Legislator Case Law & Legislation
1977/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that appellate court properly evaluated evidence and legal arguments.

Case Number 1977/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a contract claim. The appellant argued the lower court failed to consider specific legal grounds for declaring a claim abusive, but the court found these arguments were merely evidentiary assessments. The court ruled that the appellate court correctly applied substantive law without needing to re-evaluate the evidence or provide a new legal basis for its findings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 no. 1 and Art. 559 para. 1 no. 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not review the evaluation of evidence, and an appeal based on insufficient reasoning is inadmissible when the lower court's decision rests on independent legal grounds rather than a failure to articulate factual premises.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evaluation of evidence abusive claim insufficient reasoning Code of Civil Procedure legal basis contract law

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1977 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1977/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ναούμ Τζίφρα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εκπαιδευτικός Όμιλος ΑΧΟΝ ΑΕ" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Καρπουζάκη .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8091/2001 προδικαστική, 507/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 8572/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-5-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 25-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ ο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό την επίκληση αυτής της παραβιάσεως, να την πλήττει ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως κατά τα απλά πραγματικά περιστατικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Επομένως ο πρώτος λόγος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, αφενός μεν, διότι, υπό την επίκληση της παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου (υπ' αριθ. 4087/1988 και 2790/1990 κανονισμοί της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και άρθρα 361, 382, 383, 386 ΑΚ) ως προς την από 2-4-1999 σύμβαση δικαιόχρησης μεταξύ των διαδίκων (franchise), πλήσσει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, αφού σ' αυτόν (λόγο) αναφέρεται ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που εσφαλμένως δέχθηκε ως προς το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής, την οποία έπρεπε να απορρίψει, διότι αποδείχθηκε ότι η καταγγελία του αναιρεσείοντος ως προς την άνω σύμβαση ήταν έγκυρη και στηριζόταν σε σπουδαίο λόγο, αφετέρου δε διότι η προβαλλόμενη ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρεται σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που εκτίθεται σαφώς.

ΕΠΕΙΔΗ η προσβαλλομένη απόφαση, ως εκ του περιεχομένου της προκύπτει δέχθηκε την αγωγή, αφού απέρριψε ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό του εναγομένου περί καταγγελίας εκ μέρους του της επίμαχης σύμβασης δικαιόχρησης διότι η ενάγουσα δεν του παρείχε "τεχνογνωσία" που συνιστούσε κύρια υποχρέωσή της, την οποία δεν εκπλήρωνε και άρα υπήρξε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης, με τις εξής αιτιολογίες: "Ναι μεν ο εναγόμενος κατά την κατάρτιση της συμβάσεως δικαιοχρήσεως δεν είχε λάβει από την ενάγουσα το ειδικό εγχειρίδιο Αxοn που περιείχε εν γένει την τεχνογνωσία της (δεν προσκόμισε η ενάγουσα κατάσταση από την οποία να προκύπτει ότι ο εναγόμενος έλαβε σχετικό εγχειρίδιο), πλην όμως ο τελευταίος έλαβε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της (ενάγουσας) ένα απλό ενημερωτικό φυλλάδιό της και ένα ανυπόγραφο σημείωμα με τίτλο "Εργασίες", στο οποίο αναγράφονται επιγραμματικώς οδηγίες - εκτός των άλλων - για τις άμεσες ενέργειες του εναγομένου προς λειτουργία του φροντιστηρίου (π.χ.

ως προς την άδεια ιδρύσεως του φροντιστηρίου, το κτήριο, το άτομο της γραμματείας, τον αριθμό των καθηγητών των ξένων γλωσσών, το προσωπικό για την πληροφορική και τη λογιστική). Ωστόσο, ο προαναφερόμενος νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας είχε μεταβεί δύο φορές στην πόλη της ...... - κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως - και υπέδειξε τον χώρο στεγάσεως του φροντιστηρίου (τον οποίο έκρινε ως προσφορότερο) και έδωσε γενικές οδηγίες για τη διαμόρφωση των χώρων του εξωτερικά και εσωτερικά".

Στις αιτιολογίες αυτές δεν υπάρχει αντίφαση ως προς την απόρριψη του άνω ισχυρισμού του εναγομένου - αναιρεσείοντος και ο περί του αντιθέτου 2ος λόγος αναιρέσεως, εκ του αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο αριθ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγμα" υπό την ανωτέρω έννοια είναι και ο κάθε λόγος έφεσης που διαλαμβάνει ισχυρισμούς, παραδεκτούς, νόμιμους και ορισμένους (παράπονα) κατά της πρωτοβάθμιας δίκης και όχι όταν διαλαμβάνει αρνητικούς ισχυρισμούς.

Επίσης "πράγματα" θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, τείνουν δηλαδή σε θεμελίωση ή κατάργηση διατάξεως δικονομικού ή ουσιαστικού δικαίου που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέτρο, ως οι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως) και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά υπέρ του βασίμου της αγωγής ή ένστασης ως επίσης και τα από τους διαδίκους προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία.

Επομένως ο 3ος λόγος αναιρέσεως, κατά τα 2ο και 3ο μέρη του εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της τον περιεχόμενο στο 1ο λόγο έφεσης αρνητικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η γενομένη εκ μέρους του καταγγελία της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης εστηρίζετο σε σπουδαίο λόγο, και ως εκ τούτου δεν έλαβε υπόψη της τον προταθέντα αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό συνιστάμενο στο ότι αυτή η καταγγελία ήταν έγκυρη και όχι καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος, καθ' όσον η μη λήψη υπόψη του ως άνω αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

ΕΠΕΙΔΗ με τον 3ο λόγο αναιρέσεως και κατά το τρίτο μέρος του, ως και με τον 5ο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε πως η γενομένη ως άνω καταγγελία της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης, ήταν άκυρη ως καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ, χωρίς να υπάρχει σχετικός ισχυρισμός στην αγωγή. Οι λόγοι αυτοί είναι αλυσιτελείς διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η περί ακυρότητας της καταγγελίας κρίση του Εφετείου στηρίζεται όχι μόνο στην αιτιολογία περί καταχρηστικότητας αυτής (καταγγελίας) αλλά (κυρίως) και στην (επάλληλη) αιτιολογία περί μη συνδρομής σπουδαίου, συναφώς, λόγου, η οποία (αιτιολογία) αρκεί για την (αυτοτελή) θεμελίωση του διατακτικού της πληττόμενης αποφάσεως. Το ίδιο ισχύει και για τον τέταρτο λόγο, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικώς με την κρίση περί καταχρηστικότητας της επίμαχης καταγγελίας. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-5-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 8572/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζονται σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