1976/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριο του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστουρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι το επώνυμο του αναιρεσιβλήτου είναι "Δ." και όχι "Δ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated1976/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1976 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1976/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριο του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστουρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "INTERNATIONAL LIFE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που υπεισήλθε νόμιμα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της "ING ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ" λόγω συγχώνευσης με εξαγορά της τελευταίας από την πρώτη, που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "ING ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΣΙΤΕΙΑΣ", πρώην ""ING ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ING ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πολυξένη Μπαλτά και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Δ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι το επώνυμο του αναιρεσιβλήτου είναι "Δ." και όχι "Δ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4160/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1184/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από αίτηση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο άνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 8/9/2014 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ.1 Ν. 1569/1985, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ 4 του Ν.2496/1997 "1. Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει έναντι προμήθειας λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων η ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων, για την πρόσκτηση εργασιών.
Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με την ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον μεσίτη ασφαλίσεων είναι σύμβαση έργου (ΑΠ 105/2012, ΑΠ 1038/2011). Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη (ΑΠ 317/2009 ΑΠ 1198/2009).
Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.4 του ν. 1569/1985 [όπως το πρώτο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 8 του V.2496/1997] η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και επί ασφαλιστικών συμβούλων (ΑΠ 105/2012, ΑΠ 12/2009, ΑΠ 860/2008). "Αν για οποιονδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η πρακτοριακή σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον πράκτορα προμήθεια τριών ετών που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί, για αυτό το διάστημα, να παραμένει στην επιχείρηση στο μέτρο που θα την εδικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί ή λήξει η σύμβαση.
Δεν οφείλεται προμήθεια, αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του πράκτορα (ασφαλιστικού συμβούλου), που συνεπάγεται ποινική ή αστική ευθύνη του ή λύθηκε με πρωτοβουλία του πράκτορα". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 700 του ΑΚ συνάγεται ότι, η έννομη σχέση του ασφαλιστικού συμβούλου έχει εκ του νόμου χαρακτήρα μισθώσεως έργου, παρέχεται δε δικαίωμα στην εργοδότρια ασφαλιστική εταιρία να καταγγείλει τη σύμβαση, καταβάλλοντας την οφειλόμενη για το εκτελεσθέν έργο αμοιβή και την επιπλέον ειδικώς προβλεπόμενη προμήθεια τριών ετών, στο μέτρο που η παραγωγή του ασφαλιστικού συμβούλου παραμένει στην επιχείρηση για το διάστημα αυτό, εκτός αν η καταγγελία της σύμβασης από την εταιρία οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του αντισυμβαλλομένου της, συνεπαγόμενο αστική ή ποινική ευθύνη του, δηλαδή έγινε για σπουδαίο λόγο, συνεπεία αθετήσεως τόσο ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων εκείνου, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για την εργοδότρια, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως. (ΑΠ 105/2012, ΑΠ 12/2009, ΑΠ 860/2008).
Tο δικαίωμα της καταγγελίας υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ και μπορεί να αποκρουσθεί, αν η άσκηση του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του (ΑΠ 105/2012). Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 697/12, ΑΠ 1495/09). Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος όμως δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 880/10, ΑΠ 935/14).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την τρίτη αναιρεσείουσα η, κατ'ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωση των εκτιθεμένων, από τον αριθμό 14 και όχι 1 του αρθρ.559 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο έκρινε ορισμένη, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της έφεσής της κατά της ομοίως κρινάσας 4160/2011 πρωτόδικης απόφασης του Μον/λους Πρωτ.Αθηνών, την κατ'αυτής αγωγή του αναιρεσιβλήτου με την οποία ο τελευταίος, επικαλούμενος λύση, λόγω καταγγελίας, χωρίς σπουδαίο λόγο, εκ μέρους της πρώτης της μεταξύ τους λειτουργήσασας σύμβασης πρακτόρευσης, ζήτησε την επιδίκαση σ'αυτόν των από τη διάταξη του αρθ.4 παρ.4 ν.1569/85, όπως ισχύει, προβλεπομένων προμηθειών για χρονικό διάστημα τριών, από τη λύση της σύμβασης και εφεξής, ετών, παραλείποντας να κηρύξει το απαράδεκτο του ενδίκου αγωγικού δικογράφου λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη αναλυτικής εξειδίκευσης των θεμελιωτικών των απαιτουμένων προμηθειών πραγματικών περιστατικών (είδος εκάστης ασφαλιστικής συμβάσεως ως ισόβιας, μικτής και απλής, χρονική διάρκεια αυτών, ποσοστό προμήθειας προσδιοριζόμενο από είδος ασφάλισης).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη, από 23-12-09 αγωγή του ισχυρίστηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω για την έκβαση της δίκης ζήτημα, τα παρακάτω: "Με βάση την από 1/1/2001 σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου ζωής που συνήψα με την τρίτη (αναιρεσείουσα) αντίδικο υφίστανται σήμερα ενεργά τα κατωτέρω αναφερόμενα ασφαλιστικά συμβόλαια πελατών μου, τα οποία θα παραμείνουν στην ως άνω εταιρεία και τα επόμενα τρία μετά την καταγγελία τής μεταξύ μας συμβάσεως έτη (2010, 2011, 2012) και για τα οποία θα δικαιούμην, αν παρέμενα ασφαλιστικός σύμβουλός της, να εισπράξω από αυτήν σε ετήσια βάση την εξής προμήθεια:
[Σημειώνεται ότι στην πρώτη στήλη του ανωτέρω πίνακα αναφέρεται το ονοματεπώνυμο του πελάτη μου, στη δεύτερη ο κλάδος της ασφάλισης, στην τρίτη ο αριθμός του συμβολαίου που συνήψε με την τρίτη αντίδικο, στην τέταρτη η ημερομηνία έναρξης της ασφάλισης, στην πέμπτη τα καθαρά ασφάλιστρα που ετησίως καταβάλλει έκαστος πελάτης μου και στην έκτη η ετήσια προμήθειά μου επί εκάστου συμβολαίου].
