Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling facts are non-appealable and other arguments inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed Post's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding water bills. Post argued that the lower court incorrectly classified utility bills as non-correspondence under postal law, but the Court found this a factual determination barred from review. The Court held that the appeal arguments were either procedurally inadmissible or legally baseless, leading to the rejection of the request.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1(2) Law 2668/1998; Art. 561(1) Code of Civil Procedure: A court of first instance's factual finding on the nature of items is non-appealable, and appeals based on such findings or lacking substantive legal basis are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1976 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1976/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θάλεια Εμίρη .
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΗΣ- ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ", και τον διακριτικό τίτλο "ΕΥΑΘ ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Ασημακόπουλο .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11805/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1043/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείων με την από 7-3-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 26-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. H πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 1 παρ.2 του Ν.2668/1998, ο οποίος εκδόθηκε προς εναρμόνιση του Ελληνικού Δικαίου με την οδηγία 97/67 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 1997, ορίζει ότι "για την εφαρμογή του παρόντος οι όροι που χρησιμοποιούνται στις διατάξεις του έχουν την ακόλουθη έννοια: α. Ταχυδρομικές Υπηρεσίες:
Οι βασικές και λοιπές ταχυδρομικές υπηρεσίες β. Βασικές ταχυδρομικές υπηρεσίες: Οι υπηρεσίες περισυλλογής, διαλογής, μεταφοράς και διανομής των ταχυδρομικών αντικειμένων. γ. Λοιπές ταχυδρομικές υπηρεσίες: Οι υπηρεσίες που δεν ανήκουν στις βασικές ταχυδρομικές και έχουν σχέση, κυρίως, με ειδικής επείγουσας διαβίβασης αντικείμενα, παρακολουθούμενα από ειδικό σύστημα παρακολούθησης, και εντοπισμού. ....
δ. ... ε. ... ζ. ... η. Ταχυδρομικό αντικείμενο: Αντικείμενο με συγκεκριμένο παραλήπτη, αποστελλόμενο υπό την τελική του μορφή, στην οποία το αναλαμβάνει ο φορέας παροχής της καθολικής υπηρεσίας. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν - πέραν των αντικειμένων αλληλογραφίας - βιβλία, κατάλογοι, εφημερίδες, περιοδικά, ....
θ. Αντικείμενο αλληλογραφίας: Οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας υπό γραπτή μορφή, που μεταφέρεται και παραδίδεται στη διεύθυνση, την οποία έχει αναγράψει ο αποστολέας στο ίδιο το αντικείμενο ή στη συσκευασία. Τα βιβλία, οι κατάλογοι, οι εφημερίδες και τα περιοδικά δεν θεωρούνται αντικείμενα αλληλογραφίας.
ι. ... ια. ... ιβ. ... ιγ. ... ιδ. Φορέας καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας: Ο φορέας ο επιφορτισμένος από το Ελληνικό Κράτος με την εξασφάλιση της παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας. ιε. ... ιστ. ... ιζ. ... ιη. ... ιθ. ... κ. Επιχείρηση: Κάθε φυσικό πρόσωπο και κάθε οργάνωση ή ένωση προσώπων, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, που έχουν κερδοσκοπικό σκοπό...
