1976/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1976/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συγκεκριμένα οδηγούσε απρόσεκτα και με ταχύτητα μεγαλύτερη του κατά τις περιστάσεις και τις συνθήκες της οδού (δημοτικός δρόμος, στροφή, ολισθηρότητα οδοστρώματος, βροχή) επιτρεπτού, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του, να ξεφύγει από την πορεία του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να επιπέσει στο μοτοποδήλατο (12 § 1, 16 § 4, 18 § 1, 19 § 1, 2, 3 του ΚΟΚ και 330 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1976 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1976/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α.Ε.Ε.Γ.Α. με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ανδροβιτσανέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Α.Ε.Γ.Α. με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καραμπάγια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2012 αγωγή-αναγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1827/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5124/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-9-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 1-9-2016 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 5124/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Ο νόμος 489/1976 καλύπτει τις ζημίες τρίτων προσώπων που προκαλούνται από την κυκλοφορία αυτοκινήτου. Η έννοιά του, λόγω της σημασίας της δίνεται από τον ίδιο το νόμο (άρθρο 1 περ. α’ ). Σύμφωνα με το εδάφιο β’ της πρώτης περίπτωσης του άρθρου 1 του Ν. 489/1976 "ως αυτοκίνητο θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα συζευγμένο μετά του κυρίως αυτοκινήτου ή μη".
Το άρθρο 21 της Κ4/585/1978 AYE περιείχε αναλυτική ρύθμιση που αφορούσε την ασφάλιση αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία ρυμουλκούμενων οχημάτων και ίσχυε η αρχή της επικουρικότητας υπό την έννοια ότι η ασφάλιση του ρυμουλκούμενου οχήματος ίσχυε μόνο αν ήταν ανασφάλιστο το ρυμουλκό. Όμως με το άρθρο 17 παρ. 1 εδ.
γ’ του Ν. 3557/2007 καταργήθηκε ολόκληρη η άνω AYE. Με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007 προστέθηκε νέο άρθρο 6α κατά την παράγραφο 4 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Αν προκληθεί ατύχημα από ρυμουλκό όχημα που συνδέεται, με ρυμουλκούμενο, οι ασφαλιστές του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου οχήματος, αντίστοιχα, ευθύνονται σε ολόκληρο έναντι των ζημιωθέντων τρίτων.
Η ευθύνη των ασφαλιστών αυτών περιορίζεται μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των σχετικών συμβάσεων, επιφυλασσομένου σε αυτούς του δικαιώματος της εκατέρωθεν αναγωγής για την κατανομή της ζημίας". Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής, η οποία σαφώς διαφοροποιείται από το προηγούμενο δίκαιο, με το οποίο ίσχυε η αρχή της επικουρικότητας της ασφάλισης του ρυμουλκούμενου οχήματος, είναι οι παρακάτω: 1.
Πρόκληση ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο από τον ενιαίο συρμό, δηλαδή ενόσω το ρυμουλκό και το ρυμουλκούμενο είναι συνδεδεμένα. Η κυριότητα του ρυμουλκού δύναται να ανήκει σε διαφορετικό πρόσωπο από την κυριότητα του ρυμουλκούμενου. 2. Δεν ερευνάται, όταν το ατύχημα προκαλείται από τον εν κινήσει ενιαίο συρμό (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο) από ποιο συγκεκριμένο όχημα προκλήθηκε το ατύχημα, δηλαδή αν από το ρυμουλκό ή το ρυμουλκούμενο.
Τούτο όμως ισχύει μόνο, όταν αντιμετωπίζεται το θέμα της ευθύνης των ασφαλιστών έναντι του παθόντος τρίτου. Έχει όμως σημασία το ζήτημα αυτό στην περαιτέρω δίκη αναγωγής μεταξύ των πλειόνων ασφαλιστών. 3. Να έχουν συναφθεί δύο (2) συμβάσεις ασφαλίσεως, δηλαδή, μία για το ρυμουλκό και μία για το ρυμουλκούμενο.
