Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding employment contract and marriage allowance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-member court of appeals' decision in a labor dispute. The appellant, a former employee, argued that the lower court erred in applying labor law provisions and calculating marriage allowances, while the employer contended the judgment was legally sound. The court rejected these claims because the appeal petition failed to specify the exact legal errors or contradictory reasoning required by law, rendering the grounds for review inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must explicitly identify the specific legal error and contradictory reasoning in the lower judgment, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1976 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1976/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ζερδελή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "..." ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." με έδρα την Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Λεωνίδα Μαραβέλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν η 1137/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 112/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η εναγόμενη με την από 2-11-2017 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ.249/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου ( Τμήμα Β1) με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Ακολούθως εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 89/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-11-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την ένδικη από 5-11-2021 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 89/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε μετά την αναίρεση, με την υπ' αριθμ. 249/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, της υπ' αριθμ. 112/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας.
Η ένδικη αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας την από 5.6.2012 αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε τον Μάιο του 1996 από την εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία το έτος 2007 απορροφήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, για να εργασθεί στα ξενοδοχεία, τα οποία αυτή εκμεταλλευόταν.
Ότι από το έτος 2007 και ως την 5.12.2011, οπότε η εναγομένη εταιρεία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, απασχολήθηκε ως υποδιευθυντής στο ξενοδοχείο με την επωνυμία "...". Ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 5.12.2011 εργαζόταν κατά τους μήνες από Μάιο έως Οκτώβριο κάθε έτους από Δευτέρα ως Παρασκευή από ώρα 08.30 έως 15.30 και από 19.00 ως 01.00 καθώς και τις Κυριακές επί οκτάωρο και κατά τους μήνες από Νοέμβριο έως και Απρίλιο κάθε έτους όλες τις ημέρες από Δευτέρα έως και Σάββατο.
Ότι η εναγομένη εταιρεία δεν του κατέβαλε τα επιδόματα γάμου και τουριστικής εκπαίδευσης, αμοιβή και προσαύξηση υπερεργασίας, προσαύξηση για την παροχή εργασίας τις Κυριακές, αμοιβή για παροχή εργασίας τα Σάββατα και προσαύξηση για παράνομη υπερωριακή εργασία, ενώ του κατέβαλε ελλιπή αποζημίωση απολύσεως.
Ζήτησε δε μετά από μερικό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 20.198 ευρώ για επιδόματα γάμου και τουριστικής εκπαίδευσης και για προσαύξηση για την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 65.586 ευρώ για διαφορά αποζημίωσης και προσαύξηση υπερεργασίας καθώς και αμοιβή για παροχή εργασίας τα Σάββατα και αποζημίωση και προσαύξηση υπερωριακής εργασίας.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1137/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αγωγικά αιτήματα για διαφορές αποδοχών από τη μη καταβολή του επιδόματος τουριστικής εκπαίδευσης και για συμπληρωματική αποζημίωση απολύσεως, δέχθηκε κατά τα λοιπά την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 64.891,46 ευρώ (9.223,80 ευρώ καταψηφιστικώς και 55.667,66 ευρώ αναγνωριστικώς).
Ακολούθως η εναγομένη άσκησε την από 21-12-2015 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 112/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ανωτέρω έφεση, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 1137/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, κράτησε την υπόθεση, δίκασε αυτήν επί της ουσίας, δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως 6.998,67 ευρώ και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των 47.204,16 ευρώ.
Την ως άνω υπ' αριθμ. 112/2017 απόφαση του Εφετείου προσέβαλε η εναγομένη εταιρεία με την από 2-11-2017 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 249/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού έγιναν δεκτοί οι πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του και δεύτερος λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 11 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονταν αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, επί του ζητήματος, που αφορά το αν ο αναιρεσίβλητος είχε ή όχι την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", κατά την έννοια της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ την 29-10-1919 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν. 2269/1920, και το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα ουσιώδη έγγραφα, αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο.
Ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 89/2021 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το εν λόγω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας επί της από 21-12-2015 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 1137/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, δέχθηκε αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ως άνω από 5-6-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.180,66 ευρώ, ενώ περαιτέρω διέταξε, μετά την υποβολή σχετικού αιτήματος από την εναγομένη, την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και υποχρέωσε τον ενάγοντα να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των 76.826,14 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αποφάσεως.