κα. Ταχυδρομική Επιχείρηση: Κάθε επιχείρηση παρέχει ταχυδρομικές υπηρεσίες ...". Ο νόμος αυτός ορίζει περαιτέρω στο άρθρο 3 παρ.2 ότι "η άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στον τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών προϋποθέτει γενική ή ειδική άδεια, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 12 και επόμενα του παρόντος και τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους", στο άρθρο 4 παρ.4 ότι "η καθολική ταχυδρομική υπηρεσία περιλαμβάνει:
α. Την περισυλλογή, τη μεταφορά, τη διαλογή και τη διανομή των ταχυδρομικών αντικειμένων βάρους έως 2 χιλιογράμμων ...", στο άρθρο 5 παρ.1 ότι "για τη διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας του φορέα παροχής καθολικών υπηρεσιών, αλλά και την παροχή ικανοποιητικών ταχυδρομικών υπηρεσιών σε όλη την επικράτεια διατηρείται το αποκλειστικό δικαίωμα στην περισυλλογή, μεταφορά, διαλογή και διανομή των αντικειμένων αλληλογραφίας, με διεύθυνση, των οποίων η τιμή είναι κατώτερη από το πενταπλάσιο της τιμής μιας επιστολής πρώτης μονάδας βάρους και ζυγίζουν κάτω από 350 γραμμάρια" και στην παρ.3 του ίδιου άρθρου ότι "η διάταξη της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζεται για:
α) αντικείμενα αλληλογραφίας που μεταφέρονται από τον ίδιο τον αποστολέα προς ιδίαν του χρήση ή από τρίτους που ενεργούν αποκλειστικά εξ ονόματος του αποστολέα". Ο ίδιος νόμος ορίζει ακόμη στο άρθρο 12 παρ.1 και 2 αφενός ότι "με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο άρθρο 13 του παρόντος επιτρέπεται σε ταχυδρομικές επιχειρήσεις να παρέχουν ταχυδρομικές υπηρεσίες μετά την εγγραφή τους στο Μητρώο Ταχυδρομικών Επιχειρήσεων που τηρείται στην Ε.Ε.Τ.Τ." και αφετέρου ότι "η εγγραφή γίνεται μετά από δήλωση της ταχυδρομικής επιχείρησης, στην οποία περιλαμβάνονται:
α) στην περίπτωση φυσικού προσώπου τα πλήρη στοιχεία ταυτότητάς του και, στην περίπτωση νομικού προσώπου, η συστατική πράξη, η άδεια ή η έγκριση λειτουργίας, η έδρα, η επωνυμία, ο διακριτικός τίτλος και τα ονόματα αυτών που ασκούν τη διοίκηση της επιχείρησης, β) ... γ) η επωνυμία ή ο διακριτικός τίτλος της ταχυδρομικής επιχείρησης που αποτυπώνονται ή προσαρτώνται στο ταχυδρομικό αντικείμενο", στο άρθρο 13 παρ.1 ότι "απαιτείται ειδική άδεια για την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών που αφορούν ταχυδρομικά αντικείμενα βάρους μέχρι 2 χιλιογράμμων και δέματα μέχρι 20 χιλιογράμμων και που εμπίπτουν στις καθολικές ταχυδρομικές υπηρεσίες" και στο άρθρο 19 παρ.1 ότι "φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας είναι τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛΤΑ).
Για την παροχή της καθολικής υπηρεσίας, ο ΕΛΤΑ εγκαθιστά, λειτουργεί και εκμεταλλεύεται κατ' αποκλειστικότητα δημόσιο ταχυδρομικό δίκτυο". Από τις εκτεθείσες διατάξεις, συνδυαζόμενες προς εκείνες της κοινοτικής οδηγίας 97/67 ΕΚ, προκύπτει ότι στον Οργανισμό Ελληνικά Ταχυδρομεία "ΕΛ.ΤΑ.", που είναι δημόσια επιχείρηση και λειτουργεί υπό μορφή ανώνυμης εταιρείας, ανήκει το αποκλειστικό δικαίωμα (μονοπώλιο) της παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας αναφορικώς με την περισυλλογή, μεταφορά, διαλογή και διανομή των προσδιοριζόμενων στα άρθρα 1 και 2 περιπτ.
θ' και 5 παρ.1 του ειρημένου νόμου αντικειμένων αλληλογραφίας, καθώς και ότι το αποκλειστικό αυτό δικαίωμα δεν ισχύει - πλην άλλων - και όταν η εν λόγω ταχυδρομική υπηρεσία εκτελείται είτε από ταχυδρομική επιχείρηση εφοδιασμένη με ειδική προς τούτο άδεια, είτε από τον αποστολέα αυτοπροσώπως για δική του χρήση ή από κάποιον τρίτο που, χωρίς να έχει εφοδιασθεί με την ειδική άδεια, ενεργεί αποκλειστικώς στο όνομα του αποστολέα, δηλαδή ως "άμεσος αντιπρόσωπος" του αποστολέα.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ, η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη, πρόκληση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Η υπαιτιότητα διακρίνεται, αναλόγως προς τη βαρύτητά της, σε δύο είδη, τον δόλο και την αμέλεια. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ως εκ τούτου, αν συγκεκριμένο έργο της προαναφερθείσας καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας εκτελέσθηκε από τρίτο πρόσωπο, χωρίς να συντρέχει κάποια εκ των ανωτέρω εξαιρέσεων, ο αναθέσας το έργο (αποστολέας), εφόσον ενήργησε και υπαιτίως (με δόλο ή αμέλεια), ευθύνεται για την αποκατάσταση της προκληθείσας συναφώς στον ΕΛ.ΤΑ.
