Supreme Court dismisses appeal due to procedural defect where the opposing party failed to appear and was not properly summoned.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision because the opposing party, the municipal water company, failed to appear at the hearing without valid justification. The appellants argued that the lower court erred in applying specific laws regarding salary reductions, but the court focused on the procedural irregularity. Since the opposing party was not present and the court could not verify if they were properly summoned, the appeal was declared inadmissible and the original judgment stands.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110(2), 498(1), 568(1)(2), 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear at the appeal hearing without valid justification and the court cannot verify proper summons, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1977 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1977/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. … και 42. Η. Χ. του Ν., κατοίκου Σπάρτης, με την ιδιότητα του κληρονόμου και καθολικού διαδόχου κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου του αρχικού ενάγοντα Ν. Χ. του Η., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ζερβάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Σπάρτης (Δ.Ε.Υ.Α.Σ.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Σπάρτη, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν η 117/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 151/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1695/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 12967/21.1.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητού στο Εφετείο Ναυπλίου Ηλία Ζαχ. Φράγκα, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο της 20.9.2022, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Σπάρτης (Δ.Ε.Υ.Α.Σ.).
Εξ άλλου, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την εν λόγω δικάσιμο της υπόθεσης η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο. Πρέπει όμως, να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την, κρινόμενη, από 22.6.2021 και με αριθμό κατάθ. 3/22.6.2021 στο Πρωτοδικείο Σπάρτης, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων με αριθμ. 151/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η, από 28.9.2017 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης 24/28.9.2017) έφεση της εναγομένης- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Σπάρτης (Δ.Ε.Υ.Α.Σ.) και μετά από εξαφάνιση της, υπ' αριθμ. 117/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η, από 11.9.2015, (αριθμ.
έκθ. κατάθεσης 226/2015) αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, απορρίφθηκε αυτή -αγωγή- ως μη νόμιμη. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) αφού προηγουμένως διερευνηθεί η ενεργητική νομιμοποίηση των παρακάτω αναφερομένων αναιρεσειόντων, μη διαδίκων στη δευτεροβάθμια δίκη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παράγραφος 1 περ. δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επόμενα του ίδιου Κώδικα που κατ' άρθρο 524 παρ. 1 ίδιου Κώδικα εφαρμόζονται και στην, κατ' έφεση δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το, κατά της αποφάσεως αυτής, από τον αντίδικο του αποβιώσαντος, ασκούμενο ένδικο μέσο της εφέσεως πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 517 εδ.
α' ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναιρέσεώς του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την έφεση.
Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη έφεση, χωρίς ο εκκαλών να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα θα χωρούσε η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι θα μπορούσαν να εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του εφεσίβλητου και να προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 991/2020, 715/2020, 616/2016, 1986/2009, 1282/2009).
Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθ. 313 παρ. 1 "Μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας μιας δικαστικής απόφασης μεταξύ άλλων και... δ) αν εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου..." ενώ κατά την παρ. 2. "Η αγωγή της παραγράφου 1 αποκλείεται, αν η απόφαση έχει προσβληθεί με ένδικα μέσα".
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι κατ' αρχάς, η ανυπαρξία της δικαστικής απόφασης απενεργοποιεί την παραγωγή εννόμων συνεπειών στην έννομη σφαίρα των διάδικων μερών, αυτοδικαίως, ώστε να μην υφίσταται ανάγκη προσβολής της απόφασης με ένδικα μέσα. Ωστόσο, με βάση τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 313 § 2 ΚΠολΔ κατά την κρατούσα άποψη, γίνεται δεκτό ότι η άσκηση ενδίκων μέσων επιτρέπεται και κατά ανύπαρκτης απόφασης, για τον λόγο ότι αφού ο δικονομικός νομοθέτης αποκλείει την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής για την κήρυξη της ανυπαρξίας της δικαστικής απόφασης, εάν η τελευταία έχει ήδη προσβληθεί με ένδικο μέσο, συνάγεται ότι (ο ίδιος) αποδέχεται το τελευταίο ενδεχόμενο.
