1978/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1978 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1978/2017
Legislator headnote
AI generated1978/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1978 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1978/2017
Full text
Απόφαση 1978 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1978/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Καρρά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "T1", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) υπό εκκαθάριση τελούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "T2", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάσθηκε η τράπεζα με την επωνυμία "T3", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "T4", που έδρευε στην … και εκπροσωπείτο νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "T5", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "T2" (πρώην "T3"), εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κατερίνης και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση της 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 950/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Αν μετέχουν περισσότεροι στην δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας. Κατά δε την γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά την δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο. Εξάλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στα οποία περιλαμβάνεται και η Κύπρος, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται από 13-11-2008 ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 κανονισμού τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ' ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, το οποίο αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επιδόσεως ή κοινοποιήσεως, εκδίδεται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε την διάταξη του άρθρου 20 του κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5-11-1965. Κατά την διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση, βάσει του παρόντος κανονισμού, και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως μέχρις ότου διαπιστωθεί: α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής..., ή β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο, προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί. Κατά δε το άρθρο 23 παρ. 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα κανονισμό, β) από την διαβίβαση της πράξεως έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους - μέλους παραλαβής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αιτήσεως για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Κύπρος, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 του Κ.Πολ.Δικ. πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (AΠ 239/2015, ΑΠ 458/2011, ΑΠ 66/2011).
Περαιτέρω, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 3 εδ. τελευταίο του ν. 3869/2010, για την εκδίκαση της αιτήσεως του οφειλέτη προς ρύθμιση των χρεών του εφαρμόζεται η διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 739 επ, του Κ.Πολ.Δικ., κατά δε την διάταξη του άρθρου 741 του Κ.Πολ.Δικ., στην διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εφαρμόζονται τα άρθρα 1 έως 590 του ίδιου Κώδικα, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στην διαδικασία αυτή. Κατά την διάταξη του άρθρου 553 του Κ.Πολ.Δικ., "αναίρεση επιτρέπεται κατά των αποφάσεων που δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", δηλαδή δεκτική αναιρέσεως είναι μόνον η τελεσίδικη απόφαση. Η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται, κατά τα προεκτεθέντα, και για τις αποφάσεις, που εκδίδονται κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δικ., δηλαδή και για τις αποφάσεις που εκδίδονται επί αιτήσεων του ν. 3869/2010, οι οποίες, κατά την ειδική ρύθμιση του άρθρου 14 του νόμου αυτού, υπόκεινται μόνο σε έφεση και αναίρεση, μη επιτρεπομένης ανακοπής ερημοδικίας τόσο στον πρώτο, όσο και στον δεύτερο βαθμό. Εξ άλλου, εφόσον στην αίτηση του οφειλέτη για δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, αναφέρονται περισσότεροι πιστωτές και οι απαιτήσεις αυτών, η μη επίδοση της αιτήσεως σε κάποιον ή κάποιους από τους πιστωτές εμποδίζει την περαιτέρω διαδικασία και ως προς τους πιστωτές εκείνους για τους οποίους έγινε κανονικά η επίδοση της αιτήσεως. Τούτο δε γιατί ο οφειλέτης, αναφέροντας στην αίτησή του πλείονες πιστωτές επιθυμεί την έναντι όλων ρύθμιση των χρεών του και την απαλλαγή του από αυτά. Άλλωστε το δικαστήριο, σε περίπτωση ρυθμίσεως, θα ορίσει καταβολές σε όλους τους πιστωτές και όχι σε ορισμένους από αυτούς. Δεν νοείται, επομένως, ο χωρισμός της διαδικασίας και η έρευνα της υποθέσεως μόνον έναντι των πιστωτών εκείνων προς τους οποίους επιδόθηκε η αίτηση, όχι όμως έναντι εκείνων προς τους οποίους δεν επιδόθηκε, καθ' όσον τούτο θα σήμαινε ουσιαστικά ότι ο οφειλέτης έχει την δυνατότητα να επιλέγει τους πιστωτές του, έναντι των οποίων επιθυμεί την ρύθμιση, δυνατότητα όμως που δεν έχει, όπως τούτο προκύπτει από την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 4161/2013, που προστέθηκε μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010, αλλά και από το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως διαμορφώθηκε σύμφωνα με το ν. 4336/2015, που αντικατέστησε το άρθρο 1 του ν. 3869/2010 και ορίζει ότι "στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εμπίπτει το σύνολο των οφειλών των προσώπων της παραγράφου 1 προς ιδιώτες". Και είναι μεν αληθές ότι στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 1 του νόμου, όπως διαμορφώθηκε μετά το ν. 4336/2015 ορίζεται ότι "απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση δεν επηρεάζεται από την διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο", η διάταξη όμως αυτή εφαρμόζεται, κατά την γραμματική της διατύπωση, "αν δεν συμπεριληφθεί στην κατάσταση πιστωτής", όχι δε και στην περίπτωση που έχει περιληφθεί πιστωτής, αλλά στην συνέχεια δεν γίνεται επίδοση στον αναφερόμενο στην αίτηση πιστωτή. Επομένως, οι αναφερόμενοι στην αίτηση τυχόν πλείονες πιστωτές τελούν μεταξύ τους σε σχέση οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 76 επ. του Κ.Πολ.Δικ. (βλ. και ΑΠ 1049/2017). Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 225 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ., που ορίζουν ότι η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα, ότι η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή η σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στην δίκη και ότι ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση, προκύπτει ότι παρέχεται κατ' αρχήν η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Όμως, η μεταβίβαση του αντικειμένου της δίκης, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσεως, αλλά συνεχίζεται μεταξύ των ίδιων διαδίκων εωσότου περατωθεί νομίμως (ΑΠ 870/2006). Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει την δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα (ΑΠ 1345/2009). Ο δε ειδικός διάδοχος δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου με την προς αυτόν μεταβίβαση του επίδικου αντικειμένου, αλλά έχει δικαίωμα να εισέλθει στη δίκη με την άσκηση εκ μέρους του παρεμβάσεως (κύριας ή πρόσθετης) (ΑΠ 1591/2003). Η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία είναι "αυτοτελής", μπορεί να ασκηθεί από τον ειδικό διάδοχο, έως την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως. Ο προσθέτως παρεμβάς είναι στην περίπτωση αυτή αναγκαίος ομόδικος του μεταβιβάσαντος σ' αυτόν διαδίκου (άρθρο 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω αναφερομένων δικογράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ήδη αναιρεσείων άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κατερίνης, την από 16.5.2012 αίτησή του, εκ του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία έστρεφε κατά: α) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "T1" και β) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "T4". Κατά την συζήτηση της υποθέσεως αυτής, ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "Τ5" και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, άσκησε παραδεκτώς αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της … Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης, με την επωνυμία "T2", που εδρεύει στην …, στρεφομένη κατά του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος. Για να υποστηρίξει το έννομο συμφέρον της για την επιχείρηση της προρρηθείσας διαδικαστικής πράξεως, εξέθετε ότι, αυτή (προσθέτως παρεμβαίνουσα), μετά την γέννηση της εκκρεμοδικίας εκ της κρινόμενης αιτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, που στρέφεται και κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "… ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", η οποία απορροφήθηκε διά συγχωνεύσεως από την υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση (T2), κατέστη ειδική διάδοχος αυτής (τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία T2) στην έννομη σχέση της τελευταίας με τον αιτούντα, που απορρέει από την αναφερόμενη στην ένδικη αίτηση σύμβαση δανείου με αριθμό .... Επ' αυτών (αιτήσεως και αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως), που εκδικάστηκαν κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η υπ' αριθμ. 950/2013 απόφασή του, με την οποία, αφού κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αίτηση και έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, την από 14.1. 2014 έφεσή του, στρεφομένη τόσον κατά των αρχικώς εναγομένων τραπεζικών εταιριών, όσο και κατά της προσθέτως ως άνω παρεμβάσας τραπεζικής εταιρίας. Επί της εφέσεως αυτής, που εκδικάστηκε, κατά την αυτή ως άνω διαδικασία, εκδόθηκε, ερήμην των δεύτερης και τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 6/2016 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απερρίφθη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη, δεν είναι δεκτική κατά νόμο ανακοπής ερημοδικίας, ο αιτών άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Σημειώνεται ότι, εν προκειμένω, η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν κωλύεται από το γεγονός ότι με την αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) ορίστηκε, παρά το νόμο, παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους των ερημοδικασθεισών δεύτερης και τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιριών (ΑΠ 1031/2015). Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, η δεύτερη αναιρεσίβλητη, υπό εκκαθάριση τελούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "T2", που εδρεύει στην …), δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά την σειρά της από το οικείο πινάκιο. Για την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 3.3.2017 και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Ούτε κατά την αρχική δικάσιμο η ως άνω (δεύτερη) αναιρεσίβλητη είχε παρασταθεί, ούτε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση κατά την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του πινακίου της εν λόγω δικασίμου. Προέχει, επομένως, να ερευνηθεί αν η απολειπόμενη αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Προς τούτο ο αναιρεσείων προσκομίζει μετ' επικλήσεως την υπ' αριθμ. 10317Β'/2.12.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Β., κατά το περιεχόμενο της οποίας αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 3.3.2017 επιδόθηκε για την απολειπόμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη υπό εκκαθάριση τελούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "T2", με γνωστή έδρα στην …, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, αντί σε εκείνον του Αρείου Πάγου, εφόσον η δίκη είναι εκκρεμής ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 134 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς παραλλήλως να αποδεικνύεται επίδοση κατά την προβλεπομένη από τον προαναφερθέντα 1393/2007 Κανονισμό διαδικασία, υπό την ισχύ του οποίου ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν εμφανίστηκε η δεύτερη αναιρεσίβλητη στο παρόν Δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, ούτε αποδεικνύεται νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή της κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, ώστε η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο να ισχύει ως κλήτευσή της για την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως όχι μόνο ως προς την εν λόγω δεύτερη αναιρεσίβλητη, αλλά και ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, λόγω της, κατά τα σχετικώς προεκτεθέντα, αναγκαστικής ομοδικίας αυτής, τόσον με την πρώτη αναιρεσίβλητη, επίσης πιστώτρια τραπεζική εταιρία, έναντι των οποίων (αμφοτέρων) επιδιώκει την δικαστική ρύθμιση των χρεών του ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, όσο και με την τρίτη αναιρεσίβλητη, ειδική διάδοχο, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, αυτής (απολειπομένης δεύτερης αναιρεσίβλητης), υπέρ της οποίας, αυτή (τρίτη αναιρεσίβλητη) παρενέβη προσθέτως. Τέλος, δεν διαλαμβάνεται διάταξη για δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιριών, κατά την διάταξη του άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 951/2015), πέραν του ότι η παρούσα απόφαση είναι μη οριστική (Ολ.ΑΠ 4/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 8.6.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/2016 αιτήσεως περί αναιρέσεως της 6/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