Με τη διάταξη του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ την 29-10-1919 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν. 2269/1920, ορίζεται ότι στις οιουδήποτε είδους βιομηχανικές εργασίες, δημόσιες ή ιδιωτικές, καθώς και στα παραρτήματά τους, με εξαίρεση εκείνες στις οποίες απασχολούνται μέλη μόνον μιας και της αυτής οικογενείας, η διάρκεια της εργασίας του προσωπικού δεν δύναται να υπερβαίνει τις 8 ώρες την ημέρα και τις 48 ώρες την εβδομάδα, εκτός από τις περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, στις οποίες πρόκειται για πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέση εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, ως προς τα οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της διεθνούς σύμβασης για τα χρονικά όρια εργασίας.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσωπα που κατέχουν τέτοιες θέσεις θεωρούνται εκείνοι οι εργαζόμενοι, στους οποίους, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή απολαμβάνουν την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη του εργοδότη, ανατίθενται διευθυντικά καθήκοντα στην επιχείρηση ή σε κάποιον τομέα αυτής, έτσι, ώστε να επηρεάζουν έντονα τη λειτουργία και την εξέλιξή της και να ξεχωρίζουν εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, επί των οποίων ασκούν εποπτεία.
Στα πρόσωπα αυτά εκχωρούνται σε μεγάλη έκταση δικαιώματα του εργοδότη, ενδείξεις δε για τον χαρακτηρισμό του υπαλλήλου ως διευθύνοντος συνιστούν ο μισθός, ο οποίος υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές, η δυνατότητα πρόσληψης ή απόλυσης προσωπικού και γενικότερα η άσκηση εργοδοτικών δικαιωμάτων επ' αυτού, η ευθύνη εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας επί του προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών έναντι τρίτων για τυχόν παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, η ανεξαρτησία τους αναφορικά με το χρόνο εργασίας τους και τα χρονικά πλαίσια εντός των οποίων παρέχουν αυτή, η παραχώρηση εξουσίας εκπροσώπησης του εργοδότη προς τρίτους και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη των στόχων, στους οποίους αποβλέπει ο εργοδότης.
Για το χαρακτηρισμό κάποιου μισθωτού ως "διευθύνοντος υπαλλήλου" δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω περιστάσεις, αφού η έννοια αυτή, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του διευθύνοντος, αποδίδεται σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της συναλλακτικής εμπειρίας, εξαρτώμενη από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών, καθώς και την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, απέναντι τόσο στον εργοδότη όσο και στους λοιπούς εργαζομένους.
Εφ` όσον, λοιπόν, κάποιος μισθωτός μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως "διευθύνων υπάλληλος", τότε, αν και αυτός εξακολουθεί να παρέχει εξαρτημένη εργασία, εξαιρείται από την προστασία των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας (μόνο αυτό προβλέπει ρητώς η ως άνω διεθνής σύμβαση της Ουάσιγκτον) και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, για την εβδομαδιαία ανάπαυση και για τις αποζημιώσεις ή προσαυξήσεις σε περίπτωση υπερεργασιακής ή υπερωριακής απασχόλησης ή εργασίας κατά τη νύκτα ή τις Κυριακές και τις εξαιρετέες ημέρες, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση των διευθυνόντων υπαλλήλων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν με τη σύμβασή τους (ΑΠ 1065/2020, 1186/2020, 935/2017, 478/2014, 1467/2012, 978/2009).
Η έννοια δε του διευθύνοντος υπαλλήλου, όπως αυτή προσδιορίζεται ανωτέρω, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην εργασιακή του σχέση ενυπάρχει και το στοιχείο της εξάρτησης αυτού, ως μισθωτού, από τον εργοδότη, έστω και σε χαλαρότερη μορφή (ΑΠ 869/2018, 1030/2005, 747/2007). Ο ιδιαιτέρως υψηλός μισθός είναι αποφασιστικής σημασίας στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μισθωτού ως διευθύνοντος υπαλλήλου.
