1978/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1978/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πλημμελής όμως αναγραφή του αριθμού αυτού στο ως άνω αποδεικτικό, που δημιουργεί αμφιβολία, περί την ταυτότητά της, δεν συγκροτεί κάποια προβλεπόμενη από το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ ακυρότητα, εφ' όσον ο ελλιπής προσδιορισμός του αριθμού της αποφάσεως, οφειλόμενος σε γραφική παραδρομή, μπορεί να συμπληρωθεί από άλλα παρεμφερή εξ επόψεως περιεχομένου, έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας.
Full text
Απόφαση 1978 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1978/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανταζή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.439/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας και με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία "... ΑΕΓΑ", που εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ. πρωτ. 7723/17-7-2018 αίτησή της αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1106/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, υπ' αριθμ. πρωτ. 7723/17.7.2018, αίτηση της Ε. Μ. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 439/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, (η οποία, κατ' έφεση δικάζοντας, κήρυξε την ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών και επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία), ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 28.6.2018).
Επομένως πρέπει να ερευνηθεί για την βασιμότητα των λόγων της. Από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 330, 339 και 343 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάστηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επιδόσεώς του, η οποία είναι σχετική και αφορά σε διαδικαστική πράξη που κατ' ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει επαναφέροντας την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη.
Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 2, 161 παρ. 1, 166 παρ. 1,171 παρ. 1 και 500 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το αποδεικτικό επιδόσεως της κλήσεως προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο για τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να αναφέρει, μεταξύ των άλλων στοιχείων, και τον αριθμό της εκκαλουμένης αποφάσεως, ώστε ο καλούμενος εκκαλών να έχει πλήρη γνώση της πληττομένης αποφάσεως.
Η πλημμελής όμως αναγραφή του αριθμού αυτού στο ως άνω αποδεικτικό, που δημιουργεί αμφιβολία, περί την ταυτότητά της, δεν συγκροτεί κάποια προβλεπόμενη από το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ ακυρότητα, εφ' όσον ο ελλιπής προσδιορισμός του αριθμού της αποφάσεως, οφειλόμενος σε γραφική παραδρομή, μπορεί να συμπληρωθεί από άλλα παρεμφερή εξ επόψεως περιεχομένου, έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Ποιν.Δ., λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1), εφ' όσον δεν καλύφθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνην που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (Ολ.
Α.Π. 2/2011, 3/2008). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται στην περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής από το δικαστήριο, ποινικής διατάξεως που είναι ουσιαστική και όχι δικονομική. Επομένως, λόγος αναιρέσεως που πλήττει την απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή δικονομικής διατάξεως είναι απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: με την υπ' αριθμ. 568/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος η κατηγορουμένη ήδη αναιρεσείουσα δικάσθηκε (απούσα-ωσεί παρούσα) για την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.
Κατά της αποφάσεως αυτής η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση. Η συζήτηση της εφέσεως προσδιορίσθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας για την (αρχική) δικάσιμο της 6.12.2017, κατά την οποία η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα εμφανίσθηκε και ζήτησε αναβολή λόγω κωλύματος του συνηγόρου της και η εκδίκαση ορίσθηκε για τη δικάσιμο της 23.5.2018 χωρίς κλήση αυτής, όπου και εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 439/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος.
Η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα στην ως άνω δευτεροβάθμια δίκη διατύπωσε, δια του εκπροσωπούντος αυτήν συνηγόρου της Παναγιώτη Πανταζή, δικηγόρου Κορίνθου, τον ισχυρισμό περί ακυρότητος της κλήσεώς της στο ακροατήριο, ισχυρισμό τον οποίο κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς και ο οποίος έχει, κατά πιστή αντιγραφή ως εξής: "Δυνάμει της από 6-6-2017 και υπ' αριθμ. 5043/2017 Η12-419 Κλήσεως του κ.
Εισαγγελέως Πλημ/κών Χαλκίδος καλούμαι να εμφανισθώ ενώπιον του "ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΕΔΡΑΣ Β' ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ 5 ... που συνεδριάζει δημόσια την 6-12-2017", όπως επί λέξει αναφέρεται εις την ανωτέρω κλήση, την οποία προσκομίζω ενώπιον Υμών.