Με βάση τα ανωτέρω, η δικαιούμενη να ληφθεί από εμένα προμήθειά μου από την τρίτη αντίδικο για την περίοδο 1/12/2009 έως 1/12/2012 και η οποία μου οφείλεται από αυτήν βάσει των άρθρων 4 παρ.4 και 16 παρ.3 ν. 1569/1985 σε συνδυασμό με τους όρους Π και Δ2 της μεταξύ μας από 1/1/2001 συμβάσεως, ανέρχεται στο ποσόν των 5.922, 67 (ετήσια προμήθεια) Χ 3 έτη = 17.768 €, την οποία αυτή μου οφείλει νομιμοτόκως από την 1/12/2009." Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η οποία απέρριψε ως αβάσιμο τον πρωτοδικώς επίσης απορριφθέντα και με την ασκηθείσα από την τρίτη αναιρεσείουσα (εναγομένη) έφεση επαναφερθέντα ισχυρισμό αοριστίας, δεχθείσα ότι "ο ενάγων προσδιορίζει επαρκώς το αιτούμενο, λόγω προμηθειών, ποσό παραθέτοντας στην αγωγή του ενσωματωμένες καταστάσεις, υπό μορφή πινάκων με στήλες, που αποτελούσαν ενιαίο και αναπόστατο τμήμα αυτής (αγωγής), στις οποίες αναφέρονται αναλυτικά:
τα ονόματα των ασφαλισμένων πελατών του, ο αριθμός κάθε συμβολαίου, το είδος και ο κλάδος ασφάλισης, η ημερομηνία έναρξης της ασφαλιστικής σύμβασης, το ποσό των εισπραχθέντων καθαρών ασφαλίστρων και η προμήθεια που αντιστοιχούσε από κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με βάση την μεταξύ αυτού και της τρίτης εναγομένης σύμβαση (την οποία σημειωτέον η εναγομένη κατείχε και γνώριζε), επιπλέον δε ανέφερε ρητά στην αγωγή ότι τα παραπάνω συμβόλαια είναι και θα παρέμεναν ενεργά στην τρίτη εναγόμενη για χρονικό διάστημα τριών ετών μετά την καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης και ότι αυτή εξακολουθεί να καρπώνεται τα ασφάλιστρα". (βλ. 7ο και 8ο φύλλο προσβαλλομένης).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παράλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, της ένδικής αγωγής του αναιρεσιβλήτου, αφού στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται όλα, τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 4 παρ.4 ν.1569/85 απαιτούμενα για την πληρότητά του, στοιχεία και ειδικότερα ο αριθμός εκάστης ασφαλιστικής σύμβασης, το ονοματεπώνυμο των ασφαλισθέντων με κάθε μία απ'αυτές προσώπων, ο κλάδος ασφάλισης, ο χρόνος έναρξης των ασφαλιστικών συμβάσεων, το ποσό των ασφαλίστρων κάθε ασφαλιστικής σύμβαση και το ύψος της δικαιούμενης προμήθειας του αναιρεσιβλήτου, μη όντας αναγκαίου, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η εν λόγω αναιρεσείουσα, του περαιτέρω προσδιορισμού εκάστης ασφαλιστικής συμβάσεως ως ισόβιας, μικτής ή απλής ούτε της χρονικής διάρκειας αυτών αφού η έλλειψη των εν λόγω στοιχείων, τα οποία μπορεί να προκύψουν από τις αποδείξεις, δεν καθιστά αδύνατη ούτε την κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με τη νομιμότητα του κονδυλίου αυτού της αγωγής ούτε την άσκηση ανταπόδειξης από την εναγομένη - αναιρεσείουσα απορριπτομένης συνακολούθως ως αβάσιμα της προσβαλλομένης με τον παραπάνω λόγο αιτιάσεως.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται επί παραβάσεως κανόνων μονό του ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί των δικαιοπραξιών, αποκλειομένης, συνακολούθως, της εφαρμογής αυτού για τον έλεγχο παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που καθορίζουν τα όργανα, τον τρόπο και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 609/08, ΑΠ 1140/05, ΑΠ 405/04).