Ο μισθός αυτός θα πρέπει να υπερβαίνει σημαντικά, τόσο τα εκάστοτε ελάχιστα όρια μισθών των ιδιωτικών υπαλλήλων της κατηγορίας του, όσο και τον μισθό που ο εργοδότης καταβάλλει στους υπόλοιπους εργαζόμενους της επιχείρησής του. Το ανωτέρω στοιχείο απορρέει από την ιδιαίτερη ευθύνη, την οποία υπέχουν οι διευθύνοντες υπάλληλοι, λόγω της καίριας θέσης τους στην επιχείρηση, καθώς και από τη δυνατότητα λήψης σημαντικών αποφάσεων στην εκτέλεση των προγραμμάτων, ικανών να επηρεάσουν την πορεία της επιχείρησης και αποφάσεων που αφορούν μέτρα για το προσωπικό, την ομαλή διεξαγωγή της εργασίας και έλεγχο της τήρησής τους (ΑΠ 1388/2019, 336/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).
Εξ' άλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αριθ. 1) πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο και μάλιστα ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάστηκε, καθώς και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου (Ολ.ΑΠ 1/2016, 20/2005, 1/1995, ΑΠ 353/2020, 42/2020, 1970/2017).
Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμεvος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα, ούτε με αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 353/2020, 1199/2018, 1184/2015 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από εκτίμηση των μετ' επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη, αναφορικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Ο ενάγων, Κυπριακής καταγωγής, προσλήφθηκε στις 1-5-1997 από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
Α.Ε.", προκειμένου να εργαστεί σ' αυτήν με σύμβαση αορίστου χρόνου ως προϊστάμενος των επισιτιστικών τμημάτων των ξενοδοχείων που αυτή εκμεταλλεύονταν. Στις 19-12-2007 η ως άνω εταιρεία συγχωνεύτηκε και απορροφήθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, με την επωνυμία "...", η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ως καθολική διάδοχος (άρθρα 68 παρ.1 και 75 παρ.1 και 3 ν.2190/1920).
Η τελευταία εταιρεία, κυπριακών συμφερόντων, ελέγχει στην Ελλάδα εννέα μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, τέσσερις εκ των οποίων κείνται ενταύθα. Ειδικότερα, εκμεταλλεύεται τα ξενοδοχεία "..." και "...", δυναμικότητας 240 και 370 δωματίων, αντίστοιχα. Ο ενάγων από το χρόνο προσλήψεως του προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη αρχικά ως προϊστάμενος επισιτιστικού τμήματος ξενοδοχείων και εν συνεχεία από την 1η-11-2003 ως διευθυντής στο ξενοδοχείο "...", από την 1η-3-2005 ως υποδιευθυντής στο ξενοδοχείο "...", από τις 18-9-2007 ως διευθυντής στο ξενοδοχείο "...", και από τις 15-11-2007 έως τις 5-12-2011 ως υποδιευθυντής στο ξενοδοχείο "...".
Οι συμφωνηθείσες αποδοχές του ενάγοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ανέρχονταν στα ακόλουθα ποσά: α) από 1-1-2007 έως 30-6-2007 σε 1.260,49 ευρώ, β) από 1-7-2007 έως 30-6-2008 σε 1.330,70 ευρώ και γ) από 1-7-2008 έως 30-11-2011 σε 1.419,97 ευρώ. Επιπλέον του ανωτέρω ποσού, καταβαλλόμενου στον ενάγοντα, για δώδεκα (12) μήνες, καίτοι το ξενοδοχείο λειτουργούσε για έξι μήνες από Μάιο έως και Οκτώβριο εκάστου έτους, πρέπει να συμπληρωθεί και το ποσό των 350 ευρώ μηνιαίως, που η εναγόμενη κατέβαλε στη μισθωμένη κατοικία για την οικογένεια του ενάγοντος μέχρι και το έτος 2009, ήτοι συνολικά το ποσό των 4.200 ευρώ ετησίως, καθώς το ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως για το ίδιο χρονικό διάστημα, που αντιστοιχεί στο κόστος μηνιαίας μίσθωσης του παραχωρηθέντος στον ενάγοντα οχήματος (SEAT ΙΒΙΖΑ), για το ίδιο χρονικό διάστημα.
