1978/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Aβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια και Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1978/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το αρ. 4 παρ. 1 του ν. 3816/2010] η σχετική σε βάρος του καταχώρηση θα έπρεπε να διαγραφεί από τα αρχεία οικονομικής συμπεριφοράς της ως άνω εταιρείας, ακολούθως προσκόμισε συνημμένη την προαναφερθείσα εν μέρει κατά τα ανωτέρω πλαστή βεβαίωση στην από 23-11-2011 αίτησή του προς την ως άνω εταιρεία αιτούμενος την διαγραφή της σε βάρος του καταχώρησης αναφορικά με την πληρωμή της προαναφερθείσας τραπεζικής επιταγής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1978 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1978/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Aβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια και Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Παππαδά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Τ. Π. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη, για αναίρεση της υπ'αριθ. ΘΤ2151/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευσταθία Τομπουλίδη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθ.πρωτ. 11118/21-10-2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1523/2019.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ.πρωτ. 11118/2019 και από 21.10.2019 αίτηση του Τ. Π. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθμόν Θ Τ 2151/ 24.9.2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (το οποίο κατ' έφεση δικάζοντας κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της αξιοποίνου πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών) ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 1.10.2019), από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς τούτο , κατ' άρθρα 462 περ. β, 463, 465 παρ. 1,2, 473 παρ. 3 ,504 παρ. 1 και 505 προισχύσαντος ΚποινΔ, σε συνδ. με το άρθρο 590 παρ. 1 του νυν ισχύοντος ΚποινΔ ( ν. 4620/ 1.7.2019). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 216 του νυν από 1.7.2019 ισχύοντος Π.Κ. (ν.4619/2019) (και το οποίο εφαρμόσθηκε εν προκειμένω ) με τίτλο Πλαστογραφία: 1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή.
2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο
έγγραφο.
Από τη διάταξη αυτή που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των έγγραφων συναλλαγών (OΛ ΑΠ 3/2008) προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Ως έγγραφο που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας νοείται κατά το άρθρο 13 εδάφ. γ' του ΠΚ κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία. Το έγγραφο πρέπει να είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες (ΑΠ 303/2013).
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ,Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων το εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή του και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μερικά από αυτά, κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μεσούν μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικούς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 74/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί μία τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το δικαστήριο που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως κατά λέξη τα εξής: "Στην Αθήνα, την 25-11-2011, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου και ειδικότερα, αφού έλαβε στην κατοχή του την με ημερομηνία 25-8-2010 βεβαίωση του Γ.
Α., ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "... & ΥΙΟΣ Α.Ε.", σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος δήλωνε προς την Συνεταιρική Τράπεζα Δωδεκανήσου ότι αυτός (ο κατηγορούμενος) είχε εξοφλήσει προς την προαναφερθείσα εταιρεία την με αριθμό "..." τραπεζική επιταγή της προαναφερθείσα τράπεζας εκδόσεώς του στην Ρόδο, την 10-8-2010, ποσού 5.667 ευρώ, η οποία είχε εμφανιστεί προς πληρωμή την 13-8-2010, πλην, όμως δεν πληρώθηκε λόγω ανυπαρξίας επαρκών κεφαλαίων, έθεσε πλησίον της υπογραφής του ως άνω προσώπου έντυπη σφραγίδα την οποία συμπλήρωσε χειρόγραφα ως προς τα μη έντυπα σημεία αυτής με το εξής περιεχόμενο:
ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ - ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ - ΚΕΝΤΡΟ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΩΝ - Βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής ο /η Α. Γ. - ... - ΗΜΕΡ. ΕΚΔ. 20/3/2001/ ΕΚΔ. ΑΡΧΗ Υ.Α. ... 27-8-2010/ Π.Α./ Ε. ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ ΤΟΠ. ΑΥΤ.", ακολούθως έθεσε, χωρίς δικαίωμα, δυσανάγνωστη υπογραφή προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση της τους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας "Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Α.Ε." δ.τ. "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε." ότι η προαναφερθείσα τραπεζική επιταγή είχε εξοφληθεί εντός τριάντα ημερών, όπως προέκυπτε από την σχετική βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής και ως εκ τούτου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 α' του ν. 3259/2004 [ως τροπ.