Τέτοιος δε κανόνας δικονομικού δικαίου είναι και ο προβλεπόμενος στο άρθρο 69 ΚΠολΔ (ΑΠ 1913/2007) με το οποίο καθιερώνεται η προληπτική δικαστική προστασία του δανειστή στις προβλεπόμενες σ'αυτό περιπτώσεις στις οποίες το δικαίωμα του τελευταίου είναι μεν κεκτημένο αλλά μη απαιτητό, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ζητείται η επιδίκαση παροχής που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον.
Τέτοια δε περίπτωση συνιστά και η επιδίκαση των προβλεπομένων από το αρθ.4 παρ.4 ν.1569/1985 όπως ισχύει, προμηθειών για το μετά την συζήτηση της αγωγής και μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας από τη λύση της σύμβασης πρακτόρευσης χρονικό διάστημα αφού η περί της παροχής αυτών (προμηθειών) υποχρέωση της τρίτης αναιρεσείουσας δεν εξαρτάται από την αντιπαροχή του δανειστή ασφαλιστικού συμβούλου.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την τρίτη αναιρεσείουσα η από το αρθ.559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 69 ΚΠολΔ και 4 παρ.4 ν.1569/1985, δεν απέρριψε ως προώρως ασκηθείσα αλλά έκρινε παραδεκτή, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της έφεσής της κατά της ομοίως κρινάσας ως άνω πρωτόδικης απόφασης (4160/11 Μον/λούς Πρωτ.Αθηνών), την ένδικη κατ'αυτής αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά το μέρος με το οποίο ζητήθηκε από τον τελευταίο (αναιρεσίβλητο) η επιδίκαση των από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.4 του ν.1569/1985, όπως αυτό ισχύει, προβλεπομένων, λόγω λήξης της μεταξύ τους λειτουργήσασας πρακτοριακής σύμβασης, προμηθειών και για το μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (28.9.2011) χρονικό διάστημα κατά το οποίο το αγωγικό δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν απαιτητό.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος μεν ως απαράδεκτος κατά το μέρος που επιχειρείται η θεμελίωσή του στην διάταξη του άρθρου 69 ΚΠολΔ καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σχετική μείζονα σκέψη, δεν ιδρύεται επί παραβάσεως κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως είναι και η επικαλούμενη διάταξη του αρθρ.69 ΚΠολΔ, την οποία εσφαλμένως η ως άνω αναιρεσείουσα υπολαμβάνει ως διάταξη του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1913/2007), κατά το μέρος δε που επιχειρείται η θεμελίωσή του στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.4 ν.1569/1985 ως αβάσιμος καθόσον η και από την αναιρεσείουσα συνομολογούμενη, λύση, λόγω καταγγελίας, της ένδικης πρακτοριακής σύμβασης, καθιστά κεκτημένο το παρεχόμενο από την εν λόγω διάταξη δικαίωμα λήψης προμηθειών τριών ετών, για το οποίο (δικαίωμα), ως μη εξαρτώμενο από αντιπαροχή, είναι δυνατή, κατά τα προεκτεθέντα, η προληπτική, μέσω του αρθρ.69 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του δικαιούται να αξιώσει: α)την άρση της προσβολής, β)την παράλειψη της στο μέλλον, γ)αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ.ΑΚ) και δ)χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, για την προαναφερθείσα αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται, επιπλέον, σχετική υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας κάποιου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής.
Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως ισχυρισμός θεωρείται ανακοίνωση που προέρχεται εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή από μετάδοσης εκ τρίτου προσώπου, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης.
Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ.
Αντικείμενο της προσβολής είναι η τιμή κα! η υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'-δ' του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρου 367 ΠΚ για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. του ΑΚ. Επομένως, με την κατά τα άνω άρση του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωση του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης του άρθρου 363 ΠΚ, η όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. (ΑΠ 1455/14).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ1254/10, ΑΠ 179, 495/13).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).