Συνακόλουθα, έως το τέλος του έτους 2009 πρέπει να προστεθεί στον συμφωνηθέντα μισθό του ενάγοντος το ποσό των 500 (=350+150) ευρώ μηνιαίως, ανερχόμενος τούτος συνολικά: α) στο ποσό των 1.760, 49 (= 1.260,49 + 500) ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2007, β) στο ποσό των 1.830,70 (1.330,70 + 500) ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2007 έως 30-6-2008, γ) στο ποσό των 1919,97 (1.419,97 + 500) ευρώ για το χρονικό διάστημα από 30-6-2008 έως 30-12-2009, δ) στο ποσό των 1.419,97 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 30-11-2011.
Κατ' αρχήν, τα καθήκοντα του ενάγοντος ως προϊσταμένου του επισιτιστικού τμήματος του ξενοδοχείο αφορούσαν τις παραγγελίες των τροφίμων και των ποτών που καταναλώνονταν στα εστιατόρια του ξενοδοχείου, τη λήψη των προσφορών και την επιλογή των προμηθευτών. Όταν, όμως, ανέλαβε και καθήκοντα αρχικά διευθυντή και αργότερα υποδιευθυντή ξενοδοχείου, του ανατέθηκαν και επιπρόσθετες των προαναφερθεισών αρμοδιότητες, που περιλάμβαναν την εν γένει εύρυθμη λειτουργία της κουζίνας, της αποθήκης τροφίμων και των εστιατορίων του ξενοδοχείου, στο οποίο κάθε φορά εργαζόταν, κατά τα προαναφερόμενα.
Στα πλαίσια των καθηκόντων του αυτών, ήταν υπεύθυνος για την καταγραφή και τις παραγγελίες των τροφίμων και των ποτών που προορίζονταν για κατανάλωση στα εστιατόρια του ξενοδοχείου, για την επιλογή των προμηθευτών, για τον έλεγχο, την καλή συντήρηση και την αντικατάσταση του μηχανολογικού εξοπλισμού της κουζίνας του ξενοδοχείου, αλλά και την οργάνωση και την κατανομή της εργασίας στο χώρο της κουζίνας και των εστιατορίων.
Από την ανάληψη καθηκόντων υποδιευθυντή του ξενοδοχείου "..." στις 15-11-2007 του ανατέθηκε επιπρόσθετα και η οργάνωση και καλή λειτουργία του χώρου της πισίνας και του κήπου του παραπάνω ξενοδοχείου, που περιλάμβανε την καταγραφή, συντήρηση και ανανέωση του εξοπλισμού της πισίνας και τον καθαρισμό αυτής και τον καλλωπισμό του κήπου.
Επίσης του ανατέθηκε και η οργάνωση, διαχείριση και ορθή λειτουργία του συστήματος HACCP του ανωτέρω ξενοδοχείου, το οποίο αφορά στην υγιεινή και ασφάλεια των τροφίμων. Στα πλαίσια των ειδικότερων αυτών αρμοδιοτήτων του, ο ενάγων διεξήγαγε επιθεωρήσεις των εσωτερικών χώρων του ξενοδοχείου, σχετικά με την τήρηση των όρων του συστήματος διαχείρισης HACCP, πρότεινε τις αναγκαίες διορθωτικές ενέργειες του μηχανολογικού εξοπλισμού και τις απαραίτητες κτιριακές βελτιώσεις στους χώρους της αποθήκης, της κουζίνας και των εστιατορίων, ήλεγχε την υλοποίηση τους και αξιολογούσε τις συνθήκες συντήρησης των τροφίμων και των ποτών.
Για την υλοποίηση των παραπάνω καθηκόντων του ο ενάγων είχε υπό τις εντολές και την εποπτεία του όλους ουσιαστικά τους εργαζόμενους στον τομέα επισιτισμού του ξενοδοχείου, την εργασία των οποίων οργάνωνε και επόπτευε, μέσω εντολών, που έδινε στον υπεύθυνο επισιτισμού του ξενοδοχείου, ο οποίος ακολούθως τις διαβίβαζε στον εκάστοτε υπεύθυνο λειτουργίας των επιμέρους τμημάτων του επισιτιστικού τομέα (εστιατόρια, κουζίνες, κεντρική αποθήκη, μπαρ τμήμα συντήρησης τροφίμων).
Ομοίως είχε στην εποπτεία του τους χώρους της πισίνας προέβαινε σε έλεγχο και σε επισημάνσεις στον υπεύθυνο λειτουργίας του χώρου προκειμένου να προβεί σε σχετικές ενέργειες και επισημάνσεις προς το προσωπικό της πισίνας και τους ναυαγοσώστες γκι θέματα που αφορούν την καθαριότητα, την ασφάλεια και τους ελέγχους.
