Supreme Court dismisses appeal against conviction for unpaid social security contributions due to lack of specific reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for failing to pay social security contributions. The lower court found the defendants guilty under Article 84 of the Penal Code, noting that their family life and profession did not constitute sufficient mitigating circumstances without further proof of socially beneficial conduct. The Court rejected the appeal's claim of insufficient reasoning because the lower court explicitly addressed the arguments regarding Article 84, paragraph 2, letter e, even if it did not formally recognize them as mitigating factors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473(3) of the Code of Criminal Procedure; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: An appeal based on the lack of specific and detailed reasoning is inadmissible if the lower court has explicitly addressed the arguments raised by the parties, even if it rejects them as unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1976 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1976/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νίκα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.508/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 7212/5-7-2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1069/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 7212/5.7.2018 αίτηση του Α. Μ. του Θ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 508/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμφίσσης, (το οποίο κατ' έφεση δικάζοντας, κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ και - με τα ελαφρ. των περ. β' και δ' της παρ. 2 του άρθρ. 84 ΠΚ - του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών - την οποία ανέστειλε επί τριετία), ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 15.6.2018 και επίδοση στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 5.7.2018). Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί για την βασιμότητα των λόγων της.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, όπως ισχύει, με τις εις τη διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικές ποινές τιμωρείται όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου τιμωρείται για υπεξαίρεση με τις εις την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικές ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν (εργατικές), που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με σκοπό αποδόσεώς των στους κατά την παράγραφο 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία και κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 26 του ΑΝ 1846/1951, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ο δε υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μηνός από τον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι τα εγκλήματα της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Κατ' ακολουθία αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, του φερόμενου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως.
Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 και 112 ΠΚ προκύπτει ότι ο χρονικός προσδιορισμός της εκδηλώσεως της ενέργειας του υπαιτίου που συνέχεται με το εγκληματικό αποτέλεσμα, αποτελεί πραγματικό περιστατικό και υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο μπορεί, εκτιμώντας τις αποδείξεις, να καθορίσει χρόνο τελέσεως της πράξεως διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο κατηγορητήριο, ενώ και το εφετείο μπορεί με τις ίδιες προϋποθέσεις να καθορίσει χρόνο τελέσεως διαφορετικό από αυτόν που υπάρχει στο κατηγορητήριο ή που δέχτηκε η πρωτόδικη απόφαση, χωρίς ο ακριβέστερος αυτός καθορισμός να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, εκτός και αν ο προσδιορισμός αυτός ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως ή στην επελθούσα ήδη παραγραφή του αξιοποίνου αυτής. Ο χρόνος επομένως τελέσεως της πράξεως, αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άνω άρθρου 17 του Π.Κ., πραγματικό περιστατικό και για το λόγο αυτόν υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο έχει τη δυνατότητα να καθορίσει χρόνο τελέσεως εκάστης εξ' αυτών διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο κλητήριο θέσπισμα (ή το παραπεμπτικό βούλευμα), εάν η μεταβολή αυτή δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως ή δεν αποκλείει την παραγραφή, χωρίς αυτό να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 508/2017 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Άπαντες οι κατηγορούμενοι (ο αναιρεσείων ήταν ο 2ος εξ αυτών) ως υπεύθυνοι εργοδότες και δη ως ομόρρυθμα μέλη και διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι της εδρεύουσας στην ...
νομού ... ομόρρυθμης εταιρείας υπό την επωνυμία "... Ο.Ε." με A.M.Ε. ...423, Υποκατάστημα ΙΚΑ ... και αντικείμενο δραστηριότητας "εμπόριο κρέατος χοιροειδών, νωπού ή απλής ψύξης" και άμεσοι και μόνοι, ως εκ της ιδιότητάς τους ταύτης, υπεύθυνοι για την πρόσληψη, απασχόληση, πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της προαναφερόμενης ομόρρυθμης εταιρείας (βλ.