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης. Τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτηση του για αναίρεση.
Ενεργητική νομιμοποίηση είναι η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενο της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η πληττόμενη απόφαση βλάπτει ή εκθέτει σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα ιδιωτικά δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική).
Από τις διατάξεις δε, του άρθρου 1710 παρ. 1 ΑΚ, το οποίο ως προσδιοριστικό της έννοιας της κληρονομιάς και του κληρονόμου, αναγκαίως συνδυάζεται με κάθε άλλη περί αυτών διάταξη και το οποίο ορίζει ότι κατά τον θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομιά) περιέρχεται από τον νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμους), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1820, 1846, 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομιά ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κληρονομούμενου, επομένως και η αξίωσή του εναντίον τρίτου, μεταβιβάζεται από της επαγωγής στους κληρονόμους του αποβιώσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε από διαθήκη κατά το ποσοστό που αναλογεί σ' αυτούς στην περίπτωση της, εξ αδιαθέτου, διαδοχής, οι οποίοι καθίστανται, επιφυλασσομένου του δικαιώματος αποποίησης της κληρονομιάς, άμεσοι και καθολικοί διάδοχοι του κληρονομουμένου.
Επομένως για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, αρκεί αυτοί να επικαλούνται τον θάνατο του διαδίκου και τη συγγενική σχέση που συνδέει αυτούς και τον αποβιώσαντα, με βάση την οποία καθίστανται κατά νόμο κληρονόμοι του τελευταίου. Στον αντίδικο τους, δε, αναιρεσίβλητο, εναπόκειται να αμφισβητήσει την ιδιότητα αυτών ως κληρονόμων, οπότε αυτή εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 22.6.2021 αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε στις 22/6/2021, με σύνταξη της υπ' αριθμ. 3/2021 πράξεως καταθέσεως του οικείου γραμματέα, πλην άλλων και από τους: 1) Π. χα Ν. Β., το γένος Δ. Ψ. (38η αναιρεσείουσα) και τα τέκνα του Ν. Β., Π. Β. και Ε. Β. (39ο και 40η αναιρεσείοντες). Οι ως άνω άσκησαν την κρινόμενη αίτηση ως μοναδικοί κληρονόμοι και καθολικοί διάδοχοι του 5ου εφεσίβλητου Ν.
Β. του Παναγιώτη, ο οποίος είχε αποβιώσει πριν την άσκηση της εφέσεως επί της οποίας εκδόθηκε και κατ' αυτού, (ανυπάρκτου προσώπου) η προσβαλλόμενη, με αριθμ. 151/2021, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Όμως η προσβαλλόμενη απόφαση, παρότι εκδόθηκε κατά ανυπάρκτου προσώπου, του οποίου τον θάνατο δεν προκύπτει ότι είχε λάβει γνώση, μέχρι τώρα, η εκκαλούσα Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Σπάρτης, (Δ.Ε.Υ.Α.Σ.), κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου είναι δεκτική ενδίκου μέσου, ήτοι αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, την οποία, αναίρεση, νομίμως και παραδεκτά ασκούν οι ως άνω καθολικοί διάδοχοι του ως άνω προαποβιώσαντος της ασκήσεως της εφέσεως και της εκδόσεως της προσβαλλομένης απόφασης, 5ου εφεσίβλητου, Ν.
Β.. Η ιδιότητα αυτή των ως άνω αναιρεσειόντων προκύπτει από: α) τα υπ' αριθμ. πρωτ. 1287/11.10.2021 και 502/12.10.2021 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, στα οποία βεβαιώνεται ότι δεν δημοσιεύθηκε διαθήκη και ότι δεν υπήρξε αποποίηση κληρονομιάς του παραπάνω αποβιώσαντος και β) το υπ' αριθμ. πρωτ. 10579/2.5.2017 πιστοποιητικό στο οποίο εμφαίνονται οι ίδιοι ως εγγύτεροι συγγενείς του ως άνω προαποβιώσαντος, σύζυγος και τέκνα αντίστοιχα. 2) Γ.