Με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από τις αναιρεσείουσες οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 36 παρ.8 ν.2496/97, 57, 59, 914, 920 ΑΚ και 367 ΠΚ, έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη την κατ'αυτών από τον αναιρεσίβλητο ασκηθείσα και επί των εν λόγω διατάξεων θεμελιωθείσα από (23-12-09) αγωγή με την οποία ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) ζήτησε την καταψήφιση της μεν τρίτης αναιρεσείουσας στην προς αυτόν καταβολή των προβλεπομένων από τη διάταξη του αρθ.36 παρ.8 ν.2496/97 προμηθειών, λόγω λύσεως της μεταξύ τους υφισταμένης σύμβασης πρακτόρευσης, όλων δεν των αναιρεσειουσών στην επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης λόγω της ηθικής βλάβης που φέρεται ότι υπέστη από την σε βάρος του διαπραχθείσα απ'αυτές (αναιρεσείουσες) αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση), δεχθείσα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, αφενός τη συνδρομή των προς επιδίκαση των αιτουμένων προμηθειών προβλεπομένων από τα ως άνω διατάξεις προϋποθέσεων και αφετέρου την κατάφαση της επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτών παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την αιτηθείσα επιδίκαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' αρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τ' ακόλουθα αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), ο οποίος δραστηριοποιείται στο χώρο των ασφαλιστικών συμβάσεων, ασκώντας νόμιμα το επάγγελμα του ασφαλιστικού συμβούλου, συνήψε, την 1/1/2001, με την ασφαλιστική εταιρεία "Nationale Nederlanden Ελληνική Ανώνυμη εταιρεία γενικών ασφαλειών", η οποία στη συνέχεια απορροφήθηκε από την εταιρεία "ING ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ" και η τελευταία, το έτος 2010, απορροφήθηκε λόγω εξαγοράς, από την πρώτη εκκαλούσα "INTEPNATIONAL LIFE ανώνυμος εταιρεία γενικών ασφαλίσεων", σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου γενικών ασφαλίσεων αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να διαμεσολαβεί έναντι αμοιβής (προμήθειας) μεταξύ της εταιρείας και του κοινού, με αποκλειστικό σκοπό την παρουσίαση, πρόταση και προπαρασκευή ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής επιχείρησης.
Παρόμοιες συμβάσεις και με το ίδιο περιεχόμενο συνήψε ο ενάγων στις 26/1/2005 με την δεύτερη εναγομένη (υπό την προηγούμενη επωνυμία της "ING Ελληνική Ανώνυμη Εταιρία Πρακτόρευσης Γενικών Ασφαλειών") και την 1/1/2001 με την εταιρεία "Nationale Nederlanden",την οποία αργότερα απορρόφησε η τρίτη εναγομένη-εκκαλούσα. Κατά τη διάρκεια λειτουργίας της τελευταίας αυτής σύμβασης, ο ενάγων συνήψε, στις 15/3/2001 και νέα σύμβαση παροχής - υπηρεσιών αορίστου χρόνου, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση προώθησης και διάθεσης προς το επενδυτικό κοινό μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία διέθετε και διαχειριζόταν η εταιρεία "ING Ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, ενώ στις 3/4/2003 συνήψε επίσης σύμβαση παροχής υπηρεσιών ασφαλιστικού συμβούλου για την προώθηση προϊόντων της εταιρείας "Τράπεζα Πειραιώς".
Για την παροχή των ως άνω υπηρεσιών του, σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, καθορίστηκε, με ρητό όρο των επίδικων συμβάσεων, η αμοιβή (προμήθεια) του ενάγοντος, η οποία προσδιορίστηκε στα αναφερόμενα ποσοστά, ανά ασφαλιστική κατηγορία κινδύνων, επί των εισπραττομένων από τις εταιρείες καθαρών ασφαλίστρων των ασφαλίσεων που θα πραγματοποιούνταν με την μεσολάβηση του ενάγοντος και από τη διάθεση των αμοιβαίων κεφαλαίων, που θα πραγματοποιούντο με τη διαμεσολάβηση τούτου.
Επίσης με ρητό συμβατικό όρο των ως άνω συμβάσεων αόριστης διάρκειας συμφωνήθηκε η λύση τούτων, αφενός μεν με αναιτιώδη καταγγελία, οποτεδήποτε και από οποιοδήποτε εκ των συμβαλλομένων μερών μετά από δίμηνη έγγραφη προειδοποίηση του αντισυμβαλλομένου, αφετέρου δε με απρόθεσμη καταγγελία εκ μέρους των εναγομένων εταιρειών, χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση του αντιδίκου τους, ένεκα σπουδαίων λόγων.
Στην ενδεικτική απαρίθμηση των σπουδαίων λόγων περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων α) όλες οι περιπτώσεις υπαίτιας εκ μέρους του ενάγοντος παραβιάσεως της νομοθεσίας, των χρηστών συναλλακτικών ηθών, της δημόσιας τάξεως και γενικώς του Κώδικα Δεοντολογίας που υποχρεούται να τηρεί ο ασφαλιστικός σύμβουλος, β) η παραβίαση εκ μέρους του ασφαλιστικού συμβούλου κατά την παροχή των υπηρεσιών του των ακολουθούμενων από την εταιρεία μεθόδων και κανονισμών πωλήσεων, και γενικώς του Κώδικα Δεοντολογίας που υποχρεούται να τηρεί ο ασφαλιστικός σύμβουλος, γ) όλες οι περιπτώσεις παραβιάσεως των όρων της σύμβασης, που συνομολογούνται όλοι ως ουσιώδεις δ) κάθε είδους ενέργεια του ασφαλιστικού συμβούλου, που αποσκοπεί σε όφελος άλλης ασφαλιστικής επιχειρήσεως και γενικά κάθε υπαίτια ενέργεια του ιδίου, που μπορεί να βλάψει με οποιονδήποτε τρόπο την Εταιρεία, ή να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας του με τις ανωτέρω εταιρείες υπήρξε απολύτως συνεπής στις έναντι αυτών υποχρεώσεις του, επέδειξε μεγάλη δραστηριότητα και παραγωγικότητα, εργάστηκε με ιδιαίτερο ζήλο και αποδοτικότητα για να επιτευχθούν οι οικονομικοί και επιχειρηματικοί στόχοι τους, συνεισφέροντας, ως ασφαλιστικός σύμβουλος, κατά τη συμβατική του δέσμευση στην ανάδειξη και καθιέρωση στο καταναλωτικό κοινό των υπηρεσιών ασφαλίσεως που προσέφεραν οι εναγόμενες, και εμφάνισε αυξημένη παραγωγή ασφαλιστηρίων συμβολαίων.
