Legislator Case Law & Legislation
1978/2014 AI generated

1978/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1978/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 378/2012 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/4/2013 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1978/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Keywords

AI generated
expatriation and foreign residence allowances eligibility for unemployment benefits waiver of wage claims benefit for course attendance reintegration into employment leave on social grounds
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1978 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1978/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μπορδόκα που ανακάλεσε την από 2/10/2014 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Α. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 378/2012 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/4/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 7/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ.19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες.

Από την ίδια επίσης διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτει, ότι η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα προϋποθέτει αναγκαίως: α) αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, β) λύση ή ακύρωση του γάμου ή τριετής διάσταση των συζύγων που απαιτείται να είναι συμπληρωμένη, γ) συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αυξήσεως της περιουσίας του άλλου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος.

Η συμβολή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμα και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου, μπορεί να προκύπτει και από τη χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειας.

Περαιτέρω, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β` του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ` ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ` απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιούσιας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και δεν απέδειξε καμία πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).

Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων ή η ενάγουσα, κατ` επιτρεπτή ανταπόδειξη, μπορεί να επικαλεσθεί και αποδείξει την οποιαδήποτε συμβολή έστω και αν είναι μικρότερη από το 1/3. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 378/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο γάμος των διαδίκων, που έγινε κατά το δόγμα της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας στη Κομοτηνή την 1η Ιουλίου 1995, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα, λύθηκε με την υπ' αριθ. 67/16-6-2006 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης.

Ωστόσο, όπως και με την ως άνω περί διαζυγίου απόφαση κρίθηκε οι (πρώην) σύζυγοι τελούσαν σε διάσταση ήδη από 8-2-2002 και έκτοτε ζούσαν χωριστά....Κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου τους (1-7-1995) ο εναγόμενος διέθετε τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα), (όπως υπό τα στοιχεία Α, Β, Γ, και Δ αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη), η αξία των οποίων κατά την τέλεση του γάμου τους ανήρχετο σε 31.500.000 δραχμές (ισόποσο των 92.443,14 ευρώ), ενώ η αξία της ίδιας (αρχικής) περιουσίας, αναγομένη σε τιμές του χρόνου αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων και στο χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 220.000 ευρώ.

Κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων η τελική περιουσία του εναγομένου ανερχόταν σε 380.600 ευρώ (ήτοι 54.000 ευρώ αξία του υπό στοιχείο (Α) καταστήματος + 18.000 ευρώ αξία ποσοστού συγκυριότητος του εναγομένου επί του υπό στοχ. (Β) καταστήματος + 15.000 ευρώ αξία επί του υπό στοιχεία (Γ) αγροτεμαχίου + 30.000 ευρώ αξία του ποσοστού συγκυριότητος του εναγομένου επί του υπό στοιχ (Δ) αγροτεμαχίου + 10.000 ευρώ αξία του ποσοστού συγκυριότητας του εναγομένου επί του υπό στοιχ. (Ε) οικοπέδου μετά των παλαιών κτισμάτων + 253.600 ευρώ αξία του υπό στοιχ. (ΣΤ) ακινήτου = 380.600 ευρώ).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την προαναφερόμενη τελική περιουσία του εναγομένου τα υπό στοιχεία (Γ), (Δ) και (Ε) περιουσιακά στοιχεία, συνολικής αξίας ως άνω 55.000 ευρώ, αποκτήθηκε από δωρεές τρίτων προσώπων, και επομένως μετά την αφαίρεση του ποσού αυτού η τελική περιουσία του εναγομένου κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων ανερχόταν σε 325.600 ευρώ (380.600 μείον 55.000 = 325.600 ευρώ)......Μετά ταύτα, αποδείχθηκε ότι η επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα, ανήλθε στο ποσό των 105.600 ευρώ (ήτοι 325.600 ευρώ τελική περιουσία του εναγομένου, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων μείον 220.000 ευρώ αξία αρχικής περιουσίας του εναγομένου αναγόμενη στις τιμές του χρόνου αμετάκλητης λύσης του γάμου τους και του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής = 105.600 ευρώ).

