1978/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1978/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι μετατάξεις μπορεί μα γίνονται και σε κλάδο συναφών τυπικών προσόντων της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας σε κενές θέσεις ή και σε προσωρινές -προσωποπαγείς θέσεις σε υφιστάμενο ή και σε προσωρινό κλάδο που συνιστώνται με την περί μετατάξεως πράξη και καταργούνται αυτοδίκαια με την κατά οποιοδήποτε τρόπο αποχώρηση των μετατασσομένων...4.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1978 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1978/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)....... και 2).... , που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο. Της αναιρεσίβλητης: Α.Β.Ε.Ε. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ -ΠΥΡΚΑΛ", που εδρεύει στον Υμηττό Αττικής, ως καθολικής διαδόχου της "Α.Ε. ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟΥ" (ΠΥΡ-ΚΑΛ Α.Ε.) και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καρέτσο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-8-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1288/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 3579/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-10-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 30-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3198/1955 "μισθωτοί συνδεόμενοι διά σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του Ν.2112 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή του Β.Δ.
της 16/18 Ιουλίου 1920, οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζομένης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Εξάλλου, με το άρθρο 31 του Ν. 2731/1999 ορίζονται τα εξής: "1.Επιτρέπεται η μετάταξη εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από τις δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς και τις λοιπές εταιρείες του ευρύτερου δημόσιου τομέα που εποπτεύονται από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας σε όλες τις υπηρεσίες και λοιπούς φορείς του παραπάνω Υπουργείου, καθώς και του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, εφόσον συντρέχουν οι κατωτέρω προϋποθέσεις:
α. Να έχουν προϋπηρεσία από δύο (2) έτη, προκειμένου δε περί προσληφθέντων με τη διαδικασία του νόμου ως άτομα με ειδικές ανάγκες ενός (1) έτους, μέχρι είκοσι δύο (22) έτη. β. Να μην έχουν υπερβεί το 50ο έτος της ηλικίας τους. Η μετάταξη διενεργείται κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 9 του ν. 2266/1994 και δεν επιτρέπεται για όσους πληρούν τις προϋποθέσεις πρόωρης συνταξιοδότησης που ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 13 του ν. 2367/1995 και για όσους κρίνονται απαραίτητοι από τη διοίκηση των επιχειρήσεων, οργανισμών και εταιρειών για την ορθολογική και αποτελεσματική οργάνωση και λειτουργία τους. 2.
Η μετάταξη διενεργείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του εποπτεύοντος το φορέα Υπουργού στον οποίο γίνεται η μετάταξη ύστερα από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου των επιχειρήσεων, οργανισμών και λοιπών εταιρειών είτε με αίτηση των εργαζομένων είτε ύστερα από εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών σε κενές θέσεις κλάδου ή ειδικότητας της εκπαιδευτικής βαθμίδας που ανήκει ο μετατασσόμενος.
Οι μετατάξεις μπορεί μα γίνονται και σε κλάδο συναφών τυπικών προσόντων της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας σε κενές θέσεις ή και σε προσωρινές -προσωποπαγείς θέσεις σε υφιστάμενο ή και σε προσωρινό κλάδο που συνιστώνται με την περί μετατάξεως πράξη και καταργούνται αυτοδίκαια με την κατά οποιοδήποτε τρόπο αποχώρηση των μετατασσομένων...4.
Οι μετατασσόμενοι υπάλληλοι επιλέγουν την ασφάλισή τους είτε στους φορείς που υπάγεται το προσωπικό της υπηρεσίας στην οποία γίνεται η μετάταξη είτε στους φορείς που υπήγοντο πριν τη μετάταξή τους, υποβαλλόμενης προς τούτο σχετικής αίτησης....". Με την αριθ. Φ.471/13/2546Σ 499 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Αμυνας και Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ 1956/29-10-1999 τ.