Γι' αυτό εξάλλου, λόγω των αξιόλογων εργασιακών του ικανοτήτων και της αυξημένης παραγωγικότητας του η τρίτη εναγομένη του απένειμε σχετικές τιμητικές διακρίσεις, τα έτη 2006, 2007 και 2008 και τον βράβευσε ως έναν από τους αποδοτικότερους ασφαλιστές της. Σημειωτέον ότι η μείωση νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων που παρατηρήθηκε κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο του έτους 2009, αποδείχθηκε ότι δεν οφειλόταν σε αδιαφορία του ενάγοντος και πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, αλλά ήταν γενικότερο φαινόμενο που παρουσιάστηκε εκείνη την εποχή, στην παραγωγή όλων των συνεργατών και οφειλόταν στις φήμες που έγιναν γνωστές στο καταναλωτικό κοινό περί οικονομικών προβλημάτων του Ομίλου με επακόλουθο τη μείωση του αριθμού νέων πελατών.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες, ασκώντας το συμβατικό τους δικαίωμα για την απρόθεσμη καταγγελία των ένδικων συμβάσεων, με τις από 28/9/2009, εξώδικες δηλώσεις, που κοινοποίησαν στον ενάγοντα στις 30/9/2009, κατήγγειλαν τις ανωτέρω συμβάσεις, επικαλούμενες σπουδαίο λόγο. Συγκεκριμένα επικαλέστηκαν αντιδεοντολογική και αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος, συνισταμένη στη σύναψη συνεργασίας του με άλλη ανταγωνιστική εταιρία, την εταιρεία "QIS INSURANCE BROKERS", μη συμμόρφωση του με τις μεθόδους και τους κανονισμούς πωλήσεων, αδιαφορία του για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και συστηματική αποχή του από όλες τις διαδικασίες του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης της τρίτης εναγομένης στο οποίο ενάγων υπαγόταν.
Ο ενάγων αρνήθηκε εξωδίκως τη βασιμότητα των ανωτέρω καταγγελιών, τις οποίες χαρακτήρισε ψευδείς και καταχρηστικές και ακολούθως κατέθεσε την ένδικη αγωγή. Η βασιμότητα των διαλαμβανόμενων στις ανωτέρω καταγγελίες λόγων δεν αποδείχθηκε. Απεναντίας, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ήταν πάντα συνεπής στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις έναντι των εναγομένων, ουδέποτε διατάραξε το μεταξύ τους κλίμα συνεργασίας, ούτε δημιούργησε προβλήματα με τους συνεργάτες του, δεν αναζήτησε επαγγελματική διέξοδο σε άλλη εταιρεία, ούτε εκδήλωσε οποιαδήποτε άλλη αντισυμβατική συμπεριφορά, οφειλόμενη σε βαρύ παράπτωμα του και επαγόμενη αστική του ευθύνη για μη εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, όπως επιχείρησαν να θεμελιώσουν στις καταγγελίες τους οι εναγόμενες εταιρείες.
Εξάλλου, εάν ο ενάγων ήταν ασυνεπής, αμελής και αδιάφορος για την εκτέλεση των εκ των ενδίκων συμβάσεων καθηκόντων του, ο Όμιλος στον οποίο οι εναγόμενες υπάγονταν, δεν θα πρότεινε στον ενάγοντα τη σύναψη και νέας σύμβασης με άλλη εταιρεία του Ομίλου, και συγκεκριμένα την "ING Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Μεσιτείας Ασφαλίσεων".
Συγκεκριμένα στις 22/6/2009, ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος που υπαγόταν ο ενάγων, Ιωάννης Ιορδανίδης, διά ηλεκτρονικής επιστολής που απέστειλε στον ενάγοντα, του ζήτησε να προβεί στη σύναψη της ανωτέρω νέας σύμβασης. Ο ενάγων, αυθημερόν απέστειλε απαντητική ηλεκτρονική επιστολή εκφράζοντας επιφυλάξεις για τη νέα σύμβαση, διότι, σε αντίθεση με τις προηγούμενες συμβάσεις που είχε καταρτίσει με τις εναγόμενες, στην εν λόγω νέα σύμβαση έλειπε το παράρτημα καθορισμού των αμοιβών του και έκρινε ότι η εν λόγω σύμβαση δεν ήταν συμφέρουσα γι αυτόν.
