1977/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/9/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5489/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 541/2008, 1514/2009 και 3032/2011 μη οριστικές και η 2632/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/10/2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1977/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Full text
Απόφαση 1977 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1977/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Καρακώστα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζύγου Β. Μ. το γένος Χ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ξυνογιαννακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/9/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5489/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 541/2008, 1514/2009 και 3032/2011 μη οριστικές και η 2632/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/10/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 22/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 εδ. γ` του Συντάγματος 1975 ορίζει ότι "η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και σε περίπτωση απ` ευθείας αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως από τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως του δικαστηρίου διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως".
Εξάλλου με βάση τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του α.ν. 1731/1939 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" ο δικαιούχος της αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου μπορούσε με αγωγή του να ζητήσει την καταβολή της από τον υπόχρεο. Το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείσθηκε από το ν.δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" και ήδη θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1,9 παρ. 3,10 παρ. 1, 2,17 παρ. 1, 26 και 27 παρ. 4 αυτού (ν.δ. 797/1971).
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται, ότι από τη δημοσίευση της αποφάσεως με την οποία καθορίζεται τελεσίδικα η οφειλόμενη αποζημίωση, ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος δικαιούται να αξιώσει την πληρωμή της αποζημιώσεως και μάλιστα με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος είναι γεννημένη και απαιτητή αμέσως από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί καθορισμού της αποζημιώσεως δικαστικής αποφάσεως και δεν τελεί υπό την προθεσμία και μάλιστα αυτή των 18 μηνών, η οποία αναφέρεται στη μη συντέλεση της απαλλοτριώσεως από την εκ του λόγου αυτού αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως (άρθρο 17 παρ. 4 εδ.
γ` του Συντάγματος 1975). Εξάλλου η μη πληρωμή ή μη παρακατάθεση της προσωρινά ή οριστικά προσδιορισθείσης αποζημιώσεως αμέσως μετά την τελεσιδικία του προσδιορισμού της συνδέονται άμεσα με την αξίωση για επιδίκαση τόκων οι οποίοι αρχίζουν από την επίδοση της αγωγής. Περαιτέρω η αυτοδίκαιη ανάκληση της κηρυχθείσης αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, η οποία προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1, 2 του ν.δ. 797/1971 και 17 παρ. 4 εδ.
γ`του Συντάγματος 1975 στην περίπτωση της μη καταβολής της αποζημιώσεως που καθορίσθηκε μέσα από την οριζόμενη από τις διατάξεις αυτές προθεσμία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά πρέπει να προβάλλεται υπό του καθού η απαλλοτρίωση, ο οποίος και μόνο δικαιούται να την προβάλει (ΑΠ 156/2005).
Κατά συνέπεια η προθεσμία αυτή ούτε αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση της καταβολής της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά, ούτε, στην περίπτωση της άπρακτης παρέλευσής της, επιφέρει απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία για το δικαιούχο που όχι μόνον δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδίκασης της ανωτέρω αποζημίωσης (ΑΠ 152/2007, ΑΠ 1132/2003).
Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η απόφαση του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου είναι τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων της σχετικής δίκης, στην καταψηφιστική δε αγωγή που ασκείται από τον αναγνωρισθέντα δικαιούχο της αποζημίωσης για την καταβολή από τον υπόχρεο της τελευταίας, το δικαστήριο που θα δικάσει αυτή οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από τη σχετική απόφαση, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια.
Στη προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως από τη διάταξη του αριθ. 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο για την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης περί καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων της από την υπ' αριθ. 6439/2005 απόφαση Εφετείου Αθηνών, που επανακαθόρισε, λαμβάνοντας ανεπίτρεπτα υπόψη ως συγκριτικά στοιχεία όμορα ακίνητα με εντελώς διαφορετική από τα κρινόμενα αξία, συμπληρωματική αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα, το έτος 1963, ακίνητα της ενάγουσας το ποσό των 1.266.277,60 ευρώ και ενώ είχε ανακληθεί η απαλλοτρίωση, λόγω παρέλευσης του 18μήνου και μη συντέλεσή της.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναιρέσεως, τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η ως άνω υπ' αριθ. 6439/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε οριστικά ως συμπληρωματική αποζημίωση των απαλλοτριοθέντων ακινήτων της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας το παραπάνω ποσόν, δικαιούχος του οποίου αναγνωριστηκε, εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων, το γεγονός δε ότι είχε παρέλθει 18μηνο από του χρόνου απαλλοτρίωσης των ακινήτων αυτών, δεν αίρει το δεδικασμένο που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριοθέντος ακινήτου είναι γεγεννημένη και απαιτητή αμέσως από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί καθορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης και δεν τελεί υπό προθεσμία και μάλιστα αυτή των 18 μηνών, η οποία αναφέρεται στη συντέλεση της απαλλοτρίωσης από την μη καταβολή ή τη μη παρακατάθεση της προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσας αποζημίωσης και εκ του λόγου αυτού αυτοδίκαιη άρση της, που αποτελεί δικαίωμα μόνο του ιδιοκτήτη των απαλλοτριοθέντων, χωρίς η προθεσμία αυτή, ούτε να αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση της καταβολής της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά, ούτε, στην περίπτωση της άπρακτης παρέλευσης της, να επιφέρει απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία για το δικαιούχο, που όχι μόνον δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδίκασης της ανωτέρω αποζημίωσης.