ΑΠ 124/2013 σε Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), με πρόθεση, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο, δεν προήλθαν, για το προσωπικό που απασχολήθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από της 1-12-2009 μέχρι και της 31-5-2010, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην ως άνω, εκπροσωπούμενη από τους ίδιους (κατηγορούμενους), επιχείρηση, στην καταβολή προς το ΙΚΑ, δηλονότι τον οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, που υποχρεωτικά κάλυπτε ασφαλιστικά το προσωπικό αυτό, τόσο των ιδίων της εταιρείας τους - εργοδοτικών, όσο και των παρακρατηθεισών εκ μέρους τους και υπό την ως άνω ιδιότητά τους, προς το σκοπό αυτό, από τους εργαζομένους - εργατικών ασφαλιστικών εισφορών για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, ολικού ύψους 43.407,65 ευρώ και 21.703,83 ευρώ, αντιστοίχως, που αντιστοιχούσαν εκτός από τους μηνιαίους μισθούς και τα επιδόματα αδείας για τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα από 1-12-2009 έως 31-5-2010, και στα επιδόματα:
α) εορτών Χριστουγέννων ετών 2009 και 2010 και β) εορτών Πάσχα έτους 2010, οι οποίες (εισφορές), ειδικότερα, ήταν καταβλητέες, α) κατά τα μερικότερα, αντιστοιχούντα σε καθένα μήνα του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, κονδύλιά τους, μέσα σε ένα μήνα από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία, ήτοι από 1-2-2010 και ανά πρώτη ημέρα των εφεξής μηνών και μέχρι την 1-7-2010 για τους μηνιαίους μισθούς, β) από 1-2-2010 για το επίδομα αδείας της αδείας που χορηγήθηκε τον 12°/2009 και από 1-7-2010 για το επίδομα αδείας της αδείας που χορηγήθηκε τον 5°/2010 και γ) ι.
για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2009 από 1-3-2010 και έτους 2010 από 1-3-2011 και ιι. για το επίδομα εορτών Πάσχα έτους 2010 από 1-7-2010, χρονικά διαστήματα στα οποία εντοπίζεται και η από μέρους των κατηγορουμένων τέλεση των αποδιδόμενων σ' αυτούς αντίστοιχων αξιόποινων πράξεων. Ειδικότερα, οι εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, κατ' είδος αποδοχών και χρονική περίοδο είναι οι εξής:
Για τη μη καταβολή δε των προαναφερόμενων εισφορών συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ….40/1-7-2010 Πράξη Επιβολής Εισφορών του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ./Υποκατάστημα ….. Σημειώνεται ότι ουδείς εκ των εκκαλούντων - κατηγορουμένων αρνήθηκε τη συμμετοχή του στη διαχείριση και εκπροσώπηση της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας (βλ. ΑΠ 1029/2013 σε Τ.Ν.Π/ NOMΟΣ".
Ακολούθως δε το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, ομού μετά των λοιπών συγκατηγορουμένων του, ένοχο των άνω πράξεων με τα ελαφρυντικά των παρ. β' και δ' της παρ. 2 του άρθρου 84 Π.Κ. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι με την προσβαλλομένη απόφαση μεταβλήθηκε ανεπίτρεπτα ο χρόνος τέλεσης (1.7.10) των αδικημάτων για τα οποία παραπέμφθηκε με το υπ' αριθμ.
Α11/635/25.11.11 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άμφισσας και για τα οποία καταδικάστηκε πρωτοδίκως με τη με αριθμό 46/2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, με αποτέλεσμα να μεταβληθεί σε βάρος του η κατηγορία και να καταδικαστεί για άλλη, ουσιωδώς διάφορη, πράξη. Από την παραδεκτή όμως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των προαναφερομένων αποφάσεων (πρωτόδικης και προσβαλλομένης) προκύπτει ότι στη μεν υπ' αριθμ. 46/15 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας αναφέρεται επακριβώς ως χρόνος τελέσεως, των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, η 1.7.2010, ενώ στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται το ευρύτερο χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο γεννήθηκαν οι σχετικές οφειλές (1.12.2009 μέχρι 31.5.2010) με καταληκτική ημερομηνία καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών του μηνός Μαίου 2010, την 1.7.2010, χωρίς η συγκεκριμένη χρονική διαφορά να επηρεάζει την παραγραφή των αξιοποίνων πράξεων ή την ταυτότητά τους, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (26.9.2017).