Με το αρ. 4 παρ. 1 του ν. 3816/2010] η σχετική σε βάρος του καταχώρηση θα έπρεπε να διαγραφεί από τα αρχεία οικονομικής συμπεριφοράς της ως άνω εταιρείας, ακολούθως προσκόμισε συνημμένη την προαναφερθείσα εν μέρει κατά τα ανωτέρω πλαστή βεβαίωση στην από 23-11-2011 αίτησή του προς την ως άνω εταιρεία αιτούμενος την διαγραφή της σε βάρος του καταχώρησης αναφορικά με την πληρωμή της προαναφερθείσας τραπεζικής επιταγής.
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το ανωτέρω έγγραφο έχει αληθές περιεχόμενο και ότι και χωρίς το πλαστό μέρος αυτού που συνίσταται, κατά τα αναλυτικά ήδη εκτεθέντα, μόνο ως προς τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος με ημερομηνία 27-8-2010 θα επέφερε τις ίδιες έννομες συνέπειες και ως εκ τούτου δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε πρώτον ότι η εν λόγω βεβαίωση δεν θα γινόταν δεκτή, ως δικαιολογητικό, στην αίτηση διαγραφής από τα αρχεία της οικονομικής συμπεριφοράς της πολιτικώς ενάγουσας αν δεν βεβαιωνόταν το γνήσιο της υπογραφής του δηλούντος και δεύτερον δοθέντος ότι ο χρόνος εξόφλησης της επιταγής προκειμένου να γίνει δεκτό το αίτημα της διαγραφής του εκκαλούντος κατηγορουμένου έπρεπε να αποδεικνύεται ότι ήταν εντός 30 ημερών από τη σφράγιση της, η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του συντάκτη της βεβαίωσης με ημερομηνία εν προκειμένω εντός της ως άνω προθεσμίας ( 27-8-2010) που άρχιζε από την 13-8-2010 (ημέρα σφράγισης της επιταγής), χρησίμευε ως απόδειξη του χρόνου εξόφλησης, ο δε συντάκτης της βεβαίωσης, κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι η ως άνω επιταγή εξοφλήθηκε τμηματικά από τον Αύγουστο έως τον Οκτώβριο του 2010 και ότι η βεβαίωση δόθηκε στον κατηγορούμενο μετά την πλήρη εξόφληση τον Οκτώβριο με προγενέστερη ημερομηνία "για να μην έχει πρόβλημα με τον ΤΕΙΡΕΣΙΑ".
Μετά ταύτα ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω πράξης." Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα του ότι: "Στην Αθήνα, την 25-11-2011, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου και ειδικότερα, αφού έλαβε στην κατοχή του την με ημερομηνία 25-8-2010 βεβαίωση του Γ.
Α., ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "... & ΥΙΟΣ Α.Ε.", σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος δήλωνε προς την Συνεταιρική Τράπεζα Δωδεκανήσου ότι αυτός (ήδη κατηγορούμενος) είχε εξοφλήσει προς την προαναφερθείσα εταιρεία την με αριθμό "..." τραπεζική επιταγή της προαναφερθείσα τράπεζας εκδόσεώς του στην Ρόδο, την 10-8-2010, ποσού 5.667 ευρώ, η οποία είχε εμφανιστεί προς πληρωμή την 13-8-2010, πλην, όμως δεν πληρώθηκε λόγω ανυπαρξίας επαρκών κεφαλαίων, έθεσε πλησίον της υπογραφής του ως άνω προσώπου έντυπη σφραγίδα την οποία συμπλήρωσε χειρόγραφα ως προς τα μη έντυπα σημεία αυτής με το εξής περιεχόμενο:
ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ - ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ - ΚΕΝΤΡΟ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΩΝ - Βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής ο /η Α. Γ. - ... - ΗΜΕΡ ΕΚΔ. 20/3/2001/ ΕΚΔ. ΑΡΧΗ Υ. Α. ... 27-8-2010/ Π.Α./ Ε. ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ ΤΟΠ. ΑΥΤ.", ακολούθως έθεσε, χωρίς δικαίωμα, δυσανάγνωστη υπογραφή προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση της τους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας "Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Α.Ε." δ.τ. "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε." ότι η προαναφερθείσα τραπεζική επιταγή είχε εξοφληθεί εντός τριάντα ημερών, όπως προέκυπτε από την σχετική βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής και ως εκ τούτου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 α' του ν. 3259/2004 [ως τροπ.