χα Θ. Μ., (35η αναιρεσείουσα) Γ. Μ. του Θ. (36ο αναιρεσείοντα) και Η. Μ. του Θ., (37ο αναιρεσείοντα). Οι ως άνω άσκησαν την κρινόμενη αίτηση ως μοναδικοί κληρονόμοι και καθολικοί διάδοχοι του 21ου εφεσίβλητου Θ. Μ. του Γ., ο οποίος απεβίωσε στις 4.11.2018, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης, όπως τούτο προκύπτει από το, από 31.12.2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξίαρχου του Δ.Ε.
Μυστρά Σπάρτης Λακωνίας και ο οποίος άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους ως άνω αναιρεσείοντες, σύζυγο και τέκνα αντίστοιχα (βλ. και το υπ' αριθμ. πρωτ. 24138/9.11.2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών). Η ιδιότητά τους αυτή προκύπτει και από τα υπ' αριθμ. πρωτ. 1285/11.10.2021 και 501/2021 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Σπάρτης στα οποία βεβαιώνεται ότι δεν δημοσιεύθηκε διαθήκη και ότι δεν υπήρξε αποποίηση κληρονομιάς του παραπάνω αποβιώσαντος, 3) Ε.
Μ. χα Ν. Χ. (41η αναιρεσείουσα) και Η. Χ. του Ν. (42ο αναιρεσείοντα). Οι ως άνω άσκησαν την κρινόμενη αίτηση ως μοναδικοί κληρονόμοι και καθολικοί διάδοχοι του 36ου εφεσίβλητου, Ν. Χ. του Η., ο οποίος απεβίωσε στις 13-9-2020, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης όπως αυτό προκύπτει από το, από 14-9-2020, απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου του Δ.Ε.
Μυστρά Σπάρτης Λακωνίας και ο οποίος άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους ως άνω αναιρεσείοντες, σύζυγο και τέκνο, αντίστοιχα (βλ. και το υπ' αριθμ. πρωτ. 18981/28-9-2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών). Η ιδιότητά τους αυτή προκύπτει και από τα υπ' αριθμ. πρωτ. 1286/11.10.2021και 498/12.10.2021 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, από τα οποία προκύπτει ότι δεν δημοσιεύθηκε διαθήκη και ότι δεν υπήρξε αποποίηση κληρονομιάς του παραπάνω αποβιώσαντος.
Μετά απ' αυτά και αφού δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη η ιδιότητα όλων των ανωτέρω προσώπων, ως κληρονόμων των προαναφερθέντων θανόντων - εφεσίβλητων, είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από αυτούς.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 5 ν. 3833/2010 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν. 3842/2010): "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα.
Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας".
Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου: "Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003.
Στο ανωτέρω όριο δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις" Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν. 3842/2010): "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων, καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ.
που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 [...]". Στη συνέχεια με το άρθρο τρίτο παρ. 4, 5 και 6 ν. 3845/2010 έλαβε χώρα περαιτέρω μείωση των αποδοχών των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα ορίσθηκαν τα εξής: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).
Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους" (παρ. 4). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και εκτελεστικά μέλη διοικητικών συμβουλίων των Ν.Π.Ι.Δ.
που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005" (παρ. 5). "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:
α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" (παρ. 6). Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι η ερμηνεία του όρου "ανήκουν".
