Legislator Case Law & Legislation
1977/2007 AI generated

1977/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1977/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1977/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις 7-9-1998 και περί ώρα 15.15 ο ενάγων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας .... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, εκινείτο επί της οδού ......, με κατεύθυνση προς λεωφόρο Μαραθώνος. Την ίδια ώρα ο μη διάδικος Φ1 οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας .... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εκινείτο επί της οδού ....., με κατεύθυνση προς Ραφήνα. Στην διασταύρωση των οδών αυτών δεν υπάρχει σήμανση, που να ρυθμίζει την κίνηση των οχημάτων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1977 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1977/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μαυρολέοντα. Της αναιρεσίβλητης: Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τζιομάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 937/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2232/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, διάβασε την από 5-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 9 παρ. 1 της Κ4/585/1978 κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ.5 του νόμου 489/1976, "εκάτερον των συμβαλλομένων μερών δύναται ελευθέρως και κατά πάντα χρόνο χρόνον δι' εγγράφου συστημένου ή επί αποδείξει να καταγγείλει την ασφαλιστικήν σύμβασιν.

Η ακύρωσις επέρχεται μετά πάροδον 20 ημερών από της κοινοποιήσεως του ως άνω περί καταγγελίας εγγράφου". Κατά δε το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2496/1997 "η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση, η καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωση στο λήπτη της ασφάλισης, στον οποίο γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης".

Τέλος, η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να επέλθει και με αντίθετη συμφωνία των μερών (άρθρο 361 ΑΚ), με άμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται κάτι διαφορετικό στη σύμβαση. Η λύση επέρχεται όταν κατά νόμο ολοκληρωθεί ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία του ο λόγος, στον οποίο στηρίζεται η λύση (σχ. Ολ ΑΠ 24/1994).

Και ναι μεν ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 11 του ν. 489/1976 ότι "η ακύρωση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης δύναται να αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε μόνο αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής", όμως η ανάγκη τήρησης της διατύπωσης αυτής ισχύει μόνο στις σχέσεις ασφαλιστή και παθόντος τρίτου, δηλαδή κυρίως για την έναντι του τελευταίου απαλλαγή του ασφαλιστή.

Δεν ισχύει στις σχέσεις ασφαλιστή και λήπτη ασφάλισης, όπου η λύση της σύμβασης επέρχεται όταν ολοκληρωθεί κατά νόμο ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία του ο λόγος στον οποίο στηρίζεται η λύση (ΑΠ 560/2003, 1277/2004, 1577/2005, 666/2006 και 1052/2006). Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Ο λόγος, άρα, δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε την από 30-5-2005 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 937/2005 απόφασης του μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την πρωτόδικη εκκληθείσα αυτή απόφαση και στη συνέχεια δίκασε και απέρριψε κατ' ουσίαν ως αβάσιμη την από 19-12-2002 πλαγιαστική (άρθρο 72 ΚΠολΔικ) αγωγή του αναιρεσείοντος (παθόντος τρίτου από αυτοκινητικό ατύχημα) κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με τις παρακάτω κρίσιμες για την τύχη της αναίρεσης αιτιολογίες, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων: "Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ....., που εξετάστηκε στο πρωτοδικείο με επιμέλεια του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) και από όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και εκείνα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 7-9-1998 και περί ώρα 15.15 ο ενάγων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας .... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, εκινείτο επί της οδού ......, με κατεύθυνση προς λεωφόρο Μαραθώνος. Την ίδια ώρα ο μη διάδικος Φ1 οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας .... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εκινείτο επί της οδού ....., με κατεύθυνση προς Ραφήνα. Στην διασταύρωση των οδών αυτών δεν υπάρχει σήμανση, που να ρυθμίζει την κίνηση των οχημάτων.

Γι' αυτό προτεραιότητα έχουν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ.5 του ΚΟΚ, τα οχήματα που προέρχονται από δεξιά. Όταν ο ενάγων, ο οποίος είχε προτεραιότητα, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, εισήλθε στην διασταύρωση, κινούμενος με κανονική ταχύτητα, το .... ΙΧΕ αυτοκίνητο προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στην αριστερή πλευρά του οχήματος του ενάγοντος, το οποίο εξέτρεψε της πορείας του προς τα δεξιά, με συνέπεια να επιπέσει σε ευρισκόμενο επί του πεζοδρομίου δέντρο και να προκληθούν αφενός μεν φθορές και βλάβες σ' αυτό, αφετέρου δε ο ελαφρός τραυματισμός του ενάγοντος.

