1978/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1978/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 208 Εμπ. Ν. η οφειλόμενη παρά του ασφαλιστού αποζημίωσις κανονίζεται κατά την αξίαν που είχε το ασφαλισθέν πράγμα κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Αν προηγήθηκε της ασφαλίσεως εκτίμηση αποδεδεγμένη από τον ασφαλιστή, αυτή δύναται να προσβληθεί μόνο για απάτη, εικονικότητα ή πλαστότητα, επιφυλασσομένης κάθε άλλης αστικής ή ποινικής αγωγής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1978 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1978/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Tου αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μαρτσούκο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φλώρα Τριανταφύλλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5336/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8241/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά o αναιρεσείων με την από 14-12-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 1-2-2008 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των άρθρων 185, 189, 192 ΑΚ και 189, 192 Εμπ.Ν., που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της ένδικης σύμβασης ασφάλισης κατά ζημιών (πυρκαϊάς), και του χρόνου επέλευσης του καλυπτόμενου κινδύνου, προκύπτει ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με απλή συναίνεση των μερών, συντελείται δε από τον χρόνο αποδοχής από τον ασφαλιστή της αιτήσεως προς ασφάλιση, η οποία (αποδοχή) μπορεί να δηλωθεί και σιωπηρώς με την αποστολή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στον αιτούντα και αποδεικνύεται με αυτό.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 201 Εμπ. Ν. η ασφάλιση για ποσό που υπερβαίνει την αξία του ασφαλισθέντος πράγματος δεν παράγει αποτελέσματα ως προς τον ασφαλισμένο, αν έγινε απ' αυτόν δολίως ή απατηλώς. Εάν ο ασφαλισμένος δεν ενήργησε δολίως ή απατηλώς, η ασφάλιση είναι ισχυρά μέχρι της αξίας των ασφαλισθέντων πραγμάτων, ενώ κατά το άρθρο 202 παρ. 1 Εμπ.
Ν. κάθε ψευδής ή πεπλανημένη δήλωση και κάθε αποσιώπηση περιστατικών γνωστών στον ασφαλισμένο αποτελεί λόγο ακυρότητας της ασφαλίσεως, εάν η δήλωση ή αποσιώπηση είναι τοιαύτης φύσεως, ώστε να θεωρηθεί ότι ο ασφαλιστής δεν ήθελε συναινέσει εις την ασφάλισιν ή δεν ήθελε δεχθεί αυτήν υπό τους αυτούς όρους, ενώ εγνώριζε την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 208 Εμπ. Ν. η οφειλόμενη παρά του ασφαλιστού αποζημίωσις κανονίζεται κατά την αξίαν που είχε το ασφαλισθέν πράγμα κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Αν προηγήθηκε της ασφαλίσεως εκτίμηση αποδεδεγμένη από τον ασφαλιστή, αυτή δύναται να προσβληθεί μόνο για απάτη, εικονικότητα ή πλαστότητα, επιφυλασσομένης κάθε άλλης αστικής ή ποινικής αγωγής.
Αν δεν υπάρχει αποδεδεγμένη εκτίμηση από τον ασφαλιστή, η αξία του ασφαλισθέντος πράγματος δύναται ν' αποδειχθεί δια παντός νομίμου μέσου. Από τις παραπάνω διατάξεις, που έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση ασφαλίσεως ζημιών και επομένως και στην ασφάλιση πυρκαϊάς σε συνδυασμό προς τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ που ορίζουν ότι ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα και ότι η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθιερώνεται η αρχή του αποζημιωτικού χαρακτήρα της ασφαλιστικής συμβάσεως ζημιών, με την έννοια ότι το ασφαλιστικό ποσό, που τυχόν έχει συμφωνηθεί με την ασφαλιστική σύμβαση, δεν συνιστά το προκαθορισμένο ύψος της οφειλής του ασφαλιστή, αλλά το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή για την κάλυψη της ζημίας του ασφαλισμένου από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης.
Έτσι, αποκλείεται η δυνατότητα του ασφαλισμένου, με την υπερτίμηση του ασφαλιζόμενου πράγματος, να χρησιμοποιεί τη σύμβαση για πορισμό κέρδους και καθορίζεται ο τρόπος της αποδείξεως της αξίας του πράγματος ώστε αν έλαβε χώρα αποτίμηση αυτή υπερισχύει έναντι παντός άλλου αποδεικτικού μέσου και αποστερεί τον ασφαλιστή από το δικαίωμα να αποδείξει την μικρότερη αξία του πράγματος, εκτός αν η αποτίμηση έγινε από τον ασφαλισμένο κατά τρόπο δόλιο ( βλ.
Ολ. ΑΠ 6/1990). Εξάλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί της ανυπαρξίας κενού ή αμφιβολίας, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Όταν όμως μολονότι το δικαστήριο της ουσίας, είτε ρητώς είτε εμμέσως, διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των ως άνω άρθρων ή όταν παραβιάζει τη νομική έννοια της καλής πίστης και έτσι εκφέρει κρίση αντίθετη προς εκείνη που υπαγορεύουν οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες ή όταν δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, υποπίπτει στην πλημμέλεια της παραβιάσεώς των και ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα εξής: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, που διατηρούσε επί της οδού ... (χιλιομετρική θέση 6,5) ατομική επιχείρηση παραγωγής μονωτικών υλικών και ειδών συσκευασίας, με ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, δυνάμει του υπ' αριθμ.