Κατά την άποψη που υιοθετήθηκε από τις ενδεικτικά αναφερόμενες 829, 830/2018 και 848/2020 αποφάσεις του Αρείου Πάγου ο όρος "ανήκουν" έχει την έννοια ότι τα Ν.Π.Ι.Δ., στα οποία ο νόμος αναφέρεται, πρέπει να περιλαμβάνονται στο δημόσιο τομέα, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει ως προς τις δημοτικές επιχειρήσεις. Ειδικότερα, από τις ως άνω αποφάσεις έγινε δεκτό ότι, εφόσον οι επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, τόσο κατά το ευρωπαϊκό όσο και κατά το εθνικό δίκαιο, δεν ανήκουν στο κράτος ή στο δήμο, δεν επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό και σε κάθε περίπτωση δεν συγκαταλέγονται στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτοί προσδιορίζονται από το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, αλλά, αντιθέτως διατηρούν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια έναντι των Ο.Τ.Α., δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.
Κατά την αντίθετη άποψη, όπως διατυπώθηκε στις ομοίως ενδεικτικά αναφερόμενες 1097/2018 και 738/2020 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, αλλά και στην παραπεμπτική απόφαση, ο όρος "ανήκουν" ερμηνεύεται χωρίς την ανάγκη παραπομπής σε άλλες διατάξεις, συνέχεται με την ιδιαίτερη φύση και τη στενή σύνδεση των δημοτικών επιχειρήσεων με τους ΟΤΑ, που εποπτεύουν τη λειτουργία τους, διορίζουν και ελέγχουν την πλειοψηφία της διοίκησής τους, με την επιχορήγηση και τον έλεγχο των οικονομικών τους από το Κράτος και, κυρίως, με τον δημόσιο σκοπό που αυτές επιτελούν.
Επομένως οι εργαζόμενοι, οι οποίοι απασχολούνται στις επιχειρήσεις αυτές με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των ν. 3833 και 3429/2010 και υποβάλλονται στις μισθολογικές περικοπές που προβλέπονται από τις ανωτέρω διατάξεις. Περαιτέρω με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυση Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των ..
και .. και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) κοινωφελούς χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο.
Σύμφωνα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: (Άρθρ. 1) "παρ. 1. [...] Οι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφή Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκηση, οργάνωση και εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδοτήσεώς τους από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα" [...] παρ. 3.
Οι προβλεπόμενες από την προηγούμενη παράγραφο επιχειρήσεις είναι αρμόδιες για τη μελέτη, κατασκευή, συντήρηση, εκμετάλλευση, διοίκηση και λειτουργία των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως ακαθάρτων και όμβριων υδάτων, ως και μονάδων επεξεργασίας λυμάτων και αποβλήτων της περιοχής αρμοδιότητάς τους.
παρ. 4. Η σύσταση εκάστης επιχειρήσεως ενεργείται δι' αποφάσεως των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, δι' ης θα ορίζεται η επωνυμία, η έδρα, οι δικαιολογούντες τη σύσταση αυτής λόγοι, τα παραχωρούμενα σ` αυτήν περιουσιακά στοιχεία, ο τρόπος εκμεταλλεύσεως των έργων ή υπηρεσιών και τα εξ αυτών έσοδα ως και η περιοχή της επιχειρήσεως". (Άρθρ. 3) "παρ. 1.
Η υπό ενός μόνο Δήμου συνιστάμενη επιχείρηση διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, του οποίου τα μέλη, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος ορίζονται κατά τις περί συγκροτήσεως της Επιτροπής Δημοτικών Επιχειρήσεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος διατάξεις. Ένα από τα μέλη του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που ορίζονται ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης προέρχεται από τη μειοψηφία.
παρ. 2. Προκειμένου περί επιχειρήσεως συνισταμένης από πλείονες Δήμους ή Κοινότητες [...], αυτή διοικείται από συμβούλιο, ο αριθμός των μελών του οποίου ορίζεται δια των περί συστάσεως της επιχειρήσεως ή μετατροπής του συνδέσμου αποφάσεων των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων. Οι εκπρόσωποι εκάστου Δήμου ή Κοινότητας και οι αναπληρωτές αυτών ορίζονται δι' αποφάσεως του οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου". [...] (Άρθρ. 5) "παρ. 1.