Δεν εφαρμόζεται η διάταξη αυτή αν έχει συναφθεί μια μόνο σύμβαση ασφαλίσεως. Ενόσω προκαλείται ατύχημα σε τρίτο πρόσωπο από τον ενιαίο συρμό, γεννάται σε ολόκληρο ευθύνη των πλειόνων ασφαλιστών κατά την έννοια της ΑΚ 481 επ. Είναι αυτονόητο ότι η σε ολόκληρο ευθύνη των πλειόνων ασφαλιστών τελεί υπό την προϋπόθεση της ύπαρξης αστικής ευθύνης των συνδεομένων με το ρυμουλκό και το ρυμουλκούμενο προσώπων.
Τούτο, γιατί η ασφάλιση συνάπτεται για να καλύψει τέτοια αστική ευθύνη, όπως ειδικά ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ίδιου νόμου 489/1976, κατά την οποία ειδικότερα ορίζεται ότι "...η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου...".
Περαιτέρω, στη δίκη αναγωγής του άρθρου 6α παρ. 4 Ν. 489/1976 εναγόμενος ο ένας των δύο ασφαλιστών από τον παθόντα τρίτο θα δύναται, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, είτε με αυτοτελή αγωγή, να στραφεί κατά του άλλου ασφαλιστή για τη μεταξύ τους κατανομή της ζημίας. Η πρώτη ασκείται στα πλαίσια της δίκης αποζημίωσης για την περίπτωση που ο εναγόμενος ασφαλιστής ηττηθεί από τον παθόντα - ενάγοντα.
Η αυτοτελής αγωγή ασκείται όταν ο εναγόμενος στη δίκη αποζημίωσης πρώτος ασφαλιστής έχει ήδη ικανοποιήσει τον παθόντα. Στη δίκη αναγωγής αποτελεί αντικείμενο η κατανομή της ζημίας μεταξύ των αυτοκινήτων του ενιαίου συρμού (ρυμουλκού-ρυμουλκούμενου) και συνακόλουθα των ποσοστών που βαρύνουν κάθε ασφαλιστή.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 299, 330 εδ. β’ , 914 και 932 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση του θανατωθέντος προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, β) παράνομη και υπαίτια (επομένως και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση του θανάτου και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτελέσεως της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας.
Σχέση προστήσεως υπάρχει όταν στο πλαίσιο υφισταμένης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στον άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.
Τέτοια περίπτωση προστήσεως υπάρχει, όταν ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος ενός αυτοκινήτου εμπιστεύεται την οδήγησή του σε άλλο πρόσωπο - προστηθέντα οδηγό. Στην περίπτωση αυτή ο παραχωρήσας ή εμπιστευθείς την οδήγηση κάτοχος ή ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου χαρακτηρίζεται ως προστήσας, κατά την έννοια της ΑΚ 922.
Σχέση εξάλλου προστήσεως υπάρχει και στην περίπτωση που στο δικόγραφο της αγωγής δεν χρησιμοποιείται ρητώς η λέξη "πρόστηση", όμως παρατίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που τη συγκροτούν και την εξειδικεύουν. Η διάταξη θεσπίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος, δηλαδή ευθύνη ανεξάρτητη από ίδιο πταίσμα του προστήσαντος.
Επομένως, στον προστήσαντα δεν παρέχεται η δυνατότητα απαλλαγής του από την ευθύνη, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα (αμέλεια) ως προς την εκ μέρους του επιλογή του προστήσαντος ή ως προς την επίβλεψή του ή ως προς τις οδηγίες που του παρείχε, ούτε αν αποδείξει ότι ο προστηθείς είχε αναπτύξει πρωτοβουλία κατά την παροχή της υπηρεσίας, που του ανατέθηκε (ΑΠ 1003/2011, πρβλ.
επίσης ΑΠ 1409/2006).
Κατά το άρθρο 927 ΑΚ, εκείνος που κατά το άρθρο 926 του ίδιου Κώδικα κατέβαλε την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Το δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος του καθενός. Αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο βαθμός αυτός, η ζημία κατανέμεται μεταξύ όλων σε ίσα μέρη.
Η αναγνωριζόμενη από το πιο πάνω άρθρο αξίωση αναγωγής πηγάζει από την εσωτερική σχέση των περισσότερων συνυποχρέων. Είναι ίδια και αυτοτελής και στηρίζεται απευθείας στο νόμο, δηλαδή στο άρθρο 927 ΑΚ. Δεν είναι αξίωση από αδικοπραξία. Η αξίωση αυτή έχει ως προϋπόθεση, αφ’ ενός την ύπαρξη περισσότερων συνυποχρέων σε αποζημίωση κατά το άρθρο 926 ΑΚ και αφετέρου την καταβολή από έναν από αυτούς στον τρίτο ζημιωθέντα ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 926 ΑΚ, καθορίζονται στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις: α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας.
