1977/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1977/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε την απαιτουμένη, κατά τις άνω διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, αφού εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και τις σκέψεις που δικαιολογούν την κρίση του για τη μη αναβολή της δίκης.
Full text
Απόφαση 1977 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1977/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Λ. του Ε., κατοίκου ... παρέστη με το δικηγόρο Δημήτριο Νικολόπουλο, ο οποίος ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ. 302/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.2390/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Β. Μ. του Χ. και 2) Θ. Θ. του Κ., ..., 3) Δ. Π. του Χ. και 4) Α. Θ. του Κ., ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 7702/17-7-2018 αίτησή του αναίρεσης, καθώς και στους από 19-10-2018 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1090/2018.
Αφού άκουσε Τον ορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες από 16-7-2018 αίτηση-δήλωση (αρ. πρ. 7702/2018), καθώς και οι από 19-10-2018 πρόσθετοι λόγοι του Κ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 2390/2018 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συνάφειας. Επομένως, είναι παραδεκτές και πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω, μετά και τη νόμιμη κλήτευση των απολειπομένων πολιτικώς εναγόντων (βλ. αποδεικτικά επίδοσης).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα, που τους παρέχεται ρητά από το νόμο, και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος.
Τέτοιο δικαίωμα είναι αυτό του κατηγορουμένου να υποβάλει, κατά τα άρθρα 352 παρ. 1, 353 παρ. 1 και 2, 231 παρ. 4 του ΚΠΔ, αντιστοίχως, αίτημα βίαιης προσαγωγής μάρτυρα που δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, είτε αυτός κλητεύθηκε, είτε δεν κλητεύθηκε, με σκοπό να εμφανιστεί και να εξεταστεί στο ακροατήριο. Η παραδοχή τέτοιου αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει σε αυτό με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη.
Ανάλογο δικαίωμα είναι και το από το άρθρο 364 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητήσει την ανάγνωση εγγράφου, που υποβλήθηκε από τον ίδιο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας (ΑΠ 509/2017, 733/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις πράξεις 1) ψευδούς καταμήνυσης, 2) ψευδορκίας μάρτυρα και 3) συκοφαντικής δυσφήμησης (με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 22 μηνών, με τριετή αναστολή.
Από το περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης αυτής, προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, με τους εγγράφως υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά, ζήτησε, μεταξύ άλλων, την κλήτευση και τη βίαιη προσαγωγή στο δικαστήριο ενός μάρτυρα (Γ.
Β.) για να εμφανιστεί στο ακροατήριο και καταθέσει επί της υποθέσεως. Όπως προαναφέρθηκε, η παραδοχή τέτοιου αιτήματος απόκειται, κατ'αρχήν, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το δικαστήριο απάντησε αιτιολογημένα, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό του ότι το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι "Το δικαστήριο από το όλο εισφερθέν στη δίκη αποδεικτικό υλικό κατέληξε σε ασφαλή δικανική κρίση και δεν κρίνεται απαραίτητη η εξέταση και άλλων μαρτύρων.
Όσον αφορά μάλιστα την μάρτυρα Γ. Β., την οποία, μεταξύ άλλων, αιτείται ο κατηγορούμενος, από την αναγνωσθείσα (σε φωτοαντίγραφο) με ημερομηνία 23-5-2017 υπεύθυνη δήλωση άρθρου 8 Ν.1599/1986 της ως άνω Γ. Β., αυτή ρητά δηλώνει ότι δεν πρόκειται να εμφανισθεί και να καταθέσει σε κανένα Δικαστήριο ούτε αυτή ούτε κάποιος άλλος από το οικογενειακό της περιβάλλον, ότι έχει καταστήσει σαφές αυτό σε όλους τους διαδίκους και στον κατηγορούμενο Κ.
Λ. από το έτος 2010 και τέλος, ότι αυτή δεν επιβεβαιώνει κανένα από τους αναφερόμενους, στις με αριθμούς ΑΒΜ Η 2011/9114 και ABM Ζ2011/3647 μηνύσεις, ισχυρισμούς του (Κ.Λύρα) κατά των νυν εγκαλούντων και τέλος ότι τα τελευταία πέντε έτη δεν έχει ουδεμία επικοινωνία με τον Κωνσταντίνο Λύρα". Επομένως, εμμέσως πλην σαφώς το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντα για βίαιη προσαγωγή της μάρτυρος αυτής και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο σχετικός αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Β' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για σχετική ακυρότητα (έλλειψη ακροάσεως).
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177, 178 και 179 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικού μέσου, είτε από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 178 είτε άλλα, ακόμη και άκυρα, εκτός αν η χρησιμοποίηση τους απαγορεύεται από το νόμο, είτε ρητώς είτε γιατί είναι αντίθετα σε διατάξεις του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, οπότε η χρησιμοποίησή τους προσβάλλει το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.