Το Διοικητικό Συμβούλιο διοικεί την επιχείρηση και διαχειρίζεται την περιουσία και τους πόρους ταύτης, αποφασίζει δε επί παντός αφορώντος την επιχείρηση θέματος. παρ. 2. Το Διοικητικό Συμβούλιο ιδία [...] ζ) Εγκρίνει τις ετήσιες εκθέσεις οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως οι οποίες περιλαμβάνουν απολογισμό εσόδων - εξόδων, ισολογισμό και κατάσταση ρευστότητας και υποβάλλει αυτές το βραδύτερο εντός τεσσάρων μηνών από της λήξεως του οικονομικού έτους στο Νομάρχη (πλέον Περιφερειακό Διευθυντή)". [...] (Άρθρ. 7) "παρ. 1.
Δι' Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας συντασσομένου δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμη των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τις ανάγκες της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων του προσωπικού καθ' ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδας εκπαιδεύσεως, οι αποδοχές και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιο προς τούτο όργανο". (Άρθρ. 8) "[...] παρ. 3.
Οι διατάξεις περί προστασίας των δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων εφαρμόζονται και επί της περιουσίας της επιχειρήσεως". (Άρθρ. 9) "[...] παρ. 4. Από της συστάσεως της επιχειρήσεως οι συμμετέχοντες στην επιχείρηση Δήμοι και Κοινότητες, ως και Σύνδεσμοι στερούνται του δικαιώματος επιβολής τελών και δικαιωμάτων υδρεύσεως και αποχετεύσεως". (Άρθρ. 10) "παρ. 1.
Πόροι της επιχειρήσεως είναι: α. Το ειδικό τέλος για τη μελέτη και κατασκευή έργων υδρεύσεως και αποχετεύσεως, β. Το ειδικό τέλος επί του εισοδήματος εξ οικοδομών, γ. Το τέλος συνδέσεως μετά του δικτύου αποχετεύσεως, δ. [...] ε. Το τέλος συνδέσεως μετά του δικτύου υδρεύσεως, στ. Το τέλος χρήσεως υπονόμου, ζ.
Η αξία καταναλισκόμενου ύδατος, [...] ιβ. Επιχορήγηση εκ του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για την μελέτη και κατασκευή έργων υδρεύσεως και αποχετεύσεως [...]. παρ. 2. Οι πόροι της επιχειρήσεως της παραγράφου 1 εδάφιο (α) χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς για τη μελέτη, κατασκευή, ανακατασκευή ή επέκτασιν υδρεύσεως και αποχετεύσεως ή την εξόφληση τοκοχρεολυσίων εκ δανείων [...]". (Άρθρ. 13) "παρ. 1.
Οι μελέτες και οι κατασκευές των πάσης φύσεως έργων που ανήκουν στην αρμοδιότητα των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) μπορούν να επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (Π.Δ.Ε.) εντός των ορίων των εγκρινόμενων για το σκοπό αυτόν ετήσιων πιστώσεων". (Άρθρ. 18) "παρ. 1. Ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης της επιχείρησης ενεργείται από δύο (2) ορκωτούς ελεγκτές λογιστές, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Ορκωτών Λογιστών της παρ. 1 του άρθρου 13 του π.δ. 226/1992, (παρ. 2) επιλέγονται από το διοικητικό συμβούλιο και (παρ. 3) διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε οικονομικού έτους". [...] (Άρθρ. 20) "παρ. 1.
Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας στις εξής αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου: α) Για την ψήφιση του προϋπολογισμού της επιχείρησης του τεχνικού προγράμματος έργων καθώς και για κάθε τροποποίησή τους, β) Για την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων, γ) Για την επιβάρυνση των ακινήτων της επιχείρησης με εμπράγματα δικαιώματα, δ) Για τη σύναψη δανείων, ε) Για τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες.