Εξάλλου, ο ίδιος απευθυνόμενος στους υπεύθυνους των τμημάτων ανέφερε την ανάγκη εκτέλεσης των εντολών του. Επίσης, ο ενάγων είχε υπό τις άμεσες εντολές και εποπτεία του την ομάδα διαχείρισης του συστήματος HACCP για την υγιεινή και ασφάλεια των τροφίμων, η οποία περιλάμβανε πέντε άτομα. Ο ίδιος, σε αντίθεση με το υπόλοιπο προσωπικό του ίδιου ξενοδοχείου, που απασχολείται κάθε χρόνο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου κατά το χρόνο λειτουργίας του ξενοδοχείου (Μάιο με Οκτώβριο εκάστου έτους), απασχολείτο και αμείβονταν όλο το χρόνο, και τους μήνες που το ξενοδοχείο δεν ήταν σε λειτουργία, δίνοντας εντολές στους συντηρητές προκειμένου να επιτευχθεί η εύρυθμη λειτουργία του ξενοδοχείου στην έναρξη της τουριστικής περιόδου, τις οποίες επέβλεπε, δεν χτυπούσε κάρτα κατά το χρόνο απασχόλησης του, ενώ, όπως προαναφέρεται έως και το έτος 2009 του παραχωρούταν διαμέρισμα για τις ανάγκες στεγάσεως του ίδιου και της οικογένειάς του καθώς και όχημα τη χρήση του οποίου είχε καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας και όλο το χρόνο, ενδιαιτούσε δε καθημερινώς σε ξεχωριστό τραπέζι από τους λοιπούς υπαλλήλους της επιχείρησης.
Κατά την άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων του ο ενάγων ενημέρωνε τον διευθυντή του ξενοδοχείου Ε. Σ., προέβαινε δε αυτός μόνος στην υλοποίηση και εφαρμογή των αποφάσεων, που ελάμβανε, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του. Ας σημειωθεί ότι τις έγγραφες εντολές και προειδοποιήσεις προς τους υφισταμένους του, ασκώντας έλεγχο ως προς την εκτέλεση των εντολών του για λογαριασμό της εναγομένης τις υπέγραφε "Assistant Managre" ήτοι "Υποδιευθυντής".
Εν συνεχεία αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων δεν τηρούσε κάρτα εργασίας, όπως το υπόλοιπο προσωπικό κατά την προσέλευση και την αποχώρηση του, πλην όμως η παρουσία του ή η απουσία του από τη θέση του στο ξενοδοχείο ελεγχόταν από το διευθυντή του ξενοδοχείου. Όσον αφορά την αμοιβή του πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με τις από 16-5-2006, 26-5-2008 και 22-7-2010 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας" ο βασικός μηνιαίος μισθός μαζί με το επίδομα γάμου για τους ξενοδοχοϋπαλλήλους, που υπάγονται στην Α" κατηγορία (υπαλλήλους υποδοχής, μαιτρ, υπομαίτρ, θυρωρός Α', νυχτοθυρωρός Α', μπουφετζής Α" προϊστάμενος υπνοδωματίων και κοινοχρήστων χώρων και μάγειρας Α"), στους οποίους, σύμφωνα με όσα θα εκτεθούν παρακάτω, δεν υπαγόταν ο ενάγων, ανερχόταν στα ακόλουθα ποσά:
α) από 1-1-2007 έως 30-6-2007 σε 933,19 ευρώ, β) από 1-7-2007 έως 31-12-2007 σε 970,57 ευρώ, γ) από 1-1-2008 έως 30-6-2008 σε 1.004,55 ευρώ, δ) από 1-7-2008 έως 31-12-2008 σε 1.040,91 ευρώ, ε) από 1-1-2,009 έως 30-6-2009 σε 1.061,69 ευρώ, στ) από 1-7-2009 έως 31-12-2009 σε 1.108,63 ευρώ, ζ) από 1-1-2010 έως 31-12-2010 σε 1.114,12 ευρώ, η) από 1-1-2011 έως 30-11-2011 σε 1.130,74 ευρώ, ενώ η αμοιβή του Διευθυντή του ίδιου ξενοδοχείου Ε.