Η περιουσιακή αυτή επαύξηση κατά το μεγαλύτερο ποσοστό αποδεικνύεται ότι οφείλεται στα εισοδήματα του εναγομένου από την εργασία του και από την εμπορική εκμετάλλευση ορισμένων από τα ιδιόκτητα ακίνητά του, αλλά και κατά ένα μικρό ποσοστό στην συμβολή της ενάγουσας......Ενόψει των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, κατά το κρίσιμο διάστημα της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα (1-7-1995 έως 8-2-2002), είχε συνολικά, πραγματικά εισοδήματα ποσού 91.626.048 δραχμών (ισόποσο σε ευρώ 268.895,22), εκ των οποίων το ποσό των 13.526.048 δραχμών προήλθε από την εκμετάλλευση των ακινήτων του, το ποσό των 39.500.000 δραχμών προήλθε από την εργασία του στη βιοτεχνία προϊόντων ζύμης, το ποσό των 31.600.000 δραχμών προήλθε από την συνεκμετάλλευση με τον αδελφό του πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ και το ποσό των 7.000.000 δραχμών προήλθε από τη λειτουργεία του κυλικείου στην Πανεπιστημιούπολη Κομοτηνής.

Περαιτέρω, αναφορικά με το ποσοστό συμβολής της ενάγουσας στην ανωτέρω επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα, που ήταν πτυχιούχος του τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, κατά το διάστημα της έγγαμης συμβίωσής της με τον εναγόμενο, υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ.

Κομοτηνής φορολογικές δηλώσεις, με το εξής περιεχόμενο: α) Για το οικονομικό έτος 1996 (χρήση 1995) δήλωσε συνολικό εισόδημα 1.039.379 δραχμές, εκ των οποίων το ποσό των 821.587 δραχμών προήλθε από μισθωτές υπηρεσίες και το ποσό των 217.792 δραχμών από άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος. Πράγματι, αποδείχθηκε ότι, εντός του έτους 1995, η ενάγουσα εργάστηκε αφενός με σύμβαση μερικής απασχόλησης, ως γραμματέας, στο ΚΕΚ Εύξεινος Πόντος, απ' όπου έλαβε ως αμοιβή το ποσό των 764.827 δραχμών, αφετέρου δε ως εκπαιδεύτρια στην ΝΕΛΕ Ν Ροδόπης και στα Ι.Ε.Κ.

Κομοτηνής, απ' όπου έλαβε τα ποσά των 217.792 και 56.760 δραχμών αντιστοίχως, β) Για το οικονομικό έτος 1997 (χρήση 1996) δεν δήλωσε κανένα εισόδημα. Το περιεχόμενο της φορολογικής της δήλωσης για την χρήση του 1995 και η έλλειψη φορολογικής δήλωσης για τη χρήση του 1996 καταρίπτουν τον αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας ότι από το Μάϊο του 1995 έως τον Ιούνιο του 1996 εργάστηκε στο λογιστικό γραφείο της μητέρας της, λαμβάνοντας ως αμοιβή το συνολικό ποσό των 2.600.000 δραχμών.

Ο ισχυρισμός, αυτός, άλλωστε, πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν ενισχύεται από την με επίκληση προσκόμιση κάποιου αξιόπιστου αποδεικτικού στοιχείου, πέραν της κατάθεσης της μητέρας της ενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, κατά τη συζήτηση.... προγενέστερης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 71/2007 ήδη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης....., την οποία (κατάθεση), όμως, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πειστική και επαρκή, καθόσον, το μεν αναιρείται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα κατέθεσε ότι ήταν και η ίδια πελάτισα στο λογιστικό γραφείο της μητέρας της ενάγουσας και ότι δεν δούλευε εκεί η τελευταία..., το δε δεν επαληθεύεται από κάποιο έγγραφο (λ.χ.

βεβαίωση ότι ήταν ασφαλισμένη στο ΙΚΑ) ούτε από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο.....γ) Για το οικονομικό έτος 1998 (χρήση 1997) δήλωσε συνολικό εισόδημα 47.893 δραχμές από μισθωτές υπηρεσίες, που πράγματι προσέφερε ως υπεύθυνη λογιστηρίου, για χρονικό διάστημα από 19-12-1997 έως 31-12-1997, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Μ.