Α΄), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 31 παρ. 5 του νόμου αυτού, καθορίστηκαν οι λεπτομέρειες για τις μετατάξεις εργαζομένων από δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς και λοιπές Εταιρείες του ευρύτερου δημόσιου τομέα που εποπτεύονται από τα ως άνω Υπουργεία και προσδιορίστηκαν οι φορείς υποδοχής και προέλευσης των μετατασσομένων.
Μεταξύ των φορέων υποδοχής περιλαμβάνεται και το Γενικό Επιτελείο Στρατού, ενώ μεταξύ των φορέων προέλευσης περιλαμβάνεται και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Ελληνικού Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου" (ΠΥΡ-ΚΑΛ). Η έννοια των παραπάνω διατάξεων είναι ότι με τη μετάταξη του μισθωτού λύεται η εργασιακή του σχέση με το φορέα προέλευσης και συνιστάται νέα εργασιακή σχέση του ίδιου μισθωτού με το φορέα υποδοχής, και ότι η μετάταξη αυτή δεν αποτελεί καταγγελία εκ μέρους του προηγούμενου εργοδότη, ούτε και αποχώρηση από την υπηρεσία, ώστε ο μισθωτός να δικαιούται την αποζημίωση που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 8 εδ.
α΄ του Ν. 3198/1955. Εξάλλου, η διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται όταν ο μισθωτός δεν έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης, έχει ως σκοπό να μειώσει τις συνέπειες που έχει για τους αναφερόμενους σ' αυτήν μισθωτούς, η αποχώρησή τους από την υπηρεσία, διευκολύνοντας την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων ή και την προώθηση προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσελήφθησαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλοι, ο πρώτος στις 13-5-1981 και η δεύτερη στις 18-4-1978.
Αρχικά προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ο μεν πρώτος ως διοικητικός υπάλληλος η δε δεύτερη ως χειρίστρια αυτομάτων μηχανημάτων, στη συνέχεια όμως ο πρώτος εργάστηκε ως λογιστής και η δεύτερη ως δακτυλογράφος έως τις 8-2-2000 και 15-2-2000, αντίστοιχα, που μετετάγησαν αμφότεροι σε υπηρεσίες του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 του Ν. 2731/1999, ύστερα από αίτησή τους, αφού επέλεξαν ως ασφαλιστικό τους φορέα το Ι.Κ.Α.
Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται την από το άρθρο 8 του Ν. 3198/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή σχετικού λόγου της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την αγωγή. Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις και ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η παραβίαση και των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., σύμφωνα με το πρώτο των οποίων κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενώ κατά το δεύτερο οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Παραβίαση δε των εν λόγων κανόνων υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευόμενης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι με τον όρο 4 παρ.11 της από 6-4-1984 έγγραφης συμφωνίας που υπεγράφη μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του σωματείου των εργαζομένων της ορίστηκαν τα εξής: "σε όσους αποχωρούν χωρίς να έχουν τις προϋποθέσεις πλήρους ή μειωμένης συνταξιοδότησης και έχουν εργαστεί στην εταιρεία τουλάχιστον τρία χρόνια, καταβάλλεται το μισό της αποζημίωσης που θα έπαιρναν αν απολύονταν".
Ερμηνεύοντας τον όρο αυτό το Εφετείο κατά τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, δέχτηκε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά την αληθινή βούλησή τους, απέβλεπαν στην καταβολή αποζημιώσεως στους εργαζόμενους της αναιρεσίβλητης μόνο στην περίπτωση λύσεως της εργασιακής συμβάσεως συμβατικά ή έπειτα από καταγγελία των εργαζομένων μετά πάροδο τριετίας από την έναρξη της συμβάσεως εργασίας και την έλλειψη των προϋποθέσεων πλήρους ή μειωμένης συνταξιοδοτήσεως και όχι στην ένδικη περίπτωση των αναιρεσειόντων, κατά την οποία δεν επήλθε συμβατική λύση ή λύση κατόπιν καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τους, αλλά συνεχίστηκε χωρίς διακοπή η εργασιακή τους σχέση με παράλληλη διασφάλιση των μέχρι τη μετάταξή τους εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων τους.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2004 αίτηση περί αναιρέσεως της 3579/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