Β 1973059/7/1996 ασφαλιστηρίου εγγράφου και της υπ' αριθμ. 312816/23.8.1996 πρόσθετης πράξης, μετά από εκτίμηση της αξίας των ασφαλισμένων πραγμάτων που έγινε δεκτή από τα συμβαλλόμενα μέρη, ασφάλισε για το χρονικό διάστημα από 15.8.1996 μέχρι 15.8.1997 τις κτιριακές εγκαταστάσεις, το εξοπλισμό, πρώτες ύλες, εμπορεύματα κλπ της επιχείρησής του, για τον κίνδυνο πυρκαϊάς.
Ότι με τον υπ' αριθμ. 116 όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση όπως, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (πυρκαϊάς), καλύψει τα έξοδα κατεδάφισης των ερειπίων και αποκομιδής-μεταφοράς αυτών και των βλαβέντων και ασφαλισμένων εν γένει αντικειμένων, ορίζεται δε ρητά στον όρο αυτόν ότι η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας δεν μπορεί να υπερβεί για την κάλυψη αυτή το ποσό των 24.091.950 δραχμών κατά ζημιογόνο γεγονός, ως και καθόλη τη διάρκεια της ασφαλίσεως.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται ότι την 09.09.1996 εκδηλώθηκε στις ασφαλισμένες εγκαταστάσεις της επιχείρησης του λήπτη της ασφάλισης ενάγοντος πυρκαϊ ά, εξ αιτίας της οποίας καταστράφηκαν οι ασφαλισμένες κτιριακές εγκαταστάσεις, εμπορεύματα, πρώτες ύλες και εξοπλισμός της επιχείρησης. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά παραδοχή της έφεσης που άσκησε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον λήπτη της ασφάλισης, για τις αιτίας αυτές, το συνολικό ποσό των 535.148,97 ευρώ, μετ' αφαίρεση του καταβληθέντος από την εναγομένη, μετά την άσκηση της αγωγής, ποσού, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, απέρριψε δε την αγωγή ως προς το άνω ποσό ασφαλίσματος των 24.091.950 δρχ.
για απαιτούμενες δαπάνες κατεδάφισης και αποκομιδής των ασφαλισμένων πραγμάτων, με την αιτιολογία ότι δεν αποδεικνύεται πως ο λήπτης της ασφάλισης ενάγων προέβη στις δαπάνες αυτές. Σε σχέση με την απορριπτική αυτή κρίση του, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις εκτεθείσες παραδοχές του, εμμέσως διαπίστωσε κενό στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλόμενων μερών και συγκεκριμένα στο υπ' αριθμ. 116 όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, αν δηλαδή το ασφαλιστικό ποσό για δαπάνες κατεδάφισης και αποκομιδής των ασφαλισμένων πραγμάτων ήταν κατά τη βούληση των μερών καταβλητέο υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης καταβολής των εν λόγω δαπανών από τον λήπτη της ασφάλισης ή και πριν από την καταβολή τους, κατέληξε δε ερμηνευτικώς στο πόρισμα ότι εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται στην καταβολή των δαπανών αυτών μετά προηγούμενη καταβολή τους από τον λήπτη της ασφάλισης, χωρίς ωστόσο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατά το άρθρο 111 εδ. α' Εις. Ν. ΑΚ "Οι έμποροι έχουν δικαίωμα για τις μεταξύ τους απαιτήσεις, από εμπορική και για τους δύο αιτία να αξιώσουν τόκο από την ημέρα που το χρέος έγινε απαιτητό".
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 346 ΑΚ ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, όπως είναι και ο ασφαλιστής για την καταβολή του ασφαλίσματος, ακόμη και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής για το ληξιπρόθεσμο χρέος. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 288 και 281 ΑΚ, συνάγεται ότι, στην περίπτωση ασφάλισης κατά ζημιών, και αν ακόμη η ασφαλιστική σύμβαση είναι αμφιμερώς εμπορική, η χρηματική, αποζημιωτικού χαρακτήρα, απαίτηση του λήπτη της ασφάλισης έναντι του ασφαλιστή για πληρωμή του ασφαλίσματος, γεννιέται μεν από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, δεν καθίσταται όμως έκτοτε και απαιτητή, αφού προς τούτο απαιτείται να προηγηθεί αποτίμηση της ζημίας που υπέστη ο ασφαλισμένος από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και να προσδιορισθεί συγκεκριμένα η έκτασή της.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με το να απορρίψει σιωπηρώς το αίτημα του αναιρεσείοντος για καταβολή τόκων επί του αιτουμένου με την αγωγή ποσού ασφαλίσματος λόγω ζημιών των ασφαλισμένων πραγμάτων, συνεπεία επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης (πυρκαϊάς), από του χρόνου επέλευσης αυτής, διότι η απαίτηση του είναι αμφιμερώς εμπορική, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 111 εδ.
α Εις ΑΚ, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον με αυτή απορρίφθηκε το αίτημα του ενάγοντος για καταβολή του ποσού των 24.091.950 δραχμών μέχρι του οποίου είχε συμφωνηθεί, με την ασφαλιστική σύμβαση, ασφαλιστική κάλυψη για κατεδάφιση, αποκομιδή και μεταφορά των καταστραφέντων από την πυρκαϊά ασφαλισμένων πραγμάτων.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 8.241/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