παρ. 2. Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση των πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές". (Άρθρ. 21) "παρ. 1. Με κανονισμούς που συντάσσονται και ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχειρήσεως και ελέγχονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο του δήμου ή της κοινότητας στον οποίο ανήκει η επιχείρηση, ρυθμίζονται κάθε φορά τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις γενικής παραδοχής λογιστικές και οργανωτικές αρχές. [...] (παρ. 3) Μέχρι τη σύνταξη των υπό του παρόντος άρθρου προβλεπόμενων κανονισμών λειτουργίας και διαχειρίσεως της επιχειρήσεως εφαρμόζονται οι υπάρχοντες αντίστοιχοι κανονισμοί του Δήμου ή Συνδέσμου και σε περίπτωση μη υπάρξεως τοιούτων οι σχετικές περί Δήμων και Κοινοτήτων διατάξεις". (Άρθρ. 22) " [...] παρ. 3.
Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κωδικός περί εκσκαφών προς ανεύρεση ύδατος και εγκαταστάσεως δικτύου υδρεύσεως εφαρμόζονται και προκειμένου περί των επιχειρήσεων του παρόντος". (Άρθρ. 24) "παρ. 1. Τα υπό της επιχειρήσεως εκτελούμενα έργα χαρακτηρίζονται δημοσίας ωφέλειας, τα δε τοιαύτα, ως και για τις συναφείς εγκαταστάσεις αναγκαία ακίνητα, απαλλοτριώνονται αναγκαστικώς υπέρ και με δαπάνες αυτής, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων των Δήμων και Κοινοτήτων εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων.
Καθ' όμοιο τρόπο συνιστώνται αναγκαστικώς και δουλείες οιασδήποτε μορφής". (Άρθρ. 25) "παρ. 1. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που εγκρίνεται από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο καθορίζονται χωριστά τιμολόγια για την υπηρεσία ύδρευσης και αποχέτευσης [...]". (Άρθρ. 26) "Δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένης από το Νομάρχη δύναται να καθορίζεται ειδικό τιμολόγιο υδρεύσεως ή αποχετεύσεως για τους κατοίκους των μετεχόντων της επιχειρήσεως Δήμων ή Κοινοτήτων ή συνοικισμών αυτών, οι οποίοι εξυπηρετούνται εξ ιδίου δικτύου ανεξαρτήτου του ενιαίου τοιούτου της επιχειρήσεως".
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006): "παρ. 1. Οι επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε., από κρατήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους, με την επιφύλαξη των εκάστοτε ισχυουσών φορολογικών ρυθμίσεων.
Επίσης έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι ΔΕΥΑ, ναι μεν χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν ωστόσο αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο - αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση - αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμων και Περιφερειών), στα οποία ανήκουν και υπάγονται, καθώς:
α) η σύσταση κάθε επιχείρησης λαμβάνει χώρα με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, β) το διοικητικό συμβούλιο κάθε επιχείρησης ορίζεται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο, γ) ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης διορίζονται εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι, από τους οποίους ο ένας αναγκαστικά προέρχεται από την εκάστοτε μειοψηφία, δ) ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της επιχείρησης εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου, ε) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης κάθε επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές που διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε έτους, στ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου για τα σοβαρότερα ζητήματα και συγκεκριμένα για την ψήφιση και κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού της επιχείρησης και του τεχνικού προγράμματος έργων, την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων της επιχείρησης ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματα δικαιώματα, τη σύναψη δανείων, τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες, ζ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές, η) οι κανονισμοί λειτουργίας και διαχείρισης, που ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο και, τέλος, θ) οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης αναφορικά με τα χωριστά τιμολόγια ύδρευσης και αποχέτευσης ή τη διαφοροποίηση των εισπραττόμενων τελών πρέπει να εγκριθούν από το οικείο δημοτικό συμβούλιο.