Επειδή από το συνδυασμό των άρθρων 321 και 500 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η κλήση με την οποία καλείται ο εκκαλών ενώπιον του Εφετείου, πρέπει να περιέχει, επί ποινή ακυρότητας: α] το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β] το Δικαστήριο στο οποίο καλείται, γ] τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδος και την ώρα που πρέπει να εμφανισθεί και δ] τον αριθμό της εκκαλουμένης αποφάσεως [Ζ., Ποινική Δικονομία, τόμος Γ' 3η έκδοση, σελ. 250].
II.- Στην υπό κρίση περίπτωση, η Κλήση για την εμφάνισή μου ενώπιον του Υμετέρου Δικαστηρίου είναι άκυρος, καθ' όσον ουδόλως αναγράφεται σ' αυτήν η αιτία της κλήσεώς μου ενώπιον του Υμετέρου Δικαστηρίου.
Η μη αναφορά εις την υπ' αριθμ. 5043/2017 Η12-419 κλήση του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, (η οποία έχει επιδοθεί εις τον φερόμενο ως αντίκλητο εμού Δικηγόρο κ. Παναγιώτη I. Πανταζή) της αιτίας κλήσεώς μου, είναι μη νόμιμη, γεγονός το οποίο έχει ως συνέπεια να ελλείπουν τα υπό των άρθρων 321 και 500 Κ.Π.Δ. απαιτούμενα, επί ποινή ακυρότητος, στοιχεία διά την πληρότητα της κλήσεως.
Εν όψει των ανωτέρω η υπό κρίση Κλήση για την εμφάνισή μου στο ακροατήριο του Υμετέρου Δικαστηρίου τυγχάνει άκυρος, προβάλλω αντιρρήσεις εις την πρόοδο της δίκης, καθ' όσον το μεν δεν γνωρίζω την αποδιδομένη εις βάρος μου κατηγορία και την αιτία εμφανίσεώς μου ενώπιον του Υμετέρου Δικαστηρίου, το δε δεν είναι δυνατή η αντίκρουση από εμέ της κατηγορίας, με αποτέλεσμα να στερούμαι θεμελιωδών υπερασπιστικών δικαιωμάτων μου, λαμβανομένου υπ' όψη του γεγονότος ότι εκκρεμούν προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας πλείονες της μιάς υποθέσεως (γνωρίζω ότι έχω ασκήσει πλείονες της μιάς εφέσεως κατ' αποφάσεων του Μονομελούς Πλημ/κείου Χαλκίδος) και τουλάχιστον έχω ασκήσει έφεση και κατά της υπ' αριθμ. 483/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Χαλκίδος.
Επειδή δια τους ανωτέρω λόγους η προσβαλλόμενη Κλήση τυγχάνει άκυρη.
ΕΠΙ ΤΟΥΤΟΙΣ Αντιλέγω την πρόοδο της δίκης και Αιτούμαι, όπως δεκτής γενομένης της νομίμως προσβαλλομένης ενστάσεώς μου, δι' αποφάσεως του Υμετέρου Δικαστηρίου προβείτε εις την ακύρωση της με στοιχεία Η12-419 και αριθμ. ....43/2017 από 6-6-2017 Κλήσεως του κ. Εισαγγελέως Πλημ/κών Χαλκίδος, και κηρύξετε απαράδεκτη την συζήτηση της ενδίκου υποθέσεως, λόγω μη νομίμου κλητεύσεώς μου".