Σ., ξεπερνούσε το ποσό των 2.000 ευρώ. Συνακόλουθα ο συμβατικός μισθός του ενάγοντος που κατά τα ανωτέρω ανέρχονταν: α) στο ποσό των 1.760, 49 ( = 1.260,49 + 500) ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2007, β) στο ποσό 1.830,70 (1.330,70 + 500) ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2007 έως 30-6-2008 γ) στο ποσό των 1.919,97 (1.419,97 + 500) ευρώ για το χρονικό διάστημα από 30-6-2008 έως 30-12-2009, και δ) στο ποσό των 1.419,97 ευρώ από 1-1-2010 έως 30-11-2011, ήτοι ήταν 25% υπέρτερος για τα έτη 2010 και εντεύθεν, ενώ για τα προηγούμενα έτη ήταν περισσότερο από 40%, υπέρτερος, από των νομίμων και καταβαλλόμενων στους λοιπούς υπαλλήλους (Κατηγορίας Α) μισθούς από την εναγόμενη, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν ότι ο ενάγων, απασχολούταν για δώδεκα μήνες στην επιχείρηση της εναγομένης, σε αντίθεση με το υπόλοιπο προσωπικό του ξενοδοχείου.
Επίσης αποδείχτηκε ότι αυτός δεν συνήπτε μόνος συμβάσεις ως εκπρόσωπος της εναγομένης με τρίτους, αφού τα τιμολόγια - δελτία αποστολής που εκδίδονταν για την αγορά διαφόρων ειδών για τις ανάγκες του ξενοδοχείου υπογράφονταν από τον ενάγοντα αλλά και τον διευθυντή του ξενοδοχείου, ούτε προέβαινε μόνος στην πρόσληψη του προσωπικού της εναγομένης.
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι τα ως άνω καθήκοντα του ενάγοντος αφορούν τομείς ιδιαίτερα κρίσιμους για την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία ενός ξενοδοχείου τεσσάρων αστέρων, αφού είχε στον έλεγχο του πολύ σημαντικό τμήμα της επιχείρησης δηλαδή όλο τον επισιτιστικό τομέα, καθώς και την οργάνωση και εύρυθμη λειτουργία των κήπων και της πισίνας, επηρεάζοντας με αυτό τον τρόπο αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη του ξενοδοχείου, έχοντας το δικαίωμα να διατάζει τους λοιπούς εργαζομένους και να ελέγχει τη συμμόρφωση τους προς τις εντολές του.
Κάτω δε από τον ενάγοντα διαμορφώνονταν μία οργανωτική δομή (υπεύθυνος λειτουργίας των επιμέρους τμημάτων του επισιτιστικού τομέα και πιο κάτω οι αντίστοιχοι εργαζόμενοι), της οποίας αυτός προΐστατο. Επομένως ο ενάγων ασκούσε πράγματι καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης ενός πολύ σημαντικού τομέα της επιχείρησης και παρότι δεν είχε ποινικές ή αστικές ευθύνες έναντι τρίτων, οι αρμοδιότητές του, με τους περιορισμούς που έχουν προαναφερθεί, επηρέαζαν τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη του τομέα αυτού της επιχείρησης και εν πολλοίς ασκούσε κυρίως κατά τρόπο έμμεσο αλλά σαφή δικαιώματα εργοδότη.
Πέραν δε τούτου ο συμφωνημένος μισθός του ήταν σημαντικά ανώτερος από αυτόν των λοιπών υπαλλήλων της επιχείρησης της εναγομένης, εγγίζοντας, κατά τα ανωτέρω, τουλάχιστον κατά το χρονικό διάστημα έως το έτος 2009 το μισθό του Διευθυντού, λαμβανομένης υπόψη και της δωδεκάμηνης απασχόλησής του, σε μία τουριστική επιχείρηση, που δραστηριοποιείται έξι (6) μήνες κάθε έτος, κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου.
Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, ο ενάγων, κατ' αντικειμενική κρίση, είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον, που κυρώθηκε με τον ν.2269/1920. Σημειώνεται εν προκειμένω ότι το γεγονός ότι στην εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος συνυπάρχει και το στοιχείο της εξάρτησης του μισθωτού από τον εργοδότη του, δεν αναιρεί την έννοια του διευθύνοντος υπαλλήλου, εξ αιτίας των διευθυντικών του δικαιωμάτων, της αυξημένης πρωτοβουλίας που διαθέτει και της υψηλής θέσης του στην υπαλληλική ιεραρχία, όπως προεκτίθεται.