Όπως κρίθηκε από την εκκαλούμενη απόφαση η οποία δεν προσβάλλεται ως προς το κεφάλαιο αυτό, το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του προαναφερομένου Φ1 οδηγού του .... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος δεν ακινητοποίησε το όχημά του, όπως όφειλε και κάθε μέσος συνετός οδηγός θα έπραττε κάτω από τις ίδιες συνθήκες προ της διασταυρώσεως, για να παραχωρήσει προτεραιότητα στο από δεξιά του προερχόμενο αυτοκίνητο, αλλά αντίθετα αυτός εξακολούθησε την πορεία του, με αποτέλεσμα να βρεθεί στην πορεία του αυτοκινήτου του ενάγοντος, την οποία και απέφραξε.

Ο τελευταίος ουδεμία υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος φέρει εφόσον είχε προτεραιότητα, έβαινε με κανονική ταχύτητα και ουδένα κανόνα οδηγήσεως απεδείχθη ότι παρέβη. Για την αποκατάσταση των υλικών προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο του ο ενάγων αναγκάστηκε να δαπανήσει, ζημιωθείς αντιστοίχως, τα ακόλουθα ποσά:

α)για την αγορά των απαιτουμένων ανταλλακτικών ειδών και για την εκτέλεση των εργασιών επισκευής το συνολικό ποσό των 2.109.549 δραχμών και β)για την μεταφορά του αυτοκινήτου του από τον τόπο του ατυχήματος στο συνεργείο προς επισκευή, το ποσό των 17.700 δραχμών. Εξάλλου, το αυτοκίνητό του, εργοστασίου κατασκευής ΑUDI, τύπου 80,1600 cc, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1986,ήταν διατηρημένο σε καλή κατάσταση και είχε πριν το ατύχημα, αγοραστική αξία 2.000.000/2.300.000 δραχμές περίπου, η οποία μειώθηκε κατά το ποσό των 200.000 δραχμών όπως κρίθηκε (για όλα τα παραπάνω) με την εκκαλούμενη απόφαση, οι σχετικές διατάξεις της οποίας δεν προσβάλλονται.

Το ως άνω ζημιογόνο αυτοκίνητο ανήκε αρχικά στην ιδιοκτησία του μη διαδίκου Φ2 ο οποίος από το τέλος Αυγούστου 1998,με πρόθεση να το μεταβιβάσει στον Ε1 (πρώτο εναγόμενο) το είχε παραδώσει στον τελευταίο. Αυτός με την σειρά του και πριν ακόμη γίνει και τυπικά η μεταβίβαση, την 1-9-1998,το παρέδωσε στον μη διάδικο Ε2 ο οποίος διατηρεί συνεργείο αυτοκινήτων, προκειμένου να προβεί στον χρωματισμό του.

Τις πρωινές ώρες της 7-9-98 και ενώ το παραπάνω αυτοκίνητο βρισκόταν ακόμη στο συνεργείο του Ε2 , γιατί δεν είχε ολοκληρωθεί ο χρωματισμός του, ο Φ2 μεταβίβασε αυτό στον Ε1 και έτσι αυτός ήταν αποκλειστικός κύριος αυτού, περί ώρα 15.15' της ίδιας ημέρας οπότε ο ,ως άνω, Ε2 παρέδωσε αυτό στον υπάλληλο του συνεργείου του, παραπάνω αναφερόμενο, Φ1 προκειμένου να μεταβεί ο τελευταίος για την αγορά υλικών για τις ανάγκες του συνεργείου και κατά τη διαδρομή συνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα.

Κατά την παραπάνω προσώπων (εκτός του Φ1) καθώς και κατά του ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", ο ενάγων (αναιρεσείων) άσκησε την από 30-3-1999 (αρχική) αγωγή του, ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι το ως άνω ζημιογόνο όχημα ήταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος ανασφάλιστο, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας σε ολόκληρο, να του καταβάλουν, ως αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση, το συνολικό ποσό των 3.527.249 δραχμών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 6149/2000 οριστική απόφαση του προαναφερομένου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τους εκ των εναγομένων Ε1 και Ε2 για το ποσό των 2.327.249 δραχμών και απερρίφθη ως προς τους λοιπούς (Φ2 και Επικουρικό Κεφάλαιο). Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και επ' αυτών εκδόθηκε η 9303/2001 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Αθηνών), με την οποία και κατά μερική παραδοχή του σχετικού λόγου της εφέσεως του εκκαλούντος (αναιρεσείοντος) επιδικάστηκε σ' αυτόν επιπλέον του παραπάνω με την πρωτόδικη απόφαση επιδικασθέντος ποσού και το ποσό των 200.000 δραχμών για την μείωση της εμπορικής αξίας του αυτοκινήτου του.