Σύμφωνα, επομένως, και με όσα αναφέρονται στη μείζονα νομική σκέψη και εφ' όσον με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε ακριβέστερος προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης των ενδίκων πλημμεληματικών πράξεων χωρίς να συνιστά ο προσδιορισμός αυτός ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, αφού δεν επηρεάζεται ούτε η ταυτότητα της πράξης, ούτε η παραγραφή της, το Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του, ούτε συνέβη απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, απορριπτομένου, μετά ταύτα, ως αβασίμου του υποστηρίζοντος τα αντίθετα ως άνω λόγου αναίρεσης.
Ομοίως αβάσιμος και απορριπτέος κρίνεται και ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι "....ουδόλως παρατίθενται εις την προσβαλλομένην δια της παρούσης απολύτως νομίμου, βασίμου και αληθούς αιτήσεως αναιρέσεώς μου υπ' αριθμ. 508/2017 απόφασιν του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμφίσσης τα άρθρα των ειδικών ποινικών νόμων, τα οποία ορίζουν το αξιόποινον των πράξεων δια τας οποίας κατεδικάσθην εγώ και επομένως δέον όπως συμφώνως προς το άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ ακυρωθεί και εξαφανισθεί υπό του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. . . ", καθ' όσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε αυτή αναγράφονται πλήρως και αναλυτικά, στις σελίδες 35 και 36, όλα τα άρθρα τόσον του Ποινικού Κώδικα όσο και των ειδικών ποινικών νόμων, με τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται οι πράξεις για τις οποίες ο ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος από το δικάσαν (δευτεροβάθμιο) Δικαστήριο. Πάντα δε ταύτα πέραν του ότι η μη παράθεση στην απόφαση των σχετικών άρθρων του ποινικού νόμου, δεν συνιστά πλέον λόγο αναίρεσης.
Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του Κ.Π.Δ., παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ιδίου Κώδικα δικανική του πεποίθηση.
Εξ άλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, διότι, διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία, η οποία υπάρχει και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου δεν μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο και στα οποία στήριξε την απορριπτική του αιτήματος αναβολής κρίση του (Ολ.
Α.Π. 7/2005, Α.Π. 290/2017) στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος, μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, κατά το άρθρο 352 του Κ.Π.Δ.: "....προκειμένου να προσκομισθεί απόφαση επί της έφεσης κατά της με αριθμό 40/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας", εγχειρίζοντας προς το Δικαστήριο, δια του Προεδρεύοντος, αντίγραφα :
α) της από 18.11.2015 και με αριθμό κατάθεσης 1607/ΤΟ/90/15 αγωγής της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " ... Ο.Ε.", νομίμως εκπροσωπουμένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και β) της με αριθμό 40/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (Τακτική Διαδικασία) τα οποία και αναγνώσθηκαν.
Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε αρχικά να αποφασίσει, στη συνέχεια δε, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και κατόπιν σύμφωνης πρότασης του Εισαγγελέως της έδρας, απέρριψε το υποβληθέν αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, για τους προαναφερθέντες λόγους, με την εξής αιτιολογία: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 του ΚΠΔ, όταν σε πολιτικό Δικαστήριο, εννοουμένων των αστικών αλλά και διοικητικών τοιούτων, εκκρεμεί υπόθεση που έχει σχέση με την ποινική Δίκη, μπορεί το Δικαστήριο ν' αναβάλει την τελευταία μέχρι περάτωσης της πολιτικής.
Περαιτέρω δε από τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις μπορεί να υποβάλλει οιοσδήποτε διάδικος της ποινικής δίκης και ο Εισαγγελέας, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί επί του προκείμενου αιτήματος με αιτιολογημένη παρεμπίπτουσα απόφασή του.
Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα την ένορκη επ' ακροατηρίω κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας, όλα τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την απολογία του παρόντος τρίτου εκ των κατηγορουμένων και γενικά όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα των κατηγορουμένων.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής της ένδικης υπόθεσης ένεκα του προβαλλόμενου υπό των εκκαλούντων - κατηγορουμένων λόγου (έκδοση απόφασης επί έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 40/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (Τακτική Διαδικασία), η οποία εκδόθηκε επί της από 18-11-2015 και με αριθμό κατάθεσης 1607/ΤΠ/90/15 αγωγής της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε", νομίμως εκπροσωπούμενης) δεδομένου ότι η υπόθεση, κατόπιν αιτημάτων τους, ανεβλήθη ήδη τέσσερις φορές [βλ. τις προγενέστερες υπ' αριθμ. 707/1-11-2016, 138/28-2-2017, 251/25-4-2017 και 315/23-5-2017 (αναβλητικές) αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου (οι οποίες παραδεκτώς επισκοπούνται προς έρευνα του βάσιμου του κρινόμενου αιτήματος αναβολής) με τις οποίες (αποφάσεις) ανεβλήθη η ένδικη υπόθεση, κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ, προκειμένου να προσκομισθεί επιμελεία απάντων των κατηγορουμένων εξοφλητική απόδειξη των ένδικων οφειλών], πράγμα, όμως, που δεν μπορεί να συνεχισθεί, αφού παρήλθε επταετία και πλέον από της (φερόμενης) τέλεσης των κατηγορούμενων αδικημάτων που, με τον τρόπο αυτό, οδεύουν προς παραγραφή.
Επιπρόσθετα, η τυχόν προσκομισθησόμενη (εφετειακή) απόφαση δεν κρίνεται απολύτως αναγκαία, ενόψει και του λίαν επαρκούς εν προκειμένω αποδεικτικού υλικού, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι έχει ασκηθεί έφεση από την ενάγουσα (ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε", νομίμως εκπροσωπούμενη) κατά της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 40/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (Τακτική Διαδικασία) αφού ουδέν αντίγραφο του σχετικού δικογράφου προσκομίστηκε στο Δικαστήριο τούτο, ούτε δε από το αυτό ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδεικνύεται η άσκηση της εν λόγω έφεσης.
Τέλος, σε κάθε περίπτωση, λεκτέα και τα εξής: Άπαντες οι κατηγορούμενοι τυγχάνουν ομόρρυθμοι εταίροι της προαναφερόμενης ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε". Η τελευταία ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (Τακτική Διαδικασία) την από 18-11-2015 και με αριθμό κατάθεσης 1607/ΤΠ/90/15 αγωγή της κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε.", ήδη τεθείσας υπό ειδική εκκαθάριση δυνάμει της με αριθμό 46/27-7-2012 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών θεμάτων της ... (Συνεδρίαση 46/27-7-2012, θέμα 1°, ΦΕΚ Β 2208/27-7-2012). Με την αγωγή της αυτή η ως άνω ενάγουσα εξέθετε ότι δυνάμει της με αριθμό 1463/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί της από 29-7-2011 αίτησης αυτής (ενάγουσας) κατά της εναγομένης, η τελευταία υποχρεώθηκε να της επιδείξει τα αναλυτικά αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο έγγραφα και καταδικάστηκε επιπρόσθετα σε χρηματική ποινή 500 ευρώ για κάθε παράβαση της απόφασης.
Ότι αντίγραφο της ως άνω απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση της ως άνω πράξης και αναφορά στην επιταγή της κύρωσης της χρηματικής ποινής των 500 ευρώ για κάθε παράβαση της απόφασης, επέδωσε νόμιμα στην άνω εναγομένη στις 19-1-2012, πλην όμως αυτή (εναγομένη) αρνείται μέχρι και την έγερση της αγωγής να της επιδείξει τα σχετικά έγγραφα, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της και ότι ως εκ τούτου της οφείλει το συνολικό ποσό των 665.000 ευρώ ως χρηματική ποινή για 1.330 παραβάσεις της προαναφερθείσας δικαστικής απόφασης (500 ευρώ Χ 1.330 ημέρες).
Με βάση το ιστορικό αυτό η ως άνω ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η ως άνω εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 665.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 40/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (Τακτική Διαδικασία) με την οποία (απόφαση) απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή ως απαράδεκτη.
Οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία διατηρούσε κατά της προαναφερόμενης εναγόμενης την ως άνω απαίτηση, ύψους 665.000 ευρώ μετά των νόμιμων τόκων, και ότι την απαίτηση αυτή η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη εκχώρησε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Προς τούτο δε ζητούν την αναβολή της ένδικης υπόθεσης έως ότου εκδοθεί εφετειακή απόφαση επί της ως άνω αγωγής του.
Ανεξαρτήτως του νόμιμου ή μη της (φερόμενης) εκχώρησης της ως άνω (φερόμενης) απαίτησης και των όποιων αποτελεσμάτων της (σε περίπτωση νομιμότητας της εκχώρησης αυτής) ο ισχυρισμός αυτός απάντων των κατηγορουμένων είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος καθότι από ουδέν αποδεικτικό μέσο προέκυψε η εκχώρηση της ως άνω απαίτησης στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
Κατ' ακολουθίαν πάντων τούτων πρέπει ν' απορριφθεί το συναφές, υποβληθέν από το συνήγορο απάντων των εκκαλούντων-κατηγορουμένων αίτημα αναβολής της Δίκης".
Η εν λόγω αιτιολογία, που διέλαβε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας στην απορριπτική του αιτήματος της αναβολής (παρεμπίπτουσα) απόφασή του, είναι η απαιτουμένη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη (αιτιολογία), αφού εναργώς εκτίθενται σ' αυτή αναλυτικά και με πλήρη επάρκεια, χωρίς λογικά κενά οι λόγοι και οι συλλογισμοί, με τους οποίους κατέληξε στην απορριπτική του κρίση.
Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος η επιβαλλομένη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του.
Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.
Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη του οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π Κ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.
Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους (Ολ.
Α.Π. 2/2005, Α.Π. 208/2012, Α.Π. 259/2014, Α.Π. 1101/2011). Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρείται, μεταξύ άλλων, (υπό α' ) "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Για να συντρέξει η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σ' όλες τις πιο πάνω μορφές της συμπεριφοράς του και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, μόνο η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου.
Έντιμη ζωή σημαίνει σύμφωνα με τους νόμους και τους κρατούντες κανόνες ηθικής. Η έντιμη ζωή δεν έχει μόνο αρνητικό περιεχόμενο που να προκύπτει από μη ύπαρξη καταδίκης αλλά έχει βασικά αυτοτελή θετική υπόσταση. Επομένως για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα θετικά περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς της συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α' της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ ώστε, στην περίπτωση που αποδειχθούν, να οδηγήσουν στην παραδοχή της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως.
Για να συντρέξει δε η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε του Π.Κ., υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, η συμπεριφορά του πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του, μη αρκούσης της απλής καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής χωρίς παραβατικότητα και μόνον, διότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας.
Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, προέβαλε εγγράφως τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπο του, εκτός των ελαφρυντικών περιστάσεων των περ. β' (ως πρωτοδίκως) και δ' της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ (ότι στην πράξη του ωθήθηκε όχι από ταπεινά αίτια αλλά από ατυχή επιχειρηματική δραστηριότητα και εκ τούτου οικονομική αδυναμία και της ειλικρινούς μετάνοιας) που έγιναν δεκτές και των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου (84 & 2 α ΠΚ), και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς επί μακρόν (84 & 2 ε ΠΚ ), επικαλούμενος για τη θεμελίωσή τους τα ακόλουθα:
"Επειδή το Δικαστήριο Υμών πρέπει κατ' αρχήν να αναγνωρίση εν τω πρόσωπώ μου κατ' αρχήν την συνδρομήν της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 α ΠΚ, δεδομένου ότι είμαι Πολιτικός Μηχανικός του Πολυτεχνείου, ο οποίος εγκατέλειψα την επαγγελματικήν μου ενασχόλησιν ως Πολιτικός Μηχανικός και κει μετά του επίσης Μηχανολόγου Μηχανικού του Πολυτεχνείου αδελφού μου Ι. Θ. Μ. ασχολήθην με την κτηνοτροφικήν - χοιροτροφικήν επιχείρησιν της οικογένειάς μου προ δωδεκαετίας περίπου λόγω του ότι η μήτηρ μας Μ. χήρα Θ. Μ. το γένος Γ. Δ. ήτο ηλικίας 69 ετών, άγουσα πλέον σήμερον το 80ον έτος της ηλικίας της.