Στην πρώτη περίπτωση, η ζημία προέρχεται από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Στη δεύτερη περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από το νόμο αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας. Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής, αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης.
Περισσότεροι αντικειμενικά ευθυνόμενοι, είναι μεταξύ άλλων, ο οδηγός, ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς και ο ασφαλιστής μέχρι το ποσό του ασφαλίσματος για τη ζημία που προξένησε σε τρίτους το ασφαλισμένο αυτοκίνητο (άρθρ. 4, 9 ν. ΓΠΝ/1911, 10 παρ. 1 ν. 489/1979). Στην τρίτη περίπτωση η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσότερων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί, ποια συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία.
Όταν συντρέχει μια από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ. Εξ άλλου, στην περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν να αντιδικούν μεταξύ τους, ούτε ως προς την ύπαρξη, ούτε ως προς την έκταση της ευθύνης τους.
Στη δίκη αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα, αν εναχθούν περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν αυτοί να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφασή του, το βαθμό συμμετοχής τους στο ατύχημα. Αυτό θα κριθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνόμενων και είναι δυνατό, αν η αγωγή εξ αναγωγής γίνει δεκτή, να καθορισθεί χαμηλότερο το ποσό της αποζημιώσεως, το οποίο υποχρεώνεται ο εξ αναγωγής εναγόμενος να καταβάλει στον εξ αναγωγής ενάγοντα, οπότε η υπάρχουσα διαφορά θα μείνει σε βάρος του εναγομένου (στην κύρια αγωγή) και ενάγοντος (στην αγωγή εξ αναγωγής).
Δηλαδή, στη δίκη αναγωγής προσδιορίζεται εκ νέου το ύψος της οφειλόμενης αποζημιώσεως, το οποίο μπορεί να είναι διαφορετικό από το ύψος της αποζημιώσεως της δίκης αποζημιώσεως. Ακολούθως, με βάση το ποσό αυτό και την κατανομή των ποσοστών ευθύνης που θα καθορισθεί από το δικαστήριο θα προσδιοριστεί η οφειλή του εξ αναγωγής υπόχρεου (ΑΠ 1229/2013, ΑΠ 1370/2005).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ προϋπόθεση της αναγωγής είναι ότι ο συνοφειλέτης ικανοποίησε τον ζημιωθέντα εν όλω ή εν μέρει με καταβολή, συμψηφισμό ή άλλη παροχή με απαλλακτική ενέργεια. Μπορεί όμως η αναγωγή να ασκηθεί και πριν από την καταβολή και για την περίπτωση αυτή μέσω του μηχανισμού της διάταξης του άρθρου 69 παρ. 1 περ.
ε’ ΚΠολΔ.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 462/2017, ΑΠ 481/2012, ΑΠ 538/2012).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο με την παραβίαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, με το να απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή εξ αναγωγής, που αυτή είχε ασκήσει σε βάρος της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία η αναιρεσείουσα αξίωνε σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6α παρ. 4 του Ν. 489/1976 ως αποζημίωση για την κατανομή της ζημίας το ποσό των 56.691,84 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο ήμισυ του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που η αναιρεσείουσα είχε καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες-οικογένεια του θύματος, Μ. Γ., ο οποίος είχε τραυματιστεί θανάσιμα σε τροχαίο δυστύχημα που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του Ν. Τ., ασφαλισμένου από αυτήν οδηγού του ρυμουλκού οχήματος, με συρόμενο επικαθήμενο ρυμουλκούμενο όχημα, ιδιοκτησίας Κ. Β., του οποίου την αστική ευθύνη κάλυπτε η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και ο οποίος είχε προστήσει στην οδήγηση του ρυμουλκούμενου οχήματός του τον οδηγό του ρυμουλκού.
Επίσης, με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 6α παρ. 4 του Ν. 489/ 1976, την οποία δεν εφάρμοσε αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της και κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η αγωγή εξ αναγωγής της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 20-11-2012 (αρ. κατ. .../2012) αγωγή εξ αναγωγής, που παραδεκτά επισκοπείται κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ για τις ανάγκες των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, η ενάγουσα εξ αναγωγής και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία εκθέτει ότι, στις 16-4-2011, στην νήσο Ζάκυνθο συνέβη τροχαίο δυστύχημα κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο Μ.