δ' ΚΠοινΔ. Έτσι, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά και άκυρα έγγραφα που συγκεντρώθηκαν κατά την ανάκριση ή την προανάκριση, αρκεί να μην αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους, χωρίς αυτό να συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα ή να αποτελεί υπέρβαση εξουσίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α και 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, σχετικός αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, για το λόγο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικό μέσο, μεταξύ άλλων, και την προαναφερόμενη από 23-5-2017 υπεύθυνη δήλωση (του άρθρου 8 Ν.1599/1986) της Γ.
Β., την οποία και ανέγνωσε, παρά τις ρητές αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος κατά την ακροαματική διαδικασία, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, εφόσον ορθώς ανέγνωσε το δικαστήριο την υπεύθυνη δήλωση στα πλαίσια αναζήτησης της αλήθειας, η εναντίωση του αναιρεσείοντος στην ανάγνωσή της δεν επάγεται καμία ακυρότητα και από την καταδικαστική πρόταση της Εισαγγελέως και την καταδίκη από το δικαστήριο συνάγεται σαφώς ότι απορρίφθηκε στην ουσία της η εναντίωση του αναιρεσείοντος στην ανάγνωση αυτή.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου.
Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου, που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεώς του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Ποιν.Δ. ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής, ο οποίος εξικνείται μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, αλλά και της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τον έλεγχο της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Στην πρωτόδικη δίκη, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων ζήτησε την αποβολή των πολιτικώς εναγόντων (Β.
Μ., Θ. Θ., Δ. Π. και Α. Θ.), επειδή στην από 12-11-2006 έγκλησή τους εναντίον του (ΑΒΜ:Α 2006/5341) είχαν προσκομίσει, όπως ισχυρίσθηκε, ένα παράβολο πολιτικής αγωγής (ύψους 50 €) μόνο οι δύο πρώτοι απ' αυτούς, το οποίο δεν κάλυπτε το απαιτούμενο ποσό (βλ. σελ. 3 της πρωτόδικης απόφασης). Το Πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή, δεχόμενο ότι οι πολιτικώς ενάγοντες κατέβαλαν το σχετικό παράβολο (σελ. 3).
Κατά του σκέλους της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων, στην έφεση που άσκησε στη συνέχεια, διέλαβε ίδιο λόγο αποβολής της πολιτικής αγωγής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε και πάλι την ένσταση αυτή με την ακόλουθη αιτιολογία: "όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των παραβόλων που έχουν κατατεθεί κατά την υποβολή της ένδικης από 6-10-2011 μηνύσεως καθώς και από την επισκόπηση της εκκαλουμένης με αριθμό 21749/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, οι Β.
Μ., Θ. Θ., Δ. Π. και Α. Θ., δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες κατά του κατηγορουμένου ως αμέσως παθόντες για τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται και ζήτησαν να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 50 ευρώ, με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν, κατέθεσαν δε τα με αριθμούς παραβόλων 825950/12-10-2011 και 2994742/12-10-2011 για τους δύο πρώτους εξ αυτών (κατατεθέντα κατά την υποβολή της μηνύσεως) και ...435, ...436, ...433, ...434, ...432 και ...431 παράβολα του Δημοσίου κατατεθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας.
Ας σημειωθεί ότι στο δικόγραφο της μηνύσεως υπάρχει και χειρόγραφη σημείωση των αριθμών των δύο πρώτων παραβόλων, που αφορούν την κατάθεση μήνυσης και παράσταση πολιτικής αγωγής, ενώ εξάλλου η κατάθεση του παραβόλου που αφορά τους λοιπούς δύο πολιτικώς ενάγοντες κατά την έναρξη της συζητήσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην τελευταία ως άνω νομική σκέψη της παρούσης, απορριπτομένων ως αβασίμων των όσων διατείνεται ο κατηγορούμενος σχετικά με την μεταγενέστερη παράτυπη κατά τον τρόπο αυτό δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής κατά τη συζήτηση της 14-6-2017.
Επομένως, ουδεμία πλημμέλεια υφίσταται ως προς την νομότυπη παράσταση των τεσσάρων πολιτικώς εναγόντων, ενώ επιπλέον αυτών λαμβάνοντας υπόψη ότι τα πρακτικά της ως άνω εκκαλουμένης αποφάσεως δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, έπεται, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ότι η, εξαιτίας πλημμέλειας της γραμματέως, μη αναγραφή στην απόφαση του αριθμού του πρώτου κατά σειρά κατατεθέντος κατά την υποβολή της μηνύσεως παραβόλου (825950) δεν επέφερε ακυρότητα στη παράσταση της πολιτικής αγωγής".