Β. Ήμουν και είμαι έγγαμος μετά της Ε. θυγ. Λ. Α. Γ. αλλά μη εργαζομένης και μη συνταξιοδοτουμένης, αλλά ασχολουμένης με τα του οίκου μας και την ανατροφήν των τριών ανηλίκων θυγατέρων μας Μ. θυγ. Α. Μ. γεννηθείσης την 1/8/2001 ήτοι ηλικίας 16 ετών μαθήτριας Α' Τάξεως Λυκείου, Π. θυγ. Α. Μ. γεννηθείσης την 26/7/2007 ηλικίας 10 ετών μαθήτριας Δ' Τάξεως Δημοτικού και Α. θυγ. Α. Μ. γεννηθείσης την 21/3/2009 ηλικίας 8 ετών σήμερον μαθητρίας Β' Τάξεως Δημοτικού, ως ταύτα τα ανωτέρω υπ' εμού αναφερόμενα απολύτως νόμιμα, βάσιμα και αληθέστατα προκύπτουν και αποδεικνύονται σαφώς και αναμφιβόλως εκ των επισυναπτομένων εις τους παρόντας απολύτως νομίμους, βασίμους, αληθείς και πλήρως αποδεικνυομένους αυτοτελείς ισχυρισμούς μου υπ' αριθμ. …96/22-2-2016 Πιστοποιητικού Οικογενειακής Καταστάσεως του Δήμου …. (σχ. 1).
Γ. Επίσης η σύζυγός μου Ε. θυγ. Λ. Α. συζ. Α. Μ. ασχολείται και με την περιποίησιν και φροντίδα της μητρός της Π. χήρας Λ. Α., η οποία συγκατοικεί με ημάς και αποτελεί μέλος της οικογένειάς μας, και η οποία πάσχει δυστυχώς από Alzheimer (άνοιαν) και επί πλέον λίαν προσφάτως έχει υποστή αγγειακόν εγκεφαλικόν επεισόδιον με ημιπάρεσιν αριστερήν και παραμένει κατάκοιτος, ως πάντα ταύτα προκύπτουν και αποδεικνύονται σαφώς και αναμφιβόλως εκ του προσαγομένου υπ' εμού μετ' επικλήσεως και επισυναπτομένου εις τους παρόντας απολύτως νομίμους, βασίμους, αληθείς και πλήρως αποδεικνυομένους αυτοτελείς ισχυρισμούς εμού από 22/2/2016 Ιατρικού Πιστοποιητικού του Ιατρικού Συλλόγου …. (σχ. 2).
Δ. Καθ' όλον το μακρώτατον τούτον χρονικόν διάστημα που ελειτούργη η ομόρρυθμος εταιρεία υπό την επωνυμίαν "... ΟΕ" ήτοι από το έτος 1970 έως της οικονομικής καταστροφής της η οποία ήτο απορροία και συνεπεία της οικονομικής κρίσεως και καταστροφής η οποία εσάρωσεν την τοποικήν κοινωνίαν και οικονομίαν της Γ. Φ. και του Νομού … πρωτίστως αλλά και εις την Ελληνικήν οικονομίαν, αφού η ομόρρυθμος αύτη εταιρεία ήτο κτηνοτροφική - χοιροτροφική επιχείρησις ήτοι μια επιχείρηση του πρωτογενούς τομέως.
Ε. Εκ των ανωτέρω αναφερομένων τα οποία είναι απολύτως νόμιμα, βάσιμα και αληθέστατα και προκύπτουν και αποδεικνύονται σαφώς και αναμφιβόλως εκ των ανωτέρω υπ' εμού αναφερομένων και υπ' εμού μετ' επικλήσεως προσαγομένων ενώπιον του Δικαστηρίου Υμών εγγράφων αποδεικτικών μέσων και στοιχείων και τα οποία θα προκύψουν και θα αποδειχθούν και εκ των καταθέσεων των μαρτύρων υπερασπίσεως εμού, οι οποίοι θα καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου Υμών, προκύπτει και αποδεικνύεται σαφώς και αναμφισβητήτως από της γεννήσεώς μου και έως σήμερον έζησα και εξακολουθώ να ζώ ήρεμον και ήσυχην κοινωνικήν και οικογενειακήν ζωήν προσφέρω και εγώ και η οικογένειά μου τα μέγιστα εις την τοπικήν κοινωνίαν και οικονομίαν αλλά και εις την Εθνικήν Οικονομίαν.