Γ., ηλικίας 80 ετών, ότι οι συγγενείς του Δ., Ι. και Α. - Ε. (τέκνα του θύματος) και οι εγγονές του, Ι. και Γ. Γ., άσκησαν εναντίον αυτής και του ασφαλισμένου από αυτήν οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου την από 22-11-2011 (αρ. κατ. ...2011) κύρια αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι το δυστύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου κυρίως εναγομένου, Ν.
Τ., οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκινήτου - ρυμουλκού με το επικαθήμενο ρυμουλκούμενο με αρ. κυκλοφορίας ... ως ενιαίος συρμός, τον οποίο κάλυπτε ασφαλιστικά η 2η κυρίως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία - ενάγουσα εξ αναγωγής, ότι με την κύρια αγωγή (η οποία σημειωτέον είχε επισυναφθεί αυτούσια στην αναγωγή) οι συγγενείς αξίωναν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα οριζόμενα στην κύρια αγωγή ποσά, ότι επί της άνω κύριας αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 2032/2012 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο οδηγός του ρυμουλκού, Ν.
Τ. με συνδεδεμένο ως ενιαίο συρμό το ρυμουλκούμενο, ιδιοκτησίας Κ. Β., ότι ειδικότερα, η άνω απόφαση επί της κύριας αγωγής δέχτηκε αυτολεξεί τα ακόλουθα κατά το ενδιαφέρον μέρος της υπόθεσης, όπως αυτούσια επισυνάφθηκε στην αναγωγή (σελ. 17 και 18 αυτής): "Την 16-4-2011 και ώρα 12.30 περίπου, ο Μ. Γ. του Ι., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλο μοτοποδήλατο στη Ζάκυνθο, εκινείτο κανονικά, με μικρή ταχύτητα, στην ανώνυμη δημοτική οδό ..., με κατεύθυνση προς ..., στο άκρο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας του. Ο ανωτέρω δρόμος έχει πλάτος 6,20 μ., δύο ρεύματα κυκλοφορίας και κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ημέρα, η κατάσταση της οδού ήταν υγρή λόγω βροχόπτωσης και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 50 χλμ/ώρα (βλ.
έκθεση αυτοψίας). Την ίδια στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, μετά του υπ’ αριθμ. ... ρυμουλκούμενου, ιδιοκτησίας του Κ. Β., το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της ίδιας οδού, με αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν του οδηγού του μοτοποδηλάτου, προς ....
Όταν αυτός, εξήρχετο από δεξιά στροφή, ξέφυγε από τον πορεία του, λόγω της ολισθηρότητος του οδοστρώματος καθώς εκείνη τη στιγμή έβρεχε, πλαγιολίσθησε και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε με σφοδρότητα με το οπίσθιο αριστερό μέρος του ρυμουλκούμενου στο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Μ.
Γ., με αποτέλεσμα να εκσφενδονιστούν τόσο το μοτοποδήλατο όσο και ο οδηγός του σε παρακείμενο χανδάκι ομβρίων υδάτων, βάθους 2 μ. Από τα παραπάνω περιστατικά, συνάγεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής του μέσου συνετού οδηγού και ανεπιτηδειότητα στην οδήγηση, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.
Συγκεκριμένα οδηγούσε απρόσεκτα και με ταχύτητα μεγαλύτερη του κατά τις περιστάσεις και τις συνθήκες της οδού (δημοτικός δρόμος, στροφή, ολισθηρότητα οδοστρώματος, βροχή) επιτρεπτού, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του, να ξεφύγει από την πορεία του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να επιπέσει στο μοτοποδήλατο (12 § 1, 16 § 4, 18 § 1, 19 § 1, 2, 3 του ΚΟΚ και 330 εδ.
β’ του ΑΚ). Στην επέλευση δε του ατυχήματος, δεν συνετέλεσε υπαίτια συμπεριφορά του Μ. Γ., καθόσον αυτός εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και μόλις αντιλήφθηκε από αριστερά του την κίνηση του πρώτου εναγομένου δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση, λόγω της αιφνίδιας και όλως απρόβλεπτης παρεμβολής του φορτηγού στην πορεία του.