Α.Ε.". δ) Για το οικονομικό έτος 1999 (χρήση 1998) δήλωσε συνολικό εισόδημα 1.839.194 δραχμές, το οποίο προήλθε από μισθωτές υπηρεσίες που προσέφερε ως υπεύθυνη λογιστηρίου, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-10-1998 στην ανώνυμη εταρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Μ. Α.Ε.". Επιπλέον, όμως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, κατά το διάστημα της εργασίας της στην εταιρεία "ΑΦΟΙ Μ.

Α.Ε.", έλαβε και πρόσθετη αμοιβή, χαρακτηριζόμενη ως πριμ παραγωγικότητας, ποσού 1.862.913 δραχμών, την οποία δεν συμπεριέλαβε, αν και είχε νόμιμη προς τούτο υποχρέωση στη σχετική φορολογική της δήλωση, ε) Για το οικονομικό έτος 2000 (χρήση 1999) δήλωσε συνολικό εισόδημα 3.453.955 δραχμών από μισθωτές υπηρεσίες, που προσέφερε στην Κτηματική Υπηρεσία Ροδόπης, καθώς την 5-2-1999 προσελήφθη ως μόνιμη υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, στ) Για το οικονομικό έτος 2001 (χρήση 2000) δήλωσε συνολικό εισόδημα 4.566.886 δραχμές από μισθωτές υπηρεσίες που προσέφερε τον Ιανουάριο του 2000 στην Κτηματική Υπηρεσίας Ροδόπης και για το υπόλοιπο του έτους στη ΔΟΥ Ορεστιάδας, όπου μετατέθηκε τον Φεβρουάριο του 2000, ζ) Για το οικονομικό έτος 2002 (χρήση 2001) δήλωσε συνολικό εισόδημα 5.016.494 δραχμές από μισθωτές υπηρεσίες που προσέφερε στην ΔΟΥ Ορεστιάδας.

Συνολικά, λοιπόν, η ενάγουσα αποκόμισε για τα έτη 1995 έως και 2001, εισοδήματα ποσού 17.826.714 δραχμών (ήτοι 1.039.379 + 47.893 + 1.839.194 + 1.862.913 + 3.453.955 + 4.566.886 + 5.016.494 = 17.826.714 δραχμές), ήτοι ισόποσο σε 52.316,10 ευρώ. Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί και το ποσό των (889,91 + 429,29) 1.319,20 ευρώ, που η ενάγουσα έλαβε ως αποδοχές από την εργασία της για το μήνα Ιανουάριο του 2002, δηλαδή πριν να επέλθει η οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης (8-2-2002).....Επιπλέον, αποδείχθηκε, ότι από την έναρξη της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων έως την μετάθεση της ενάγουσας στην Ορεστιάδα το Φεβρουάριο του 2000, αυτή προσέφερε καθημερινά τις προσωπικές της υπηρεσίες στο συζυγικό οίκο, καθώς φρόντιζε για την καθαριότητα και την τακτοποίηση των χώρων και των πραγμάτων (όπως πλύσιμο και σιδέρωμα ρούχων, καθαρισμό της οικογενειακής στέγης και της οικοσκευής κλπ), όπως και για την προετοιμασία και παρασκευή του φαγητού.

Η προσφορά των υπηρεσιών αυτών εκτείνονταν πέραν της υπό των διατάξεων των άρθρων 1389 επ. ΑΚ υποχρεώσεώς της προς συνεισφορά, αφού απασχολούνταν μόνη εκείνη με τα παραπάνω, χωρίς οιαδήποτε συμμετοχή του εναγομένου, ο οποίος, έτσι, όντας απερίσπαστος από τις οικογενειακές υποχρεώσεις, ασχολήθηκε αποκλειστικά με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες.

Οι προσωπικές αυτές υπηρεσίες, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διάδικοι δεν είχαν τέκνα, αποτιμώνται, κατά μέσο όρο, στο ποσό των 80.000 δραχμών ανά μήνα και συνολικά σε 4.320.000 δραχμές (80.000 δραχμές μηνιαίως Χ 54 μήνες = 4.320.000 δραχμές), ισόποσο σε ευρώ 12.677,92. Γι' αυτό, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η ενάγουσα ουδόλως απασχολείτο με οικιακές εγασίες στο συζυγικό οίκο πέραν της προσφοράς των υπηρεσιών που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1389 επ.

