετών των κατασχόντων.

Όσον αφορά, δε, τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της απόφασης, με την οποία το Εφετείο απέρριψε τον παραπάνω λόγο ανακοπής κρίνοντας ότι η υποχρέωση προσκόμισης της ασφαλιστικής ενημερότητας για οφειλέτη του καθ' ου η κατάσχεση που δεν είναι ασφαλιστικά ενήμερος είναι δυσανάλογα επαχθής για τον κατασχόντα, διότι συνεπάγεται την ματαίωση είσπραξης της απαίτησής του, ιδίως σε περίπτωση που αυτή έχει επιδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, καθ' ό την πλήττει, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο δικόγραφο ούτε η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβίασε το Εφετείο με την ανωτέρω κρίση του, ούτε το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση ερμηνευτικό και υπαγωγικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή αυτής.

Συνεπώς, αφού η δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πλήττεται επιτυχώς με την αναίρεση, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο πλήττεται η πρώτη επάλληλη αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη από 16-11-2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί αυτό, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου, που υποβλήθηκε με δήλωση στα πρακτικά και με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία, όμως, πρέπει να οριστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, ... Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 27-9-2021 (ΓΑΚ 74473/2021, ΕΑΚ 148/2021, Αριθ. Δικ. 1960/2021) αίτηση αναίρεσης και τον από 11-4-2022 (Αριθ. Κατάθ. 50/2022) πρόσθετο λόγο αυτής, καθώς και την από 16-11-2021 (ΓΑΚ 91055/2021, ΕΑΚ 170/2021, Αριθ. Δικ. 26/2022) αίτηση για αναίρεση της 6105/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΔΕΧΕΤΑΙ την από 27-9-2021 αίτηση αναίρεσης και τον από 11-4-2022 πρόσθετο λόγο αυτής του αναιρεσείοντος Α. Κ..

ΑΝΑΙΡΕΙ την 6105/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα, Α. Κ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του παραπάνω αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-11-2021 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του παραπάνω αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