Άλλωστε, και ο πρώτος εναγόμενος, στην υπεύθυνη δήλωση που κατέθεσε στην ασφαλιστική του εταιρία ανέφερε ότι σε στροφή του δρόμου δίπλωσε η ρυμούλκα του, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουσθεί με το διερχόμενο μοτοποδήλατο, με αποτέλεσμα να προκληθούν υλικές ζημίες και ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού του δικύκλου.
Εξάλλου, την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος δεν αμφισβήτησαν ούτε οι εναγόμενοι, έτσι ώστε συνάγεται έμμεση ομολογία αυτών ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη...". Επίσης στην αγωγή εξ αναγωγής εκτίθεται ότι με την άνω απόφαση υποχρεώθηκαν οι τότε κυρίως εναγόμενοι, δηλαδή ο υπαίτιος οδηγός και η ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτού, να καταβάλουν στους κυρίως ενάγοντες - συγγενείς τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Στη συνέχεια η ενάγουσα εξ αναγωγής και ήδη αναιρεσείουσα, εκθέτει ότι σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης κατέβαλε στους κυρίως ενάγοντες - τέκνα του θύματος, συνολικά το ποσό των 93.383,69 ευρώ και συμβιβαστικά με τους γονείς των ανηλίκων εγγονών 20.000 ευρώ και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες 113.383,69 ευρώ, σύμφωνα με τις συνημμένες στην αναγωγή αποδείξεις πληρωμής.
Ακολούθως, η ενάγουσα εξ αναγωγής και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία εκθέτει στην αναγωγή (βλ. σελ. 41 αυτής) ότι αυτή ασφάλιζε τον τράκτορα - ρυμουλκό με αρ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Ν. Τ., οδηγού του ενιαίου συρμού, με βάση το υπ’ αρ. ... ισχυρό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, για το χρονικό διάστημα από 13-8-2010 έως 13-8-2011 και άρα και κατά το χρόνο του δυστυχήματος (16-4-2011) και ότι το επικαθήμενο - ρυμουλκούμενο με αρ.
κυκλοφορίας ..., ιδιοκτησίας του Κ. Β. ήταν ασφαλισμένο στην εξ αναγωγής εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με διαφορετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο και ειδικότερα, με το υπ’ αρ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, για το χρονικό διάστημα από 31-3-2011 έως 30-6-2011. Ακολούθως, στην αγωγή εξ αναγωγής, αφού παρατίθεται το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 6α παρ. 4 του Ν. 489/1976 εκτίθενται αυτολεξεί τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, εγώ η ασφαλιστική εταιρία: "...", την οποία με ενήγαγαν (μαζί με τον οδηγό του ησφαλισμένου μου ...
ΔΧΦ ρυμουλκού Ν. Τ.) οι προαναφερθέντες κυρίως ενάγοντες Δ. Γ. του Μ. και Μ. κλπ, επειδή κατά τον χρόνον του ατυχήματος το πιο πάνω ..., ήτο συνδεδεμένο με το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ρυμουλκούμενο, εγώ δε ως εναγομένη, υποχρεώθηκα να εξοφλήσω την με αριθμό 2032/2012 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών, και συμβιβαστικά τους ανηλίκους ενάγοντες ως εκπροσωπήθηκαν από τους γονείς τους, κατά τα ως άνω λεπτομερώς και πλήρως ορισμένως περιγραφέντα, καταβάλλουσα συνολικά σε όλους αυτούς, σύμφωνα με τα ιστορηθέντα ως άνω λεπτομερώς το συνολικό ποσό των 113.383,69 ΕΥΡΩ, σύμφωνα δε με την προαναφερθείσα διάταξη του π.δ. 237/1986 όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/14.5.2007 (ΦΕΚ Α’ 100/14.5.07) με το οποίο προστέθηκαν και τα άρθρα 6α παρ. 1, 2, 3, 4 και 6β στο ως άνω π.δ. 237/1986, σύμφωνα με τη διάταξη του προστεθέντος στο ως άνω π.δ. 237/1986 άρθρου 6α παρ. 4 ΕΧΩ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΝΑΓΩΓΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ που είχε ασφαλισμένο κατά τον χρόνο της ένδικης σύγκρουσης το με αριθμό ...