ΣΤ. Βάσει όλων τούτων τα οποία είναι απολύτως νόμιμα, βάσιμα και αληθέστατα προκύπτει και αποδεικνύεται κατά τον πλέον σαφή, αναμφίβολον, ρητόν και κατηγορηματικόν τρόπον ότι συντρέχει εν τω πρόσωπώ μου η ελαφρυντική περίπτωσις του άρθρου 84§α, ήτοι του προτέρου εντίμου βίου, το οποίον ελαφρυντικόν θα πρέπη να μου αναγνωρισθή υπό του Δικαστηρίου Υμών ...VI.
Επί πλέον όμως και πέραν των ανωτέρω αναφερομένων ελαφρυντικών συντρέχει εν τω πρόσωπώ μου και πρέπει να αναγνωρισθή και το ελαφρυντικόν της μεταγενεστέρας καλής συμπεριφοράς μετά την τέλεσιν της πράξεως την οποίαν κατηγορούμαι ότι ετέλεσα εγώ, κατ' άρθρον 84§ 2 ε' Π.Κ. διότι από τον χρόνον της τελέσεως της πράξεως ταύτης, (διά την οποίαν ειλικρινά λυπούμαι βαθύτατα, και έχομεν κάνη ήδη ως οικογένεια τεράστιαι προσπάθειαι εξοφλήσεως του αντιδίκου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, τότε, και πλέον ΕΦΚΑ Μισθωτών συμφώνως προς τα ανωτέρω αναφερόμενα) έως και σήμερον ήτοι επί 7 και πλέον έτη ήτοι καθ' όλον το τεράστιον τούτον χρονικόν διάστημα διάγω βίον έντιμον, ηθικόν και οικογενειακόν, ουδέποτε, ουδόλως και επ' ουδενί έχω απασχολήση τας Αρχάς, ή έχω δημιουργήση οιονδήποτε πρόβλημα εις οιονδήποτε πρόσωπον φυσικόν ή νομικόν και κατά μείζονα λόγον ΔΕΝ έχω διαπράξη έστω και το ελαχιστώτατον ποινικόν αδίκημα και επί πλέον έχω συμπεριφερθή αρίστως, και έχω προσπαθήσει με κάθε νόμιμον και προσήκοντα τρόπον να άρω τας συνέπειας της πράξεως ταύτης αι οποίαι εγένοντο ΑΝΕΥ ουσιαστικώς ΟΥΔΕΜΙΑΣ υπαιτιότητος εμού, αλλά οφείλονται εις γεγονότα και καταστάσεις λίαν αιφνιδίους και απροβλέπτους αφού η μη καταβολή των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το τότε ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και πλέον ΕΦΚΑ Μισθωτών οφείλετε μόνον και μόνον εις την οικονομικήν καταστροφήν και πανωλεθρίαν την οποίαν έχει υποστή δυστυχώς η ομόρρυθμος εταιρεία υπό την επωνυμίαν "...
ΟΕ" και εγώ ως ομόρρυθμος εταίρος της εταιρείας ταύτης ο οποίος έχω οδηγηθή εις την ένδειαν και εργάζομαι ως απλός μισθωτός ως αναφέρεται και πλήρως και ολοσχερώς αποδεικνύεται αναλυτικώς ανωτέρω υπ' εμού....".
Εκ των ανωτέρω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος εκείνος για την αναγνώριση του κατά το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο του, δεν ήταν επαρκώς ορισμένος, αφού, κατά την ως άνω σχετική νομική σκέψη, μόνο το λευκό ποινικό μητρώο του, η απουσία επίμπεμπτης δραστηριότητάς του μέχρι την τέλεση της πράξεως και η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά του με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, δεν αρκούν χωρίς την επιπλεον επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του, τα οποία εν προκειμένω ο κατηγορούμενος αυτός δεν επικαλέσθηκε.