Περαιτέρω στις ανωτέρω επιχειρήσεις απονέμονται προνόμια και ατέλειες με αποτέλεσμα την απαλλαγή τους από τον ανταγωνισμό, ενώ ως πόροι κάθε επιχείρησης ορίζονται, μεταξύ άλλων, διάφορα ανταποδοτικά τέλη. Τέλος, οι ως άνω επιχειρήσεις επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης κατά ποσοστό 35% από τις πιστώσεις της επιχείρησης που εγκρίνονται κατ' έτος για τον σκοπό αυτό.
Τα έργα που εκτελούνται από την επιχείρηση χαρακτηρίζονται δημόσιας ωφέλειας, με αποτέλεσμα να προβλέπεται δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των αναγκαίων ακινήτων ή σύστασης δουλείας οιασδήποτε μορφής επ' αυτών, με σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης. Εν κατακλείδι από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δομή και η οργάνωση, καθώς και η χρηματοδότηση των ΔΕΥΑ ταυτίζεται με την έννοια της δημόσιας επιχείρησης, δηλαδή εκείνης για την οποία νόμος, είτε ιδρυτικός της είτε άλλος, προβλέπει ότι λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος και η οποία, περαιτέρω, οργανωμένη σε νομικό πρόσωπο, επί του οποίου το κράτος ασκεί αποφασιστική επιρροή (μέσω χρηματοδοτήσεων και οικονομικών ελέγχων), λειτουργεί με κριτήρια επιδιώξεως οικονομικού αποτελέσματος, με την έννοια όχι της κερδοσκοπίας, αλλά της δημιουργίας των οικονομικών δυνατοτήτων για την επίτευξη των βασικών σκοπών της.
Επιπλέον, η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, επομένως, εφόσον σκοπός των ΔΕΥΑ είναι, όπως προαναφέρθηκε, να μεριμνούν για τον συνεχή εφοδιασμό όσων κατοικούν ή διαμένουν στην περιφέρειά τους με επαρκή για τις προσωπικές και οικογενειακές τους ανάγκες ποσότητα πόσιμου ύδατος, το οποίο πληροί τους απαραίτητους όρους υγιεινής και διατίθεται σε προσιτή τιμή, ταυτοχρόνως δε για την κρίσιμη για την δημόσια υγεία παροχέτευση των ακάθαρτων υδάτων και των λυμάτων, δικαιολογείται η λήψη μέτρων που εντάσσονται σε ενιαία δημοσιονομική πολιτική, όπως η περικοπή των μισθολογικών παροχών, ώστε να εξασφαλιστεί η επίτευξη του δημόσιου σκοπού τους.
Οι Υπηρεσίες αυτές παρέχονται μονοπωλιακώς σε πληθυσμό διαβιούντα σε συγκεκριμένο νομό από δίκτυα που είναι μοναδικά και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης. Αβεβαιότητα ως προς την συνέχεια της παροχής προϊόντων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας με αυτόν το βαθμό αναγκαιότητας δε συγχωρείται από το άρθρο 5 παρ. 5 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας καθώς και από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος που ορίζει ότι το κράτος μέριμνα για την υγεία των πολιτών, εξ ου και ο εξοπλισμός των ΔΕΥΑ με την αρμοδιότητα κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.
Την ένταξη δε των ΔΕΥΑ στα δημοσιονομικά μέτρα που λαμβάνονται για τη μείωση των κρατικών ελλειμμάτων δικαιολογεί και η προαναφερθείσα επιχορήγησή τους από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο όρος "ανήκει" εκφεύγει των στενών ορίων της έννοιας της ιδιοκτησίας και καταλαμβάνει κάθε Ν.Π.Ι.Δ., η δραστηριότητα του οποίου εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και τελεί υπό τη δημοσιονομική μέριμνα του κράτους, ερμηνεία που επιβάλλεται τελολογικώς από τον σκοπό του νόμου.