Επομένως δεν συντρέχουν οι προβαλλόμενοι από το αναιρεσείον λόγοι, που αποκλείουν την ύπαρξη δεδικασμένου από την προηγούμενη απόφαση του Εφετείου. Ομοίως, αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως (πρώτος), κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρσειβαλλομένη "έκρινε γενικώς ότι ο ανωτέρω προβληθείς λόγος έφεσης του Δημοσίου βάλει κατά του δεδικασμένου της υπ' αριθ. 6439/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, χωρίς να απαντήσει επί του σχετικού ισχυρισμού περί μη συντέλεσης της ένδικης απαλλοτρίωσης, μολονότι διαλαμβάνει αυτόν διηγηματικώς αναφερόμενη στο σχετικό λόγο έφεσης του Δημοσίου", καθόσον το εφετείο απορίπτοντας ως απαράδεκτο τον σχετικό λόγο της έφεσης, έλαβε υπόψη και τα περιστατικά που στήριζαν την ένσταση περί μη παραγωγής δεδικασμένου από την παραπάνω εφετειακή απόφαση, και συγεκριμένα "την μη συντέλεσης της ένδικης απαλλοτρίωσης λόγω παρόδου 18μηνου", κρίνοντας ότι αυτό αποτελεί δικαίωμα μόνο του ιδιοκτήτη των απαλλοτριοθέντων, και ότι η ενάγουσα ασκώντας την ένδικη αγωγή επιδίκασης της ανωτέρω αποζημίωσης, εμμένει στη συντέλεση της τελευταίας.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, νοείται εκείνος ο οποίος περιέχει αφηρημένους κανόνες εξ αντικειμένου δικαίου από τους οποίους επέρχονται έννομες συνέπειες αν συντρέξουν ορισμένες προυποθέσεις. Τέτοιο όμως κανόνα δεν περιέχει η διάταξη του άρθρου 2 του Ν.
ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικού ενσήμου", όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 7 παράγρ. 2 του ΝΔ 1544/42 και 11 του ΝΔ 4189/61, κατά την οποία οσάκις η αξία του αντικειμένου της αγωγής είναι ανωτέρα των εκάστοτε οριζομένων ποσών (ήδη με το άρθρο πρώτο της υποπαρ. ΙΓ. 1 του ν. 4093/2012 έχει καθοριστεί σε 200 ευρώ) επιβάλλεται ορισμένο τέλος, η παράλειψη της καταβολής του οποίου συνεπάγεται την ερημοδικία του υποχρέου στην προκαταβολή, αυτού, γιατί η εν λόγω διάταξη εντάσσεται, ως εκ του περιεχομένου της, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου, υπό την προαναφερθείσα έννοια, διατάξεων (ΑΠ 1141/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 2 του Ν.ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικού ενσήμου", όπως αυτός ίσχυε κατά τον χρόνο άσκηση της ένδικης αγωγής, "με το να μην απορρίψει το αιτούμενο κονδύλιο των τόκων, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, αφού το κονδύλιο αυτό δεν αφορά στην αποζημίωση που οφείλεται λόγω απαλλοτρίωσης του ακινήτου, ώστε να εξαιρεθεί της καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, αλλά αφορά απαίτηση η οποία προέρχεται από τη μη καταβολή κεφαλαίου κατ' άρθρο 293 ΑΚ".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικού ενσήμου", δεν συνιστά κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον οποίο επέρχονται έννομες συνέπειες αν συντρέξουν ορισμένες προυποθέσεις. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέως και ως αβάσιμος, καθόσον για τον υπολογισμό του δικαστικού ενσήμου δεν συνυπολογίζονται οι τόκοι που ζητούνται επί επιδιωκόμενου με την αγωγή κεφαλαίου ως παρεπόμενου αιτήματος αυτής, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, αφού στον προαναφερόμενο ν.
ΓΠΟΗ/1912, όπως κατά τα ανωτέρω ισχύει, δεν περιέχεται διάταξη προβλέπουσα τον συνυπολογισμό τόκων για τον καθορισμό του αντικειμένου της διαφοράς, που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό δικαστικού ενσήμου. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 22 του ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-10-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 2632/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