ΑΚ, τον οποίο ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις απέρριψε η εκκαλουμένη και επαναφέρει αβάσιμα με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του ο εναγόμενος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 1996 έως και τον Αύγουστο του 1997, η ενάγουσα, κατά τις πρωϊνές ώρες, που ο εναγόμενος εργαζόταν στην ανωτέρω βιοτεχνία προϊόντων ζύμης, το συνέδραμε στην επιχειρηματική του δραστηριότητα, παρέχοντας την εργασία της στο κυλικείο, που εκμεταλλευόταν ο εναγόμενος στη Πανεπιστημιούπολη Κομοτηνής.

Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η ενάγουσα ουδόλως συνέδραμε κατά τις πρωϊνές ώρες στην επιχειρηματική του δραστηριότητα, παρέχοντας την εργασία της στο κυλικείο, που εκμεταλλευόταν στην Πανεπιστημιούπολη Κομοτηνής, καθόσον ο ίδιος αποκλειστικά δούλεψε σ' αυτό, τον οποίο ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις απέρριψε η εκκαλουμένη και επαναφέρει με τον τρίτο λόγο της έφεσής του ο εναγόμενος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Εάν εξέλιπε η συνδρομή της ενάγουσας παρέχοντας την εργασία της στο κυλικείο, που εκμεταλλευόταν ο εναγόμενος στην Πανεπιστημιούπολη Κομοτηνής, ο τελευταίος θα ήταν αναγκασμένος να προσλάβει υπάλληλο, στην οποία θα κατέβαλε, με τα ισχύοντα τότε οικονομικά δεδομένα (βλ. σχ. Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ετών 1996-1997), κατά μέσο όρο, το ποσό των 130.000 δραχμών κάθε μήνα.

Συνεπώς, η παροχή της προαναφερόμενης εργασίας της ενάγουσας στο κυλικείο της Πανεπιστημιούπολης για τους 14 μήνες που εκμεταλλεύτηκε ο εναγόμενος αποτιμάται στο συνολικό ποσό των 1.820.000 δραχμών (ήτοι 130.000 δραχμές μηνιαίως Χ 14 μήνες = 1.820.000 δραχμές), ισόποσο σε ευρώ 5.341,16. Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, η οικονομική συνεισφορά της ενάγουσας από τα εισοδήματα της εργασίας της και την παροχή των προαναφερόμενων υπηρεσιών της στο συζυγικό οίκο ανήλθε στο συνολικό ποσό των 71.654,39 ευρώ [ήτοι (52.316,10 + 1.319,20 ευρώ εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες) + 12.319,92 ευρώ για προσφορά υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο) + 5.341,16 ευρώ για παροχή εργασίας της στο κυλικείο της πανεπιστημιούπολης = 71.654,39 ευρώ]. Μετά ταύτα, αποδεικνύεται ότι η οικονομική συνεισφορά των διαδίκων στο συζυγικό οίκο, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 340.549,61 ευρώ (ήτοι 268.895,22 ευρώ εισφορά εναγομένου στο συζυγικό οίκο + 71.654,39 ευρώ εισφορά της ενάγουσας = 340.549,61 ευρώ).

Συνεπώς, το ποσοστό της οικονομικής συνεισφοράς της ενάγουσας ανέρχεται αναλογικά στο 21,04% (ήτοι 71.654,39 Χ 100/340.549,61 = 21,04) και κατ' επέκταση στο ίδιο ποσοστό ανέρχεται και η συμβολή της στην μετά τον γάμο απόκτηση των περιουσιακών ως άνω στοιχείων του εναγομένου, η οποία συμβολή αποτιμώμενη σε χρήμα ανέρχεται στο ποσό των 22.218,24 ευρώ (ήτοι 105.600 ευρώ επαύξηση περιουσίας εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους με την ενάγουσα Χ 21,04 = 22.218,24 ευρώ).

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η συμβολή της υπήρξε μεγαλύτερη (της τάξεως του 50%) και επικουρικά ίση με το νόμιμο τεκμήριο (1/3) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος ισχυρισμός, συνιστά και ένσταση κατά το μέρος, που πλήττει την τεκμαιρόμενη από το νόμο συμβολή της ενάγουσας στο 1/3 της αύξησησης.