Επίσης καίτοι ο μισθός αυξημένος κατά ποσοστό 40% σε σχέση με τους λοιπούς εργαζόμενους, δεν πρέπει να παροράται ότι αυτός, μόνος μαζί με το Διευθυντή και τους συντηρητές του ξενοδοχείου, και όχι τους λοιπούς ξενοδοχοϋπαλλήλους που απασχολούνταν στον επισιτισμό συνδέονταν με την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρέχοντας τις υπηρεσίες του για δώδεκα μήνες το χρόνο, προετοιμάζοντας οργανωτικά το ξενοδοχείο, ελέγχοντας και δίνοντας εντολές για την αποκατάσταση και επισκευή των χώρων ελέγχου του (εστιατόρια - κήπους - πισίνα).
Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι πέραν του ανωτέρω μισθού κατέβαλε μέσω αλλοδαπής συγγενούς εταιρείας στον ενάγοντα το ποσό των 1.512 ευρώ μηνιαίως στον με αριθμό ... λογαριασμό που διατηρούσε στην τράπεζα "...", προσκομίζει δε προς απόδειξη του ισχυρισμού της σχετικά παραστατικά πληρωμής (βλ. σχετικά 11 της εκκαλούσας), καθώς και τις από 31-1-2017 και 31-10-2017 εξώδικες δηλώσεις που κοινοποιήθηκαν στον ενάγοντα.
Ο τελευταίος, αφενός δεν αμφισβητεί την καταβολή του ανωτέρω ποσού κάθε μήνα, πλην, όμως, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τα ανωτέρω ποσά καταβλήθηκαν στον ενάγοντα για την επίδικη αιτία, δεδομένου ότι ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγομένης δεν καταθέτει τίποτε σχετικά ούτε επιβεβαιώνεται από άλλο αποδεικτικό μέσο.
Επίσης σε αντίθετη κρίση, σχετικά με την ιδιότητα του ενάγοντος ως διευθύνοντος υπαλλήλου, δεν μπορεί να οδηγήσει και το γεγονός ότι τη γενική διεύθυνση των τεσσάρων ξενοδοχείων της εναγόμενης στην Κέρκυρα είχε ο περιφερειακός διευθυντής Ε. Σ.ς, αφού όπως αποδείχθηκε η γνώμη του ενάγοντος αναμφίβολα είχε ουσιαστική και καθοριστική σημασία για όλα τα θέματα που ενέπιπταν στις αρμοδιότητες του και η εμπιστοσύνη που απολάμβανε από τον εργοδότη του ήταν ανάλογη.
Έτσι, αυτός στον τομέα του και ο Δ/ντής του ξενοδοχείου ήταν τα πρόσωπα που ασκούσαν πολλά από τα δικαιώματα του εργοδότη και επείχαν θέση εργοδότη έναντι των λοιπών εργαζομένων στο ξενοδοχείο "..."". Ειδικότερα, οι εργαζόμενοι στα επισιτιστικά τμήματα του ίδιου ξενοδοχείου, στους χώρους της πισίνας και στους κήπους, στο πρόσωπο του ενάγοντος έβλεπαν ένα διευθυντικό στέλεχος της επιχείρησης, το οποίο είχε αρμοδιότητες σε οτιδήποτε αφορούσε την εργασία τους (απόδοση, οργάνωση, συμπεριφοράς σε συναδέλφους τους και πελάτες).