Με το αρ. 4 παρ. 1 του ν. 3816/2010] η σχετική σε βάρος του καταχώρηση θα έπρεπε να διαγραφεί από τα αρχεία οικονομικής συμπεριφοράς της ως άνω εταιρείας, ακολούθως προσκόμισε συνημμένη την προαναφερθείσα εν μέρει κατά τα ανωτέρω πλαστή βεβαίωση στην από 23-11-2011 αίτησή του προς την ως άνω εταιρεία αιτούμενος την διαγραφή της σε βάρος του καταχώρησης αναφορικά με την πληρωμή της προαναφερθείσας τραπεζικής επιταγής." Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 απρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας εγγράφων (με τη μορφή της νόθευσης) μετά χρήσεως, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με την οποία έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.
Ια, 27 παρ.1 και 216 παρ. 1 του νέου ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της που αλληλοσυμπληρώνονται, διαλαμβάνονται τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος κατά τόπο, χρόνο, τρόπο και λοιπές περιστάσεις.
Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν απάντησε στον καταχωρηθέντα στις σελίδες 5-11 της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτοτελή, ως τον χαρακτηρίζει, ισχυρισμό του, ότι δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, διότι το περιεχόμενο της βεβαίωσης εξόφλησης της επιταγής είναι αληθές, παρά το γεγονός της πλαστότητος του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος, είναι αβάσιμη και απορριπτέα:
το Δικαστήριο απάντησε, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον ως άνω αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος, με επαρκή αιτιολογία,, ότι η εν λόγω βεβαίωση δεν θα γινόταν δεκτή ως δικαιολογητικό στην αίτηση διαγραφής από τα αρχεία της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, καθ' ότι τούτο θα έπρεπε να αποδεικνύεται ότι ήταν εντός τριάντα ημερών από τη σφράγιση της επιταγής, η οποία σφραγίσθηκε στις 13.8.2010 και εξοφλήθηκε τμηματικά έως τον Οκτώβριο του 2010, και η βεβαίωση δόθηκε στον κατηγορούμενο μετά την πλήρη εξόφληση τον Οκτώβριο με προγενέστερη ημερομηνία, ενώ ο ίδιος χωρίς δικαίωμα συμπλήρωσε χειρόγραφα τα αναφερόμενα (ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ - ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ - ΚΕΝΤΡΟ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΩΝ - Βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής...) έθεσε δυσανάγνωστη υπογραφή και ημερομηνία την 27.8.2010.
Κατ' ακολουθία τούτων ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 του ΚΠοινΔ όπως ισχύει, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη.
Η ακυρότητα όμως αυτή που δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεις του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ιδίου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες (ΟλΑΠ762/1992).
Σύμφωνα εξ άλλου με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 82 του νυν ισχύοντος ΚΠοινΔ (Δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας) Όποιος έχει το δικαίωμα να υποστηρίξει την κατηγορία στο ποινικό δικαστήριο (άρθρο 63), μπορεί να δηλώσει ότι παρίσταται για την υποστήριξή της στην ποινική διαδικασία.