Πρέπει δε να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη (για 21,04%). Κατ' ακολουθίαν τούτων, έπρεπε η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το επικουρικό αίτημά της, να αναγνωρισθεί ότι η συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ανέρχεται σε ποσοστό 21,04 % και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 22.218,24 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής>>.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, μετά την παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) και την απόρριψη της συνεκδικασθείσας έφεσης του αναιρεσείοντος (εναγομένου), εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί μικρότερη συμβολή της αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατα τη διάρκεια του γάμου τους, ακολούθως δε δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επεδίκασε στην ενάγουσα νομιμοτόκως, βάσει της μεγαλύτερης συμβολής που δέχθηκε ότι αυτή είχε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου της κατά την διάρκεια του γάμου τους, το ποσό των 22.218,24 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1400 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπετηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την μερική πραδοχή της ένδικης αγωγής, καθώς και την μερική παραδοχή της ένστασης του αναιρεσείοντος σε μικρότερη της τεκμαιρομένης (1/3) συμβολής της αναιρεσείουσας στην αύξηση της περιουσίας του κατά την διάρκεια του γάμου τους, όχι όμως σε μηδενική τοιαύτη, οι παραδοχές του Εφετείου: 1) Ότι ο μεταξύ των διαδίκων γάμος, που τελέσθηκε την 1-7-1995, λύθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 67/16-6-2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, πλην όμως η έγγαμη συμβίωσή τους είχε διασπασθεί από 8-2-2002 και οι διάδικοι ζούσαν χωριστά, 2) ότι κατά την αμέτάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων η περιουσία του αναιρεσείοντος (εναγομένου) είχε αυξηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου τους κατά τα αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία, η αξία των οποίων αποτιμάται κατά το χρόνο αυτό στο ποσό των 105.600 ευρώ, 3) ότι στην αύξηση αυτή της περιουσίας του εναγομένου η ενάγουσα συνέβαλε κατά το ποσό των 71.654,39 ευρώ που συνεισέφερε στον οικογενειακό οίκο από την τέλεση του γάμου τους (1-7-1995) μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους (8-2-2002) και συγκεκριμένα:

α) κατά το ποσό των 53.635,30 ευρώ από εισιδήματα που είχε από μισθωτές υπηρεσίες, β) κατά το ποσό των 5.341,16 ευρώ από την παροχή της εργασίας της στο κυλικείο της Πανεπιστημιούπολης Κομοτηνής για 14 μήνες που εκμεταλλεύτηκε αυτό ο εναγόμενος, χωρίς να λαμβάνει μισθό, ώστε να εξοικονομήσει ο εναγόμενος το μηνιαίο μισθό που θα κατέβαλε σε υπάληλο για την παροχή της εργασίας αυτής, που κατά τις ισχύουσες τότε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ανήρχετο σε 130.000 δραχμές και συνολικά σε 1.820.000 δραχμές, ήτοι το ισόποσο των 5.341,16 ευρώ και γ) κατά το ποσό των 12.319,92 ευρώ από την προσφορά των υπηρεσιών της αποκλειστικά στο συζυγικό οίκο, χωρίς καμιά συμμετοχή του εναγομένου ο οποίος έτσι εξοικονομούσε δυνάμεις και χρόνο για την απασχόλησή του στις τρείς επιχειρηματικές δραστηριότητές του.

Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, προσέφερε αποκλειστικά τις υπηρεσίες της στο συζυγικό οίκο από την τέλεση του γάμου τους (1-7-1995) έως την μετάθεσή της στη ΔΟΥ Ορεστιάδας το Φεβρουάριο του 2000, ήτοι επί 54 μήνες, βάσει δε των οικογενειακών αναγκών, τις οποίες προσδιορίζει, η προσφορά της αυτή αποτιμάται στο διπλάσιο των 80.000 δραχμών μηνιαίως, ώστε να υπερβαίνει κατά το ποσό των 80.000 δραχμών το αναγκαίο μέτρο συνεισφοράς της κατά τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 του ΑΚ, για το οποίο ήταν υπόχρεος σε συνεισφορά ο εναγόμενος σύζυγός της, με συνέπεια ο τελευταίος να επωφεληθεί συνολικά κατά το ποσό των 4.320.000 δραχμών (54 μήνες Χ 80.000 δραχμές), το οποίο εξοικονόμησε σε δυνάμεις και χρόνο για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, και το οποίο είναι ισόποσο σε ευρώ 12.677,92 και 4) ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων (1-7-1995 έως 8-2-2002) η οικονομική συνεισφορά αυτών στο συζυγικό οίκο, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 340.549,61 ευρώ, ήτοι 268.895,22 ευρώ εισφορά εναγομένου στο συζυγικό οίκο και 71.654,39 ευρώ εισφορά της ενάγουσας, σε τρόπον ώστε, το ποσοστό της οικονομικής συνεισφοράς της ενάγουσας ανέρχεται αναλογικά στο 21,04% (ήτοι 71.654,39 Χ 100/340.549,61 = 21,04) και κατ' επέκταση στο ίδιο ποσοστό ανέρχεται και η συμβολή της στην μετά τον γάμο απόκτηση των περιουσιακών ως άνω στοιχείων του εναγομένου, η οποία συμβολή αποτιμώμενη σε χρήμα ανέρχεται στο ποσό των 22.218,24 ευρώ (ήτοι 105.600 ευρώ επαύξηση περιουσίας εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους με την ενάγουσα Χ 21,04 = 22.218,24 ευρώ), εφόσον το ως άνω ποσόν της συνεισφοράς των διαδίκων χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες του συζυγικού οίκου και την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου, κατά τα οποία αυξήθηκε η περιουσία του κατά τη διάρκεια του γάμου τους.

Εξάλλου, με σαφήνεια και πληρότητα δέχεται το Εφετείο, ότι για τις ανάγκες προσφορά εργασίας για υπηρεσίες στην εν γένει συντήρηση και λειτουργία του οικογενειακού οίκου, για τους παραπάνω 54 μήνες, με βάση τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής των διαδίκων συζύγων που αναφέρει, αποτιμάται στο ποσό των 160.000 δραχμών, ώστε το μέτρο συνεισφοράς εκάστου συζύγου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ να διαμορφώνεται σε 80.000 δραχμές μηνιαίως για κάθε σύζυγο, εφόσον δε η ενάγουσα προσέφερε αποκλειστικά τις υπηρεσίες αυτές, χωρίς καμιά συμμετοχή του εναγομένου, ώστε ο τελευταίος να παραμένει απερίσπαστος στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, υπερέβαινε την υποχρέωση της ενάγουσας σε συνεισφορά, κατά το επιβαλλόμενο από τις ως άνω διατάξεις μέτρο, κατά το ποσό των 80.000 δραχμών μηνιαιώς, που συνιστά την αντίστοιχη υποχρέωση του εναγομένου και το οποίο αυτός επωφελήθηκε.

Επίσης, είναι σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων αυτοί συνεισέφεραν στον συζυγικό οίκο για της ανάγκες της οικογένειας το συνολικό ποσό των 340.549,61 ευρώ, εκ του οποίου ο εναγόμενος συνεισέφερε 268.895,22 ευρώ και η ενάγουσα 71.654,39 ευρώ, το συνολικό δε ως άνω ποσό χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες της οικογένειας και την απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου, που προσδιορίζονται, κατά τα οποία αυξήθηκε η περιουσά του κατά την διάρκεια του γάμου τους, ώστε να γίνεται σαφής προσδιορισμός της συμβολής της αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος και να εξάγεται περαιτέρω ότι το ποσοστό της οικονομικής συνεισφοράς της αναιρεσίβλητης ανέρχεται αναλογικά στο 21,04% (ήτοι 71.654,39 Χ 100/340.549,61 = 21,04) και κατ' επέκταση στο ίδιο ποσοστό να ανέρχεται και η συμβολή της στην μετά τον γάμο απόκτηση των περιουσιακών ως άνω στοιχείων του εναγομένου, η οποία συμβολή αποτιμώμενη σε χρήμα ανέρχεται στο ποσό των 22.218,24 ευρώ (ήτοι 105.600 ευρώ επαύξηση περιουσίας εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους με την ενάγουσα Χ 21,04 = 22.218,24 ευρώ).

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 19-04-2013 αίτηση του Χ. Κ. του Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 378/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-04-2013 αίτηση του Χ. Κ. του Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 378/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2014 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