ρυμουλκούμενο όχημα δηλαδή κατά της δεύτερης των ως άνω εναγομένων, και με την επέκταση και κατά του ιδιοκτήτη αυτού, πρώτου των εναγομένων, η οποία θα ζητήσω την κατανομή της ζημίας αυτής και στην προκείμενη περίπτωση, να μου καταβάλλει η ώδε εναγομένη ασφαλιστική εταιρία το 50% του ως άνω καταβληθέντος από εμένα προς τους ζημιωθέντες τρίτους συνολικού ποσού των 113.383,69 ΕΥΡΩ, δηλαδή το ποσό των 113.383,69 χ 50% = 56.691,84 (πενήντα έξη χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα ενός χιλιάδων και 0,84) ΕΥΡΩ, όπερ και πράττω ήδη με την αγωγή μου αυτή.
Επειδή, σύμφωνα με τα ως άνω λεπτομερώς περιγραφέντα στο ιστορικό της υπό κρίση αυτής αγωγής - αναγωγής μου κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, η εναγομένη είναι νόμω υπόχρεη να μου καταβάλλει το συνολικό ποσό των 56.691,84 ΕΥΡΩ...". Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι επί της αναγωγής εκδόθηκε η οριστική υπ’ αρ. 1827/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία άρθρ. 681 ΚΠολΔ), η οποία απέρριψε την αγωγή εξ αναγωγής ως αόριστη.
Η εξ αναγωγής ενάγουσα - ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 18-9-2013 (αρ. κατ. ...2013) έφεσή της, με την οποία ζήτησε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει δεκτή η αναγωγή της, που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρ. 6α παρ. 4 Ν. 489/1976. Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που υιοθετώντας την αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση κρίνοντας ότι η αγωγή εξ αναγωγής της ήδη αναιρεσείουσας είναι αόριστη.
Ειδικότερα, για το ερευνώμενο με τους 1ο και 2ο αναιρετικούς λόγους ζήτημα το Εφετείο, αφού παρέθεσε εν συντομία το ιστορικό της υπόθεσης, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, η ενάγουσα εκθέτει ότι το ως άνω φορτηγό (ρυμουλκό) ήταν μεν ασφαλισμένο στην ίδια, πλην όμως το ρυμουλκούμενο ήταν ασφαλισμένο στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία "..." και ισχυρίζεται έτσι, με επίκληση του άρθρ. 6α § 4 ν. 489/1976, το οποίο προστέθηκε με το άρθρ. 4 ν. 3557/2007 και προβλέπει την εις ολόκληρον ευθύνη των ασφαλιστών του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, ότι έχει δικαίωμα να ζητήσει την κατανομή της ζημίας σε βάρος της εναγομένης και να αξιώσει αναγωγικά από την τελευταία το 50% του ποσού που κατέβαλε στους συγγενείς του θανόντος.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει το ποσό των (113.383,69 χ 50% =) 56.691,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως (άρθρ. 216 § 1 στοιχ. α’ ΚΠολΔ), καθόσον στο δικόγραφο αυτής δε γίνεται επίκληση της συνυπαιτιότητας της εναγομένης, των περιστατικών της συνυπαιτιότητάς της και σε τί συνίσταται αυτή καθώς και της αιτιώδους συμβολής της τυχόν συνυπαιτιότητάς της στην πρόκληση της ζημίας των δικαιούχων της αποζημίωσης.
Δηλαδή η ενάγουσα δεν επικαλείται περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν ότι το αίτιο του ατυχήματος συνδέεται με το ρυμουλκούμενο που ασφάλιζε η εναγόμενη και ότι αφορά συνυπαιτιότητα των προσώπων που σχετίζονται με το ρυμουλκούμενο (λ.χ. τυχόν ρήξη του συνδέσμου του ρυμουλκούμενου με το ρυμουλκό λόγω ελαττώματος του ρυμουλκούμενου, τυχόν κακή στοιβασία του φορτίου του ρυμουλκούμενου).