Το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 439/2018 απόφασή του, απάντησε επί του ισχυρισμού της αυτού, απορρίπτοντάς τον με πλήρη και σαφή αιτιολογία, ως εξής:
"Εν προκειμένω ο ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον, πέραν του ότι η επίδικη κλήση περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, ο ισχυρισμός ότι δεν γνωρίζει την αποδιδόμενη σε βάρος της πράξη και την αιτία εμφανίσεώς της ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου με συνέπεια να στερείται του δικαιώματος υπεράσπισής της τυγχάνει αναληθής, δεδομένου του ότι της είχε επιδοθεί η εκκαλουμένη απόφαση και κατά αυτής προέβη νομοτύπως και εμπροθέσμως σε άσκηση της υπό κρίση εφέσεως και σε συνδυασμό με τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας ως συμπληρωματικά, ευχερώς δύνατο να αντιληφθεί για ποία υπόθεση καλείται. Άλλωστε η υπό κρίση υπόθεση δικάζεται κατόπιν αναβολής, ενώ κατά την αρχική δικάσιμο είχε παραστεί αυτοπροσώπως η εκκαλούσα και ως εκ τούτου έλαβε γνώση για ποία υπόθεση πρόκειται. Περαιτέρω, στην παρούσα δικάσιμο εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο της επιλογής της και ως εκ τούτου δεν στερείται των υπερασπιστικών της δικαιωμάτων ούτε και επικαλείται δικονομική βλάβη".
Με το να δεχθεί τα ανωτέρω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και να απορρίψει τον ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας με την ως άνω πλήρη αιτιολογία, ότι δεν επήλθε σχετική ακυρότητα στο ακροατήριο, δεν έσφαλε, καθ' όσον το δικάσαν Δικαστήριο αναφέρει ότι αυτή (κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα) γνώριζε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 568/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος που της είχε επιδοθεί και άσκησε κατ' αυτής έφεση και ότι, παρά την επικαλούμενη ελλιπή υπ' αριθμ. ....43/2017 Η12-419 κλήση του Εισαγγελέα Πλημμελειδικών Χαλκίδας, αυτή (αναιρεσείουσα) εμφανίσθηκε η ιδία στις 6.12.2017 στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και ζήτησε αναβολή λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του συνηγόρου της, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό και η εκδίκαση της υποθέσεως ορίσθηκε για τη δικάσιμο της 23.5.2018 χωρίς κλήση αυτής, όπου η κατηγορουμένη ήδη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παν. Πανταζή, και εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 439/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος.
Από τα παραπάνω παρέπεται ότι ουδεμία ακυρότητα επήλθε και, επομένως από τη διαδικασία που τηρήθηκε δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας να πληροφορηθεί την κατηγορία για την οποία είχε ασκήσει έφεση, την οποία και πράγματι πληροφορήθηκε αυτή.
Κατά συνέπεια, το δικαστήριο της ουσίας που, με την προσβαλλομένη απόφασή του, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε ως αβάσιμη την προβληθείσα ως άνω ένσταση ακυρότητας της κλήσεως και δέχθηκε ως παραδεκτή και νόμιμη την κλήτευση της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας για να εμφανισθεί ενώπιόν του, και, ακολούθως, προχώρησε στην πρόοδο της δίκης και κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, ορθώς έκρινε και δεν παραβίασε τις διατάξεις περί ακυρότητος της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα παραπονείται για σχετική ακυρότητα, επειδή το Δικαστήριο απέρριψε αναιτιολόγητα την ένσταση περί ακυρότητος της κλήσεώς της στο ακροατήριο, αφού σε αυτή (κλήση) δεν αναφέρεται η αιτία της κλήσεώς της σε αυτό, είναι αβάσιμος και εκ τούτου απορριπτέος.
Με το δεύτερο, εξ άλλου, λόγο της αναιρέσεως παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 321 του ΚΠΔ, με την μορφή που αναφέρει στον ως άνω πρώτο λόγο της αναιρέσεώς της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος σύμφωνα με όσα σχετικώς εκτέθηκαν στις αρχικές σκέψεις της παρούσας, και, επομένως, απορριπτέος, επειδή αυτός δεν αφορά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή δικονομικών διατάξεων, όπως αυτή του άρθρου 321 του ΚΠΔ, που η αναιρεσείουσα επικαλείται, αλλά μόνο ουσιαστικών. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Β' και Ε ' του ΚΠΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αμφότεροι απορριπτέοι.
Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της ερήμην της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία κλητεύθηκε νομίμως για να παραστεί στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (αρ.476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. πρωτ. 7723/17.7.2018 αίτηση της Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 439/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