Συνακόλουθα, με βάση τα παραπάνω καθήκοντα και αρμοδιότητες του ενάγοντος καθ' όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής συνεργασίας των διαδίκων και λαμβανομένου υπόψη, ότι αυτός κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του είχε την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις, να αναπτύσσει δηλαδή πρωτοβουλίες και να έχει την αποκλειστική ευθύνη και φροντίδα της ομαλής λειτουργίας των ως άνω τμημάτων της επιχείρησης, που είναι πολύ σημαντικά για την επιχείρηση, δηλαδή όλο τον επισιτιστικό τομέα, καθώς και την οργάνωση και εύρυθμη λειτουργία των κήπων και της πισίνας, επηρεάζοντας με αυτό τον τρόπο αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη του ξενοδοχείου, σε συνδυασμό με τις, αρκετά υψηλότερες των νομίμων και των λοιπών υπαλλήλων της εναγομένης, μηνιαίες αποδοχές του, και την απασχόληση του για ολόκληρο το έτος, σε ξενοδοχείο που λειτουργεί μόνο την τουριστική περίοδο (Μάιος έως Οκτώβριος) θεμελιώνεται, κατ' αντικειμενική κρίση, ότι ο ενάγων συγκέντρωνε στο πρόσωπο του πολλές από τις κρίσιμες για την καλή λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης αρμοδιότητες και συνεπώς, λόγω της φύσης και του είδους των υπηρεσιών που παρείχε στην εναγομένη, ως Υποδιευθυντής "...", διακρινόταν σαφώς από τους λοιπούς υπαλλήλους της, κατείχε θέση εποπτείας, διευθύνσεως και εμπιστοσύνης, με την παραπάνω έννοια, του άρθρου 2 της Διεθνούς Διασκέψεως Εργασίας της Ουάσινγκτον, διατελών έτσι διευθύνων και όχι απλός υπάλληλος, κατά παραδοχή του σχετικού, παραδεκτά προβληθέντος και νόμιμου, σύμφωνα με την πιο πάνω υπό στοιχείο III νομική σκέψη, ισχυρισμού της εναγομένης.
Κατά συνέπεια, ο ενάγων υπάγεται στην εξαίρεση από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας και την εβδομαδιαία ανάπαυση. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η εκκαλούμενη απόφαση, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων δεν ασκούσε καθήκοντα διευθύνοντος υπαλλήλου και να υποχρεώσει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 7.076, 90 ευρώ για υπερεργασία, το ποσό των 44.400 ευρώ για παράνομες υπερωρίες, το ποσό των 3.871 ευρώ για απασχόληση τις Κυριακές και το ποσό των 4.190,76 ευρώ για απασχόληση την έκτη ημέρα της εβδομάδας, έσφαλε.
Με αυτά που δέχτηκε, και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της άσκησης από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα καθηκόντων διευθύνοντος υπαλλήλου, ήτοι εποπτείας, διευθύνσεως και εμπιστοσύνης, με τις παραδοχές ότι ο αναιρεσείων, α) κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του είχε την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις για την επίτευξη των σκοπών της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης, να αναπτύσσει δηλαδή πρωτοβουλίες και να έχει την αποκλειστική ευθύνη και φροντίδα της ομαλής λειτουργίας των ως άνω τμημάτων της επιχείρησης, που είναι πολύ σημαντικά για αυτή (επιχείρηση), δηλαδή όλο τον επισιτιστικό τομέα, καθώς και την οργάνωση και εύρυθμη λειτουργία των κήπων και της πισίνας, επηρεάζοντας με αυτό τον τρόπο αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη του ξενοδοχείου, β) λάμβανε μηνιαίες αποδοχές αρκετά υψηλότερες των νομίμων και των λοιπών υπαλλήλων της εναγομένης, γ) απασχολείτο ολόκληρο το έτος, σε ξενοδοχείο που λειτουργεί μόνο την τουριστική περίοδο (Μάιος έως Οκτώβριος), δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 εδάφιο α' της Διεθνούς Συμβάσεως (Διεθνής Συνδιάσκεψη Εργασίας) της Ουάσιγκτον (που κυρώθηκε με το Ν. 2269/1920), την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος πιο πάνω (πρώτος) λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε σ' αυτή αντιφατικές και μη πλήρεις αιτιολογίες, είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρονται συγκεκριμένες αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε οι επιπλέον αιτιολογίες που απαιτούνται κατά τον αναιρεσείοντα, ώστε να θεωρηθούν αυτές επαρκείς.
Τέλος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την επίσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου επιδίκασε σ' αυτόν επίδομα γάμου με βάση τις από 12-4-2006, 2-4-2008 και 15-7-2010 ΕΓΣΣΕ και όχι με βάση τις συμφωνηθείσες αποδοχές του, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, δηλαδή σε τι συνίσταται ακριβώς το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 42/2020).
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-2021 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 27/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 89/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητο για τα δικαστικά της έξοδα, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