Αντιθέτως, μάλιστα, η ενάγουσα εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή ότι αποδέχθηκε την υπ’ αριθμ. 2032/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι η εκτροπή και πρόσκρουση του ρυμουλκούμενου στο μοτοποδήλατο του Μ. Γ. και ο θανάσιμος τραυματισμός του τελευταίου οφείλονταν αποκλειστικά σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του ρυμουλκού (φορτηγού), το οποίο και ήταν ασφαλισμένο σε εκείνη για την αστική ευθύνη προς τρίτους από την κυκλοφορία του.
Εξάλλου, το πιο πάνω συμπέρασμα, της αοριστίας της αγωγής, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το άρθρ. 6α § 4 ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", το οποίο προστέθηκε με το άρθρ. 4 ν. 3557/2007 -καταργώντας την μέχρι τότε ισχύουσα, από το άρθρ. 21 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., αρχή της επικουρικότητας της ασφάλισης του ρυμουλκούμενου έναντι της ασφάλισης του ρυμουλκού- προβλέπει ότι "αν προκληθεί ατύχημα από ρυμουλκό όχημα που συνδέεται με ρυμουλκούμενο, οι ασφαλιστές του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου οχήματος, αντίστοιχα, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι των ζημιωθέντων τρίτων και η ευθύνη αυτών περιορίζεται μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των σχετικών συμβάσεων, επιφυλασσομένου σε αυτούς του δικαιώματος της εκατέρωθεν αναγωγής για την κατανομή της ζημίας".
Και τούτο διότι, η εις ολόκληρον ευθύνη του ασφαλιστή του ρυμουλκού και του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου, η οποία προβλέπεται με την πιο πάνω διάταξη (άρθρ. 6α § 4 ν. 489/1976), τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της ύπαρξης αστικής ευθύνης (παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη) τόσο των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκό όσο και των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκούμενο, αφού ο νομοθέτης δεν θέλησε την οπωσδήποτε ευθύνη αμφοτέρων των ασφαλιστών ανεξάρτητα από την ύπαρξη αστικής ευθύνης των προσώπων που συνδέονται με τα αντίστοιχα τμήματα (ρυμουλκό - ρυμουλκούμενο) του ενιαίου συρμού.
Κατόπιν των παραπάνω η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (λόγω της αοριστίας αυτής), όπως ορθά εφαρμόζοντας τις πιο πάνω διατάξεις έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτόμενου του λόγου της έφεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα ως μη νόμιμου. Κατόπιν αυτών η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της εφεσιβλήτου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος της εκκαλούσας...".
Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο εσφαλμένα δέχεται ότι η αγωγή εξ αναγωγής ήταν αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη, εφόσον, σύμφωνα με το αναλυτικό περιεχόμενο της αναγωγής, όπως προηγουμένως έχει παρατεθεί, η αγωγή εξ αναγωγής ήταν αρκούντως ορισμένη και περιείχε με πληρότητα όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, δηλαδή περιείχε με επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αναγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 6α παρ. 4 του Ν. 489/ 1976.
Πιο συγκεκριμένα, στην αναγωγή αναφέρονται τα θεμελιωτικά στοιχεία της ως άνω διάταξης και ειδικότερα: 1) ότι το ρυμουλκό με το συνδεδεμένο σ’ αυτό ρυμουλκούμενο κατά τη σύγκρουση, προκάλεσε, ως ενιαίος συρμός, το δυστύχημα, διότι το οπίσθιο αριστερό μέρος του ρυμουλκούμενου εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (δίπλωσε η ρυμούλκα), χωρίς να ερευνάται έναντι των τρίτων ζημιούμενων, από ποιο όχημα προκλήθηκε η σύγκρουση, διότι έναντι των τρίτων, υπαίτιος είναι ο ενιαίος συρμός, 2) ότι η κυριότητα του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου ανήκει σε διαφορετικά φυσικά πρόσωπα, 3) ότι είχαν συνταχθεί δύο ξεχωριστά ασφαλιστήρια συμβόλαια, που ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο του δυστυχήματος, 4) ότι, ειδικότερα, τον Κ.
Β., ιδιοκτήτη του επικαθήμενου - ρυμουλκούμενου, καλύπτει ασφαλιστικά η ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ..., τότε εξ αναγωγής - εναγομένη, με έγκυρη σύμβαση ασφάλισης και συνεπώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 489/1976 η αναιρεσίβλητη καλύπτει την αστική ευθύνη, όχι μόνον του ασφαλισμένου σ’ αυτήν, ιδιοκτήτη, Κ.