Επιχείρημα δε υπέρ της ευρύτητας του όρου "ανήκει" προκύπτει και από την εξειδίκευση του όρου σε επόμενα νομοθετήματα. Ειδικότερα στο νόμο 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012- 2015", με τον οποίον προβλέφθηκε πλαφόν για το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στο άρθρο 31 του νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους...
εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους [...]" Καθίσταται σαφές ότι η ανωτέρω διάταξη, η οποία θεσπίστηκε για τον ίδιο λόγο όπως και οι επίμαχες, δηλαδή τη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων με μείωση των δημόσιων δαπανών, ώστε η Χώρα να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) και να επιτύχει τη δημοσιονομική εξυγίανση με συγκεκριμένους στόχους και σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, δεν προσδίδει επιπλέον κανονιστικό περιεχόμενο αλλά έχει διευκρινιστική διατύπωση και καθιστά σαφέστερο το νόημα του όρου "ανήκουν", συνδέοντάς τον με την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, ώστε πλέον να μην καταλείπονται αμφιβολίες για τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης, ότι δηλαδή οι δημοτικές επιχειρήσεις περιλαμβάνονται στους δημοσιονομικούς περιορισμούς που οι διατάξεις αυτές προβλέπουν.
Επομένως, οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των άρθρων 1 παρ. 5, 2 παρ. 2 ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4 και 6 ν. 3845/2010, όπως και σε αυτό των άρθρων 31 παρ. 1α, 3 και 4 ν. 4024/2011 (αλλά και στην περίπτωση 12 της υποπαρ. Γ1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, που ακολούθησε) και ειδικότερα συγκαταλέγονται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αφού είναι επιχειρήσεις ΟΤΑ ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση - αποχέτευση) και πληρούν το κριτήριο που τάσσεται από τους μνημονιακούς νόμους, δηλαδή ανήκουν σε συγκεκριμένο ΟΤΑ (εν προκειμένω Δήμο ...), υπό την έννοια ότι δημιουργούνται από τους ΟΤΑ χάριν της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, τελούν υπό την εποπτεία τους, ενώ ο έλεγχος και ο διορισμός της πλειοψηφίας της διοίκησής τους γίνεται από τους ΟΤΑ (ΟλΑΠ 5/2022).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη υπόθεση, από την επισκόπηση της αγωγής, της προσβαλλομένης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την αγωγή τους εξέθεταν ότι συνδέονταν με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στα πλαίσια των οποίων παρείχαν σε αυτή τις υπηρεσίες τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.4.2011 έως και 31.12.2014 και ότι η εναγομένη, επικαλούμενη τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.5 ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4 ν. 3845/2010, προέβη σε περικοπή των μηνιαίων αποδοχών τους, παρά το ότι οι ίδιοι δεν υπάγονταν στο ρυθμιστικό πεδίο των νόμων αυτών. Ζητούσαν δε, για την ανωτέρω αιτία, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει για οφειλόμενες διαφορές αποδοχών τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, με το νόμιμο τόκο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, δικάζον ως Εφετείο, επί εφέσεως της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής, είχε κρίνει νόμω και ουσία βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, διότι οι ενάγοντες υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των ανωτέρω μνημονιακών νόμων.
Έτσι που έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση, ότι δηλαδή, η μείωση που επέβαλε η αναιρεσίβλητη στις αποδοχές των αναιρεσίβλητων, εφαρμόζοντας τις επίμαχες διατάξεις, είναι νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5, 2 παρ. 2 ν.3833/2010 και 3 παρ. 4, 5 και 6 ν. 3845/2010. Επομένως, ο, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και δεν θα περιληφθεί διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος των αναιρεσειόντων και υπέρ της αναιρεσίβλητης, αφού λόγω της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα (ΑΠ 824/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22. 6.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 151/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