Κατά της εφετειακής αυτής αποφάσεως ο τότε εκκαλών - ενάγων (αναιρεσείων τώρα) άσκησε την από 11-2-2002 αίτηση αναιρέσεως, παραπονούμενος για την απόρριψη της αγωγής του ως προς το Επικουρικό Κεφάλαιο, επί της οποίας εκδόθηκε η 1606/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απερρίφθη, για τον λόγο ότι το Εφετείο στήριξε τον αποκλεισμό της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου στο γεγονός ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ανεξαρτήτως της ακυρώσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως, ήταν καλυμμένο ασφαλιστικώς, αφού ο ασφαλιστής δεν μπορούσε να αντιτάξει την ακύρωση της ασφαλίσεως κατά του παθόντος (αναιρεσείοντος) γιατί δεν είχε προηγηθεί η τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 11 παρ. 2 του Κ.Ν.. 489/1976 και συνεπώς δεν ανέκυπτε περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Περαιτέρω, δέχτηκε το Εφετείο, ότι δυνάμει του .... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που καταρτίστηκε μεταξύ, της εναγομένης ασφαλιστικής (αναιρεσίβλητης)εταιρείας, με την επωνυμία "Ατλαντική Ένωση ΑΕΓΑ" και του τότε αντισυμβαλλομένου της Φ2, αρχικού κυρίου του ζημιογόνου, ως άνω, αυτοκινήτου, η πρώτη ασφάλισε τούτο (ζημιογόνο αυτοκίνητο) στις 2-6-1994.

Το ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ανανεώθηκε διαδοχικά μέχρι τις 13-4-1997, οπότε ακυρώθηκε, λόγω μη καταβολής ασφαλίστρων με την υπ' αριθμ. ..... πρόσθετη πράξη. (βλ. προσκομιζόμενα, νομίμως, μετ' επικλήσεως την από 17-3-2003 βεβαίωση της Υπηρεσίας Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών και την, ως άνω, πρόσθετη πράξη), στην οποία μάλιστα αναφέρεται η ημερομηνία και ο λόγος της ακυρώσεως και την οποία αποδέχθηκε εμπράκτως ο παραπάνω αντισυμβαλλόμενος, καθώς έκτοτε ουδέποτε κατέβαλε ασφάλιστρα στην εναγομένη, ούτε ήλθε ποτέ σε οποιαδήποτε επαφή μαζί της.

Κατ' ακολουθίαν τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο (7-9-1998) το ζημιογόνο, ως άνω, αυτοκίνητο δεν ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και συνεπώς η προβληθείσα πρωτόδικος σχετική ένσταση της τελευταίας την οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία (αμέσως παραπάνω) νομική σκέψη, προέβαλε παραδεκτός κατά του πλαγιαστικώς ενάγοντος, εφόσον αυτός υπόκειται σε όσες ενστάσεις θα υπέκειτο και ο ίδιος ο αντισυμβαλλόμενος -ασφαλισμένος, αν αυτός, αντί του ενάγοντος - ζημιωθέντος τρίτου, ασκούσε κατ' αυτής την εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως αγωγή, μεταξύ των οποίων (ενστάσεων) και εκείνη της λύσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως, πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, δοθέντος περαιτέρω ότι, σε αντίθεση με ότι, συμβαίνει στις μεταξύ του ασφαλιστή και του ζημιωθέντος τρίτου σχέσεις, δεν συντρέχει η ανάγκη γνωστοποιήσεως στον αντισυμβαλλόμενο της εκ μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας για την προεκτεθείσα αιτία ακυρώσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως, στις μεταξύ αυτής και του αντισυμβαλλομένου της σχέσης".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές κατά ένα μέρος αιτιολογίες στο κρίσιμο ζήτημα της λύσης της ως άνω ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και του αντισυμβαλλομένου της Φ2 (αρχικού κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου), με μονομερή καταγγελία της πρώτης, σύμφωνα με τις διατυπώσεις που προβλέπουν τα άρθρα 9 παρ. 1 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου και 6 παρ.2 του ν. 2496/1997, είτε με αντίθετη συμφωνία των συμβληθέντων (στη σύμβαση αυτή ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου) μερών κατά το άρθρο 361 ΑΚ.

Πράγματι με τις πιο πάνω παραδοχές στο σημαντικό αυτό ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η προσβαλλομένη στερήθηκε από νόμιμη βάση. Καθίσταται ανέφικτος εδώ ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Γενικά δεν αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη, με σαφήνεια και πληρότητα, όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν κατά τις ως άνω διατάξεις τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η λύση της σύμβασης, η οποία επέρχεται, όπως προαναφέρθηκε, όταν ολοκληρωθούν κατά το νόμο ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία τους οι λόγοι αυτού.

Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση: α) Δεν αναφέρει τι ακριβώς είχαν συμφωνήσει τα συμβαλλόμενα μέρη (με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο) σχετικά με τον τρόπο καταβολής του ασφαλίστρου και τις συνέπειες από την καθυστέρηση τυχόν της τμηματικής καταβολής του ασφαλίστρου πέραν των τριάντα (30) ημερών, ενώ είναι δεδομένο, ότι το άρθρο 33 παρ.1 ν.δ. 400/1970, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν.2170/1993, επέτρεπε στον ασφαλιστή να επικαλεστεί την ακυρότητα λόγω της καθυστέρησης αυτής της τμηματικής καταβολής του ασφαλίστρου μόνον αφού ειδοποιούσε προηγουμένως τον ασφαλισμένο με επιστολή του για την καθυστέρηση αυτή, μετά δε την κατάργηση του άρθρου 33 παρ.1 του ν.δ 400/1970 (από το άρθρο 33 παρ.3 του ν. 2496/1997, που ισχύει από 17-11-1997) ισχύει πλέον η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2496/1997 που δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση με γραπτή δήλωση στο λήπτη της ασφάλισης, στον οποίο γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει μετά πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης.

β) Δεν προσδιορίζει το ύψος των οφειλόμενων ασφαλίστρων από τον αντισυμβαλλόμενο κατά τον κρίσιμο χρόνο 13-4-1997, όταν και φέρεται να ακυρώθηκε με την .... πρόσθετη πράξη της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας. γ) Δεν εκθέτει αν η λύση αυτή της σύμβασης έγινε με μονομερή καταγγελία της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας προς τον αντισυμβαλλόμενό της που περιείχε αυτή όλα τα κατά το νόμο απαιτούμενα στοιχεία για την εγκυρότητά της και τηρήθηκαν έτσι όλες οι διατυπώσεις-προϋποθέσεις που προβλέπουν οι προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου για την ακύρωση της σύμβασης ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

δ) Δεν διευκρινίζει αν η πρόσθετη αυτή πράξη είχε σταλεί (και πότε) στον αντισυμβαλλόμενο της αναιρεσίβλητης και περιήλθε στα χέρια εκείνου (που έλαβε γνώση του περιεχομένου της), αν και είναι γνωστό ότι δεν πρόκειται για σιωπηρώς καταρτιθείσα συναινετική κατάργηση της σύμβασης ασφάλισης, όταν η πρόσθετη πράξη ακύρωσης για καταβολή των ασφαλίστρων του επιστρέφεται απλώς ως ανεπίδοτη.

ε) Δεν αιτιολογεί επαρκώς την παραδοχή της, ότι ο αντισυμβαλλόμενος "αποδέχτηκε εμπράκτως την πράξη ακύρωσης, καθώς έκτοτε κατέβαλε ασφάλιστρα στην αναιρεσίβλητη, ούτε ήλθε ποτέ σε οποιαδήποτε επαφή μαζί της", ενώ μια τέτοια σιωπηρή κατάργηση ασφάλισης πρέπει να γίνεται δεκτή όταν προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο, λόγω των δυσμενών συνεπειών που επάγεται για τον τρίτο.

Και στ) Αρχικά φαίνεται (βλ σελ. 13-14) να δέχτηκε, ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος (7-9-1998) ήταν καλλυμένο ασφαλιστικά από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και επομένως δεν θεμελιώνεται ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου έναντι του αναιρεσείοντος (παθόντος τρίτου), όμως στη συνέχεια, αντιφατικά, κατέληξε σε πόρισμα (βλ.

σελ. 14, περί τα μέσα αυτής), ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο (7-9-1998) το ζημιογόνο αυτοκίνητο δεν ήταν ασφαλισμένο (για την έναντι τρίτων ευθύνη) στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και συνεπώς δεν θεμελιώνεται ούτε ευθύνη της τελευταίας έναντι του αναιρεσείοντος (παθόντος τρίτου), γι' αυτό και η πλαγιαστική αγωγή ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη.

Σύμφωνα με όλα αυτά το Εφετείο υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Συνακόλουθα είναι βάσιμος ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου, όπως διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε κατά τα ανωτέρω από τον εισηγητή αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ), γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός, ώστε στη συνέχεια να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση αυτή των εδώ διαδίκων για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2232/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος (διατάξεις) που αναφέρεται στα διάδικα μέρη της παρούσας αναιρετικής δίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της που αφορά τους διαδίκους της προκείμενης δίκης, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