Στις 29/6/2009 επακολούθησε νέα επιστολή του ανωτέρω Υποδιευθυντή, στην οποία έθετε επιτακτικά στον ενάγοντα την αποδοχή της προτεινόμενης νέας σύμβασης, ως ζήτημα αρχής για τον Όμιλο. Σημειωτέον ότι στην εν λόγω ηλεκτρονική αλληλογραφία, σε κανένα σημείο δεν αναφέρεται οποιαδήποτε μομφή ή έστω υπαινιγμός για παράλληλη εκ μέρους του ενάγοντος προσφορά υπηρεσιών σε ανταγωνιστική εταιρεία ή για αθέτηση των συμβατικών του υποχρεώσεων.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο πραγματικός λόγος, που αίφνης οι εναγόμενες κατήγγειλαν τις ένδικες συμβάσεις, ήταν η άρνηση του ενάγοντος να συνάψει την παραπάνω νέα σύμβαση, με άλλη εταιρεία του Ομίλου. Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται και από τη μικρή χρονική απόσταση μεταξύ του χρόνου που προτάθηκε στον ενάγοντα η σύναψη της νέας σύμβασης, (Ιούνιος και Ιούλιος 2009) και του χρόνου των επίδικων καταγγελιών, που έλαβαν χώρα τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους.
Στοιχείο ενδεικτικό της ανυπαρξίας συνεργασίας του ενάγοντος με άλλη εταιρεία είναι, μεταξύ άλλων και οι προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα φορολογικές του δηλώσεις των ετών 2009 και 2010, στις οποίες εμφαίνονται ως εισοδήματα του, στις μεν πρώτες, μόνο τα έσοδα του από τις εναγόμενες, ενώ στις δεύτερες μηδενικά εισοδήματα.
Ενόψει των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε πράγματι σπουδαίος λόγος για καθεμία από τις ανωτέρω καταγγελίες, οι οποίες αποτελούν, όπως ρητά από το περιεχόμενό τους προκύπτει, καταγγελία των επιδίκων συμβάσεων για σπουδαίους λόγους, ούτε αποδείχθηκε ότι ενάγων υπέπεσε σε βαρύ παράπτωμα έναντι της τρίτης εναγομένης, αφού δεν αποδείχθηκε η συνδρομή των επικαλούμενων από αυτήν λόγων της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντος, ώστε να δικαιολογείται η γενομένη καταγγελία της σύμβασης.
Επομένως, ο ενάγων, δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων του νόμου αλλά και του προβλεφθέντος ρητού συμβατικού όρου, δικαιούται για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών από 1/12/2009 (πάροδος διμήνου από την καταγγελία) την ετήσια σταθερή προμήθεια που θα ελάμβανε από την τρίτη εναγομένη αν παρέμενε ασφαλιστικός σύμβουλος αυτής, από τα επαρκώς αναφερόμενα στην αγωγή ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα οποία παρέμειναν και θα παράμεναν ενεργά στην εναγομένη για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, και για τα οποία ως βάση υπολογισμού λαμβάνονται υπόψη οι προμήθειες από συμβάσεις που καταρτίστηκαν από αυτόν, και τις οποίες λόγω της καταγγελία χάνει, ενώ οι αναφερόμενοι πελάτες αποτελούν νέα και σταθερή πελατεία, που αποκτήθηκε από τη δραστηριότητα του ενάγοντος (σχετ.
ΑΠ 1934/2009, ΕφΠειρ 82/2010 ΔΕΕ 2011/477). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τα επίδικα συμβόλαια που είχαν συναφθεί με τη μεσολάβηση του ενάγοντος δεν παρέμειναν ενεργά στην τρίτη εναγομένη τα κατωτέρω συμβόλαια τα οποία είτε ακυρώθηκαν, είτε εξαγοράσθηκαν, είτε κηρύχθηκαν άκυρα και ειδικότερα : 1) Χ. Γ. , 879910 Ζωής, προμήθεια 1,24 ευρώ 2), Χ.
Γ., 879912 ζωής, προμήθεια 1,24 ευρώ 3) Δ. Ε., 1015338 Ζωής, προμήθεια 0,84 ευρώ, 4) Δ. Ε., 1015337 Ζωής, προμήθεια 0,84 Ευρώ 5) Α. Μ., 1084611 Ζωής, προμήθεια 50,28 ευρώ, 6), Π. Α. 1131422 Ζωής, προμήθεια 104,14 ευρώ, 7) Α. Π., 1164928 Ζωής, προμήθεια 97,60 ευρώ, 8) Ι. Α., 1182490 Ζωής, προμήθεια 9,66 Ευρώ, 9) Α. Δ., 1194499, Ζωής, προμήθεια 48,83 Ευρώ, 10) Α. Κ., 1213388, Ζωής, προμήθεια 52,57 Ευρώ 11) Α.