Ωσαύτως, και ανεξαρτήτως της προφορικής ή μη αναπτύξεώς του στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, υπό μόνο το ανωτέρω εκτεθέν περιεχόμενό του, χωρίς ειδικότερη αναφορά σε συγκεκριμένη θετική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, δηλωτική της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης, δεν ήταν επαρκώς ορισμένος και ο αυτοτελής ισχυρισμός του για την αναγνώριση στο πρόσωπό του του εκ του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
ε'του ΠΚ ελαφρυντικού της για μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του καλής συμπεριφοράς του. Επομένως το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στους ως άνω ισχυρισμούς, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή τους, παρά ταύτα όμως απέρριψε αυτούς, καθώς και τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των συγκατηγορουμένων του, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "...
Στην προκείμενη περίπτωση ο ισχυρισμός απάντων των κατηγορουμένων περί αναγνώρισης συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης εκ του άρθρου 84 παρ. 2α' του ΠΚ ήτοι περί προτέρου εντίμου βίου είναι απορριπτέος αφενός μεν ως αόριστος διότι, κατά την ως άνω σχετική νομική σκέψη, μόνον το λευκό ποινικό μητρώο τους, η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητάς τους μέχρι την τέλεση των πράξεων και η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά τους με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, δεν αρκούν χωρίς την επί πλέον επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά τους, τα οποία εν προκειμένω οι κατηγορούμενοι δεν επικαλέσθηκαν αφετέρου δε, σε κάθε περίπτωση, ως ουσία αβάσιμος καθότι, όπως προαναφέρθηκε, νια τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς, που ορίζονται στην περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2α' του ΠΚ (βλ.
ΑΠ 469/2012 σε τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ), που στην προκείμενη περίπτωση δεν αποδείχθηκε.
Σημειώνεται ότι ο συνήγορος απάντων των εκκαλούντων - κατηγορουμένων δεν προέβη στην προφορική ανάπτυξη κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία και του ισχυρισμού απάντων των εντολέων του περί αναγνώρισης (και) της ελαφρυντικής περίστασης εκ του άρθρου 84 παρ. 2ε' ΠΚ που περιλαμβάνεται στους ως άνω επιγραφόμενους ως "Αυτοτελείς ισχυρισμούς", ούτε, ομοίως, ο παρών. τρίτος κατηγορούμενος προέβη στην προφορική ανάπτυξη κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία του ισχυρισμού του περί αναγνώρισης (και) της ελαφρυντικής περίστασης εκ του άρθρου 84 παρ. 2ε' ΠΚ που περιλαμβάνεται στους ως άνω επιγραφόμενους ως "Αυτοτελείς ισχυρισμούς" του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρά το γεγονός ότι ο ως άνω ισχυρισμός απάντων των κατηγορουμένων έχει περιληφθεί στο αντίστοιχο υπόμνημα, εκάστου των κατηγορουμένων, που επιγράφεται "Αυτοτελείς ισχυρισμοί", που ενσωματώθηκαν στα πρακτικά τούτα - απόφαση, πλην όμως δεν αναπτύχθηκε και προφορικά ούτε τα εν λόγω υπομνήματα αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ούτε έγινε προφορική αναφορά του παρόντος τρίτου κατηγορουμένου ή του συνηγόρου απάντων των κατηγορουμένων στο ουσιώδες περιεχόμενο του ως άνω ισχυρισμού και συνεπώς το Δικαστήριο τούτο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει τον ανωτέρω ισχυρισμό περί αναγνώρισης (και) της ελαφρυντικής περίστασης εκ του άρθρου 84 παρ.2 ε' ΠΚ ...".
Κατά συνέπεια των όσων προεκτέθηκαν, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. προβαλλόμενος τέταρτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ), ως προς την απόρριψη των άνω αυτοτελών ισχυρισμών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ακολούθως, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την επιδοθείσα την 5.7.2018 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υπ' αριθμ. πρωτ: 7212 από 4.7.2018 αίτηση-δήλωση του Α. Μ. του Θ., κατοίκου, Γ. Φ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 508/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμφίσσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