Evώ σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 588 του ισχύοντος ΚΠοινΔ (ν. 4620/2019) Αστικές αξιώσεις που έχουν εισαχθεί σε ποινικά δικαστήρια παραπέμπονται υποχρεωτικά ως ανεκκαθάριστες στα πολιτικά δικαστήρια, εκτός αν έχουν επιδικαστεί, οπότε ως προς αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις του καταργούμενου κώδικα ποινικής δικονομίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. Θ Τ 2151 / 2019 απόφαση του, απέρριψε τις υποβληθείσες αντιρρήσεις του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της παραστάσεως ως πολιτικώς ενάγουσας της ανώνυμης εταιρίας "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε." και της επεδίκασε το και πρωτοδίκως σε αυτή επιδικασθέν ποσό των 44 ευρώ με επιφύλαξη. Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων παραπονείται ότι το Δικαστήριο με το να δεχθεί την παράσταση της ανώνυμης εταιρίας "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. "ως πολιτικώς ενάγουσας και να της επιδικάσει το ποσό των 44 ευρώ με επιφύλαξη ως χρηματική ικανοποίηση, υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας (περ. Α' της παρ. 1 του άρθρου 510 ΚποινΔ ), αλλά και στην πλημμέλεια της θετικής υπέρβασης εξουσίας (περ. Α' της παρ. 1 του άρθρου 510 ΚποινΔ), εφ' όσον μετά από την τροποποίηση του ΚΠοιν.Δ και σύμφωνα με τα άρθρα 82 επ. νυν ισχύοντος ΚΠοινΔ, ο δικαιούμενος έχει τη δυνατότητα να παρασταθεί μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας, χωρίς να διεκδικεί οιοδήποτε χρηματικό ποσό από το ποινικό δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός, δεύτερος (τελευταίος), της ενδίκου αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μεταβατική διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 588 του ισχύοντος ΚποινΔ, εφ ' όσον με την πρωτόδικη απόφαση είχε ήδη επιδικασθεί το ποσό των 44 ευρώ, ορθώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατ' εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 588 του ισχύοντος ΚΠοινΔ, επεδίκασε τελεσιδίκως το παραπάνω ποσό, και ουδεμία επήλθε ακυρότητα ή υπέρβαση εξουσίας.
Επειδή, από το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, που αναφέρεται στην πρόταση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι αυτοί μπορούν να προταθούν με έγγραφο, που κατατίθεται στο γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη, για τη συζήτηση της αναίρεσης, ημέρα, ενώ, αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι.
Προφανής σκοπός του χρονικού αυτού διαστήματος είναι η προπαρασκευή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των άλλων, εκτός από τον αναιρεσείοντα, διαδίκων, που μετέχουν στη συζήτηση της αναίρεσης, προκειμένου, ανάλογα με το έννομο συμφέρον τους, να υποστηρίξουν ή αποκρούσουν τους πρόσθετους λόγους. Η ημέρα ενάρξεως της δεκαπενθήμερης αυτής προθεσμίας είναι μόνο προσδιοριστική της αφετηρίας του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο η πρόταση πρόσθετων λόγων είναι απαράδεκτη.
Ούτε η παραπάνω ούτε άλλη διάταξη θεσπίζουν προθεσμία προτάσεως των πρόσθετων λόγων, η οποία να έχει ως αφετηρία ορισμένο χρονικό σημείο. Αλλ' ούτε και συνδέεται η έναρξη της προθεσμίας των 15 ημερών προς τη δικάσιμο με την, κατά το άρθρο 166 παρ. 1 ΚΠοινΔ, προθεσμία κλητεύσεως του αναιρεσείοντος από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τη συζήτηση της αναίρεσης ή με την, κατά το άρθρο 169 παρ. 1 ΚΠοινΔ σύντμησή της.
Και τούτο διότι η προθεσμία κλητεύσεως είναι και αυτή 15 ημερών πριν τη δικάσιμο (εκτός αν ο κλητευόμενος διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστης διαμονής), οπότε η τυχόν κλήτευση κατά την τελευταία επιτρεπόμενη ημέρα δεν παρέχει χρονική ευχέρεια για τη μετά ταύτα εμπρόθεσμη (προ 15 ημερών) πρόταση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.
Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να προτείνονται, κατά την πιο πάνω διαδικασία, από την ημέρα ασκήσεως της αναίρεσης και εφεξής, αλλά δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως είναι απαράδεκτοι. Διαφορετική είναι η περίπτωση που, από το χρόνο ασκήσεως της αναίρεσης μέχρι τη συζήτηση (η οποία επισπεύδεται, με σύντμηση της προθεσμίας κλητεύσεως, λόγω κινδύνου παραγραφής ή άλλου εξαιρετικού λόγου) μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των δέκα πέντε ημερών οπότε τίθεται θέμα παραδεκτής προτάσεως τους μετά την δέκατη πέμπτη ημέρα, πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, καθ' όσον υπάρχει αντικειμενική αδυναμία για την εμπρόθεσμη άσκησή τους και κατά τη γενική αρχή του δικαίου κανένας δεν υποχρεούται να πράξει τα αδύνατα ( ΑΠ 583/ 2007, 1518/2004, 139/2002).
Ο αναιρεσείων, προφορικά στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου διετύπωσε τον, και εγγράφως αποτυπωθέντα στο από 22.11.2019 υπόμνημά του, ισχυρισμό ότι είναι απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 11578/2019 πράξη της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, με την οποία αποφασίσθηκε η κατ' άρθρο 169 ΚποινΔ σύντμηση της προθεσμίας επιδόσεως της κλήσης προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, η οποία (κλήση) επιδόθηκε με θυροκόλληση δεκατρείς ημέρες πριν από την οριζομένη δικάσιμο της 19.11.2019, και έτσι απώλεσε την προθεσμία για την κατάθεση του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με αποτέλεσμα να πλήττονται βασικά και ουσιαστικά δικαιώματά του. Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αβάσιμος, αφού στηρίζεται στην εσφαλμένη, κατά τις προεκτεθείσες νομικές παραδοχές, προϋπόθεση, της έναρξης της προθεσμίας πρότασης των πρόσθετων λόγων από την επίδοση της κλήσης προς τον αναιρεσείοντα για τη συζήτηση της ένδικης αναίρεσής του. Όμως, ο αναιρεσείων, ουδεμία βλάβη υπέστη από τη νόμιμη σύντμηση της προθεσμίας κλήτευσής του από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, εφόσον από το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης(21-10-2019) μέχρι τη συζήτησή της(19-11-2019) μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα πέντε ημερών και είχε τη δυνατότητα να ασκήσει παραδεκτώς τουλάχιστον μέχρι την 3-11-2019(ήτοι δέκα πέντε ημέρες πριν τη συζήτηση) πρόσθετους λόγους αναίρεσης ,κάτι που δεν έπραξε.
Μετά ταύτα μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης χωρίς να ληφθεί υπόψη η παραγραφή της πράξης, ενόψει της δημοσίευσης στις 18-11-2019, αφής άρχισε και η ισχύς του, του νόμου 4637/2019 με το αρθρ 13 αρ 8 του οποίου αντικαταστάθηκε το εδάφιο γ' του άρθρου 511 ΚΠΔ και ορίσθηκε ότι "υπό τις ίδιες προϋποθέσεις (της εμφάνισης δηλαδή του αναιρεσείοντος και της άσκησης παραδεκτής αναίρεσης) αυτεπαγγέλτως λαμβάνεται υπόψη... αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος και τη παραγραφή που ελήφθη μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης" της φύσης της ανωτέρω διάταξης ως δικονομικής και συνεχώς έχουσας άμεση εφαρμογή και στις εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις άρα και στην κρινόμενη που συζητήθηκε στις 19-11-2019, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος της (άρθρο 590 παρ 1 ΚΠΔ, σχ 8 ΑΠ1/2014, ΑΠ1723/2003), επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 Κ.Ποιν.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης υποστηρίζουσας την κατηγορία εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε" ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμ. πρωτ. 11118/ 2019 και από 21.10.2019 αίτηση του Τ. Π. του Σ., κατοίκου ... οδός ...,για αναίρεση της υπ'αριθμόν ΘΤ 2151/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της υποστηρίζουσας την κατηγορία εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε" εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