Π., 8010813, Ζωής, προμήθεια 16,34 ευρώ, 12) Δ. Γ., 8013254, Ζωής, προμήθεια 83,50 Ευρώ 13) Κ. Χ., 1219285, Ζωής, προμήθεια 88,10 Ευρώ 14) Δ. Α., 8051414, Ζωής, προμήθεια 116,17 Ευρώ, 15) S. K., 8080179 Ζωής, προμήθεια 43,35 Ευρώ 16) Π. Μ., 8610902 Ζωής, προμήθεια 2 Ευρώ, 17) Σ. Δ. 10002596, Ζωής, προμήθεια 0 Ευρώ 18) Ε. Π., 8001261, Ζωής, προμήθεια 83,57 Ευρώ και συνολικό ποσό ετησίων προμηθειών 800,27 ευρώ, ποσό το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί από το ετήσιο ποσό προμηθειών του ενάγοντος, το οποίο ακολούθως ανέρχεται σε 5.122,40 (5.922,67-800,27) ευρώ και για τα τρία έτη σε 15,367,20 (5.122,40 ευρώ Χ 3) ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις από 28/9/2009 αναιτιολόγητες, πρόωρες και χωρίς υπαιτιότητα του ενάγοντος εξώδικες καταγγελίες τους, οι εναγόμενες διέλαβαν ισχυρισμούς που έβλαψαν την εμπορική φήμη του ενάγοντος και την αξιοπιστία του στην αγορά και τον απαξίωσαν ηθικά και κοινωνικά, αφού δημιουργήθηκαν υπόνοιες στους πελάτες του σχετικά με τους πραγματικούς λόγους της λύσεως των ένδικων συμβάσεων.
Τα διαλαμβανόμενα στις ανωτέρω καταγγελίες τα οποία ήταν αναληθή και των οποίων έλαβαν γνώση οι δικαστικοί επιμελητές, οι συνάδελφοι και συνεργάτες του ενάγοντος αλλά και υπάλληλοι και στελέχη άλλων ασφαλιστικών εταιρειών, μπορούσαν κατ' αντικειμενική κρίση να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την υπόληψη, τη φήμη και την επαγγελματική πίστη που απολάμβανε μέχρι τότε ο ενάγων στο επαγγελματικό του περιβάλλον, καθόσον τον εμφάνισαν, ως άτομο και επαγγελματία, ο οποίος κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, δεν διακρίνεται από επαγγελματική εντιμότητα και ευσυνειδησία και προβαίνει σε αντιδεοντολογικές ενέργειες, ενεργώντας σε αντίθεση με τις συμβατικές του δεσμεύσεις, τους νόμους, αλλά και τους κοινωνικά αποδεκτούς ηθικούς κανόνες.
Τα γεγονότα αυτά προσβάλλουν καταφανώς την τιμή και υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητα του ενάγοντος, ως άτομο, αφού σκιαγραφούν μια εντελώς αρνητική γι' αυτόν εικόνα και αμφισβητούν την υπηρεσιακή του αξία και εντιμότητα. Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων των άρθρων 57, 59, 299, 914 επ., 932 του ΑΚ, αφού α) η προπεριγραφείσα συμπεριφορά των εναγομένων είναι παράνομη και υπαίτια ως αντικείμενη στο κατά το άρθρο 914 του ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλο πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αυτού αγαθά, β) η επίμαχη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, επέφερε, αναμφίβολα, την ηθική βλάβη του ενάγοντος, λόγω της κατά τον παραπάνω τρόπο μείωσης της αξίας του προσώπου του, αλλά και της θλίψης και στενοχώριας την οποία για το λόγο αυτό αισθάνθηκε, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί υπέρ αυτού και σε βάρος των εναγομένων χρηματική ικανοποίηση και γ) υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος (με την έννοια της πρόσφορης αιτίας) μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του προαναφερθέντος επιζήμιου αποτελέσματος (ήτοι της επέλευσης της συγκεκριμένης, μη περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση στην ίδια κρίση κατέληξε, αναφορικά με την προεκτεθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων σε βάρος του ενάγοντος, την ηθική βλάβη του τελευταίου εξαιτίας αυτής και τη νόμιμη αξίωση του κατά των εναγομένων για την αποκατάσταση της, με το ποσό των 2.000 ευρώ από καθεμία εναγομένη, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα, για το αντίθετο, υποστηρίζουν οι εκκαλούσες, με τον τέταρτο λόγο έφεσης τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις, ουσιαστικού δικαίου, ως άνω διατάξεις αναφορικά με τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα της συνδρομής των θεμελιωτικών των αγωγικών αιτημάτων πραγματικών περιστατικών (προϋποθέσεων) που αναφέρονται στην κατάφαση αφενός της αποδιδόμενης στις αναιρεσείουσες αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και αφετέρου της επιδίκασης των κατ'αρθ.4 παρ.4 ν.1569/85 προμηθειών, δεχθείσα με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου ως προς μεν το δεύτερο (ζήτημα) α)τη λύση με καταγγελία των αναιρεσειουσών, των μεταξύ αυτών και του αναιρεσιβλήτου υφισταμένων πρακτοριακών συμβάσεων β)την ανυπαρξία, θεμελιωτικού της γενομένης καταγγελίας, βαρέως παραπτώματος του αναιρεσιβλήτου γ)την παραδοχή ότι τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα οποία καταρτίστηκαν με τη μεσολάβηση του