Β., αλλά και τον προστηθέντα από αυτόν, κατ’ άρθρ. 922 ΑΚ, στην οδήγηση του ρυμουλκούμενου ως ενιαίου συρμού, οδηγού του ρυμουλκού, Ν. Τ.. Και είναι μεν αληθές ότι στην αναγωγή δεν αναφέρεται ρητά ο όρος "πρόστηση", όμως παρατίθενται, όλα τα πραγματικά περιστατικά που την συγκροτούν και την εξειδικεύουν. Επομένως, στην αγωγή εξ αναγωγής εκτίθεται η αστική ευθύνη όλων των προσώπων, που συνδέονται με τον ενιαίο συρμό, δηλαδή του οδηγού του τράκτορα - ρυμουλκού, Ν.
Τ. και της ασφαλιστικής αυτού εταιρείας - ήδη αναιρεσείουσας και του Κ. Β., ιδιοκτήτη του προσδεδεμένου σ’ αυτόν, ως ενιαίου συρμού, ρυμουλκούμενου, ο οποίος είχε προστήσει κατ’ άρθρ. 922 ΑΚ στην οδήγηση αυτού (εφόσον το ρυμουλκούμενο δεν έχει αυτοδύναμη κίνηση) τον οδηγό του ρυμουλκού.
Συνεπώς, τα άνω πρόσωπα, φυσικά και νομικά ευθύνονται αντικειμενικά (άρθρα 4, 9 Ν. ΓΠΝ/1911 και άρθρο 10 παρ. 1 Ν. 489/1976) έναντι των τρίτων ζημιούμενων και γεννάται κατά το άρθρο 6α παρ. 4 του Ν. 489/1976, σε ολόκληρο ευθύνη των ασφαλιστών έναντι των τρίτων και συνακόλουθα, όταν ο ένας εξ αυτών, όπως εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, ικανοποιήσει τον τρίτο ζημιωθέντα, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του ετέρου ασφαλιστή.
Όλα τα ανωτέρω στοιχεία εμπεριέχονται με πληρότητα στην αγωγή εξ αναγωγής και το Εφετείο, που έκρινε αόριστη αυτήν και την απέρριψε ως απαράδεκτη, παρά το νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Παράλληλα, το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 6α παρ. 4 του Ν. 489/1976, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 927, 481 -482 ΑΚ, με τη μη εφαρμογή τους, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για να εφαρμοστούν οι ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις απαιτώντας περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, για τη γέννεση του δικαιώματος αναγωγής της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας (ενάγουσα εξ αναγωγής).
Σημειώνεται, ότι όσα ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, περί μη ευθύνης της, διότι το ρυμουλκούμενο δεν είχε αποσυνδεθεί κατά τη σύγκρουση και ότι συνεπώς, δεν ενεργοποιήθηκε η ασφάλιση του ρυμουλκούμενου και ότι επομένως, μόνον ο ασφαλιστής του ρυμουλκού ευθύνεται, στηρίζονται στην Αρχή της Επικουρικότητας της ευθύνης του ρυμουλκούμενου, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν δίκαιο, εφόσον η Αρχή της Επικουρικότητας, καταργήθηκε από το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007 και συνεπώς δεν ίσχυε κατά το χρόνο του δυστυχήματος (16-4-2011).
Κατόπιν όλων αυτών ο 1ος και ο 2ος συναφής λόγος της αίτησης αναίρεσης (δικονομικό απαράδεκτο και ευθεία παραβίαση του άρθρου 6α παρ. 4 του Ν. 489/1976) πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι. Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια των κατά τα ανωτέρω γεννώμενων δεκτών αναιρετικών λόγων οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση του 3ου αναιρετικού λόγου, που επίσης αποβλέπει στην αποδοχή της αναίρεσης και πλήττει το ίδιο κεφάλαιο της αναγωγής, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο 3ος λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι και απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς, δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (ΑΠ Ολ. 44/1990, ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 101/2005).
Συμπερασματικά κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ώστε να ερευνηθεί η αγωγή εξ αναγωγής και κατ’ ουσίαν. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 περ. Β’ δ’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσιβλητη λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 5124/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση της από 20-11-2012 (αρ. κατ. .../2012) αγωγής εξ αναγωγής στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή.
Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο, που έχει καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσιβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