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο αιτιολογημένα έκρινε ότι οι πολιτικώς ενάγοντες είχαν καταθέσει τα νόμιμα παράβολα πολιτικής αγωγής και ότι η έγκληση, με βάση την οποία αυτός καταδικάστηκε, ήταν η από 6-10-2011 και όχι αυτή που επικαλέστηκε ο ίδιος, (δηλαδή, η από 12-11-2006), η οποία είναι προγενέστερη του χρόνου τελέσεως των εγκλημάτων, για τα οποία αυτός καταδικάστηκε (22-1-2011).
Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται, με πρόσθετο λόγο, η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα. V. Κατά το άρθρο 349 παρ. 1 του ΚΠΔ "Το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας".
Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για λόγους ανώτερης βίας πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία.
Συνίσταται δε η κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (ΟλΑΠ 7/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικό αυτής προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του εφετείου, εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ο οποίος ζήτησε αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης λόγω κωλύματος του συνηγόρου υπεράσπισής του (Γ.Σ.), για το λόγο ότι αυτός είχε μεταβεί στον ...
για σοβαρό οικογενειακό λόγο, σε συνδυασμό με την από 16-3-2018 έγγραφη δήλωση του τελευταίου. Το δικαστήριο ακολούθως απέρριψε το αίτημα αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκείμενη περίπτωση από την κατάθεση του κατηγορουμένου που αναφέρθηκε και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει διορίσει ως συνήγορό του για να τον υπερασπιστεί το δικηγόρο Αθηνών Γ.
Σ., ο οποίος έχει μελετήσει τη δικογραφία και έχει στα χέρια του όλα τα έγγραφα της υπερασπίσεώς του και ο οποίος κατά τη σημερινή δικάσιμο βρίσκεται στον ..., όπου έχει ήδη μεταβεί από την 16-3-2018, για σοβαρό οικογενειακό λόγο, όπως ο ίδιος ο ως άνω δικηγόρος ρητά βεβαιώνει στην από 16-3-2018 αναγνωσθείσα βεβαίωσή του.
Ωστόσο το κώλυμα αυτό εμφανίσεως του συνηγόρου του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο κατά τη σημερινή δικάσιμο (ανεξαρτήτως και επιπλέον του ότι η μη δυνατότητα εμφανίσεώς του δεν συνδέεται με το γεγονός της αναγραφόμενης εκπροσώπησης άλλου εντολέως του στις 16-3-2018, ήτοι διαφορετικής δικασίμου από τη σημερινή και πάντως η αιτούμενη αναβολή υποβάλλεται για όλως αορίστως αναγραφόμενο λόγο, αφού δεν προσδιορίζεται η σοβαρότητα του οικογενειακού αυτού προβλήματος που τον ανάγκασε να αναχωρήσει από την ….
ούτε βεβαίως αναγράφεται κάποιο χρονικό σημείο επιστροφής του, ώστε να κριθεί η δυνατότητα τυχόν διακοπής της συζητήσεως της υποθέσεως), δεν συνιστά ανώτερη βία, με την έννοια που αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη και συνεπώς δεν δικαιολογείται η αναβολή της δίκης επί της κρινόμενης υποθέσεώς του σε μεταγενέστερη δικάσιμο, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημά του.
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε την απαιτουμένη, κατά τις άνω διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, αφού εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και τις σκέψεις που δικαιολογούν την κρίση του για τη μη αναβολή της δίκης.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται, με πρόσθετο λόγο, η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Ενώ, τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στον τρίτο και τέταρτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, για εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων για την παρουσία του στο επεισόδιο της 21-8-2006, πλήττουν, υπό την επίκληση αναιρετικού λόγου για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες.
VI. Με το από 22-10-2018 υπόμνημα του αναιρεσείοντος προβάλλονται λόγοι ενίσχυσης των τελευταίων ως άνω πρόσθετων λόγων, ενώ στην ουσία είναι αυτοτελής πρόσθετος λόγος αναίρεσης, ο οποίος κρίνεται απορριπτέος ως εκπρόθεσμος, εφόσον μέχρι την ημέρα της δικασίμου (6-11-2018) δεν παρεμβάλλονται 15 ημέρες (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ), στις οποίες δεν υπολογίζεται η ημέρα κατάθεσης και η ημέρα της δικασίμου (ΑΠ 1351/2016, 1264/2015).
VII. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-7-2018 αίτηση-δήλωση (αρ. πρ. 7702/2018), καθώς και τους από 19-10-2018 πρόσθετους λόγους του Κ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 2390/2018 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στα διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