αναιρεσιβλήτου, θα παρέμεναν ενεργά στην τρίτη αναιρεσείουσα για το επίδικο χρονικό διάστημα των τριών ετών από την καταγγελία πλην των λεπτομερώς αναφερομένων στην απόφαση (συμβολαίων), τα οποία, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις, έχουν ακυρωθεί και τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη για τον καθορισμό της προμήθειας που δικαιούται ο αναιρεσίβλητος και δ)τον υπολογισμό της τελευταίας με βάση την αναλογούσα στα καθαρά ασφάλιστρα εκάστης ασφαλιστικής συμβάσεως προμήθεια του αναιρεσιβλήτου, ως προς δε το πρώτο (δεχθείσα) τις υποστηρίζουσες τη συνδρομή αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσειουσών παραδοχές ....ότι α) η προπεριγραφείσα συμπεριφορά των εναγομένων είναι παράνομη και υπαίτια ως αντικείμενη στο κατά το άρθρο 914 του ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλο πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αυτού αγαθά, β) η επίμαχη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά υπό τις ανωτέρω συνθήκες, επέφερε, αναμφίβολα, την ηθική βλάβη του ενάγοντος, λόγω της κατά τον παραπάνω τρόπο μείωσης της αξίας του προσώπου του, αλλά και της θλίψης και στενοχώριας την οποία για το λόγο αυτό αισθάνθηκε, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί υπέρ αυτού και σε βάρος των εναγομένων χρηματική ικανοποίηση και γ) υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος (με την έννοια της πρόσφορης αιτίας) μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του προαναφερθέντος επιζήμιου αποτελέσματος (ήτοι της επέλευσης της συγκεκριμένης, μη περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η αιτίαση των αναιρεσειουσών ότι οι διαλαμβανόμενοι στις παραπάνω εξώδικες καταγγελίες αυτών προσβλητικοί της τιμής και της υπόληψης του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμοί δεν αποτελούν γεγονότα αλλά αξιολογικές κρίσεις αυτών περί της επαγγελματικής ικανότητας του τελευταίου μη δυνάμενες, συνακολούθως, να θεμελιώσουν την αποδιδομένη σ'αυτούς αδικοπρακτική συμπεριφορά κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, κατά τα εκτεθέντα στη σχετική μείζονα σκέψη, στην έννοια του γεγονότος μπορεί να υπαχθεί και αξιολογική κρίση εφόσον αυτή συνδέεται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζει την ποιοτική και ποσοτική βαρύτητα αυτού, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 1455/14).
Η περαιτέρω, δια του τετάρτου λόγου, προβαλλομένη από τις αναιρεσείουσες αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογίας αναφορικά με τον κρίσιμο για την έκβαση της δίκης προβληθέντα με το σχετικό (4ο) λόγο της έφεσης, από το άρθρο 367 παρ.1 εδαφ.γ ΠΚ αυτοτελή (ένσταση) ισχυρισμό περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της κατά τα άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, λόγω της υπάρξεως δικαιολογημένου γι' αυτήν ενδιαφέροντος, συνισταμένου στην υπεράσπιση της γενόμενης απ' αυτές καταγγελίας, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της προβολής με το εφετήριο δικόγραφο του επικαλουμένου ισχυρισμού η οποία όμως δεν συντρέχει στην ένδικη περίπτωση αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση του τελευταίου, δεν προκύπτει προβολή τέτοιου ισχυρισμού, την οποία ασφαλώς και δεν συνιστά η όλως αόριστη επίκληση προς θεμελίωση του περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, σχετικού λόγου ότι: "Εμείς (αναιρεσείουσες-εκκαλούσες) καταγγείλαμε τις συμβάσεις με τον αντίδικο για υπαρκτούς, αληθινούς και αποδεδειγμένους λόγους, ήτοι για σπουδαίο λόγο, και ότι ακόμη και στην περίπτωση που τυχόν δεν συνέτρεχαν οι λόγοι αυτοί, πράγμα που αρνούμαστε, εμείς σε κάθε περίπτωση είχαμε την πεποίθηση ότι ήταν αληθινοί, δεδομένου ότι είχαν περιέλθει σε γνώση μας συγκεκριμένα αδιαμφισβήτητα γεγονότα για την αντισυμβατική συμπεριφορά του αντιδίκου, τα δε αναφερόμενα στις εξώδικη καταγγελίες μας, σε καμία περίπτωση δεν προσβάλλουν την προσωπικότητα του αντιδίκου, διότι αναφέρονται σε συγκεκριμένες παραβάσεις της μεταξύ μας σύμβασης οι οποίες άλλωστε αποδεικνύονται και από έγγραφα και από μάρτυρες και δεν περιέχουν προσβλητικούς χαρακτηρισμούς για τον αντίδικο και μετά από αυτές τις παραδοχές θα έπρεπε να απορρίψει εξ ολοκλήρου το αίτημα του αντιδίκου για χρηματική ικανοποίηση της δήθεν ηθικής του βλάβης".
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 7-11-2013 και με αριθμ.καταθ.801/2013, αίτηση αναίρεσης της 1184/2013 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