ζημίας (θετικής και αποθετικής). Η αξιολογική κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου, για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων γενέσεως της αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση (παρανομίας, υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου), ελέγχεται και μέσω του προβλεπόμενου στο άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικού λόγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο αναιρεσείων οργανισμός "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ" (ΕΛΤΑ), άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "ΕΥΑΘ ΑΕ" την από 24-07-2000 αγωγή, με την οποία ιστορεί ότι στις 29-06-1998 προέβη στην κατάρτιση σύμβασης με την εναγομένη, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να διανέμει στους πελάτες της (καταναλωτές ύδατος), της περιοχής Θεσσαλονίκης, τους λογαριασμούς ύδατος που αυτή σε τακτά χρονικά διαστήματα εξέδιδε.
Ότι η εν λόγω σύμβαση ίσχυσε - παραταθείσα σιωπηρώς - και για το έτος 1999. Ότι στις 29-10-1999 ο ίδιος (ενάγων) κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση, καλώντας ταυτόχρονα την εναγομένη σε διαπραγματεύσεις, προς τον σκοπό της αναπροσαρμογής των τιμών αποστολής των λογαριασμών, με βάση τα καθορισθέντα αρμοδίως νέα τιμολόγια, αποστέλλοντας δε παραλλήλως σ' αυτήν και σχετική πρόταση συνοδευόμενη από αντίγραφο του νέου τιμολογίου, σύμφωνα με το οποίο το κόστος αποστολής θα διαμορφώνετο πλέον σε 120 δραχμές ανά απόδειξη, με προσφερόμενη έκπτωση 20%.
Ότι κατά το επακολουθήσαν χρονικό διάστημα και ενώ βρισκόταν σε συνεχείς επαφές με την εναγομένη για την κατάρτιση νέας σύμβασης, υπενθυμίζοντας παράλληλα σ' αυτήν, το διατηρηθέν από το νόμο, υπέρ αυτού, αποκλειστικό δικαίωμα στην περισυλλογή, μεταφορά, διαλογή και διανομή των τιμολογίων κατανάλωσης νερού, αφού πρόκειται για διανομή αντικειμένων αλληλογραφίας, η εναγομένη, κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 1999, ανέθεσε παράνομα στον ιδιώτη ..., που στερείτο νόμιμης άδειας για την εκτέλεση ταχυδρομικών υπηρεσιών, την επίδοση 450.000 αποδείξεων κατανάλωσης ύδατος, στη συνέχεια δε προέβη σε διακήρυξη διαγωνισμού ανοικτού με σφραγισμένες προσφορές για την ανάθεση του έργου αυτού, που ορίστηκε να γίνει στις 26-05-2000.
Ότι με τις ανωτέρω ενέργειές της η εναγομένη, τελούσα εν γνώσει ότι προσβάλλει το υπέρ εκείνου (ενάγοντος) διατηρηθέν αποκλειστικό δικαίωμα παροχής της ως άνω καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια το εν λόγω δικαίωμα και προξένησε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, με τη μορφή διαφυγόντος κέρδους, που ανέρχεται σε 86.400.000 δραχμές, δεδομένου ότι, κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Δεκεμβρίου 1999 έως του μηνός Μαρτίου 2000 και από του μηνός Απριλίου 2000 έως του μηνός Ιουλίου 2000, ο τελευταίος (ενάγων) θα επέδιδε συνολικά 900.000 αποδείξεις κατανάλωσης ύδατος και θα απεκόμιζε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το ποσό των 96 δραχμών ανά απόδειξη.
Με βάση το άνω ιστορικό ζήτησε, κατ' εκτίμηση (πλην άλλων), να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη του οφείλει το ειρημένο ποσό των 86.400.000 δραχμών, ως αποζημίωση για την ισόποση ζημία που αυτός υπέστη εξαιτίας της αναφερόμενης πιο πάνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης. Την εν λόγω αγωγή το Εφετείο την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη, κρίνων ειδικότερα ότι "ακόμη και αν θεωρηθούν αληθή τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, το διατηρούμενο υπέρ των ΕΛΤΑ αποκλειστικό δικαίωμα αναφέρεται στην παροχή "βασικών ταχυδρομικών υπηρεσιών", ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για ειδικές ταχυδρομικές υπηρεσίες, που καλύπτουν ειδικές ανάγκες της εναγομένης ...
που ενδιαφέρεται για την άμεση και έγκαιρη παράδοση των λογαριασμών, οι οποίοι αποτελούν στην πραγματικότητα ειδοποίηση προς τους καταναλωτές περί της ύπαρξης οφειλής τους στην εταιρεία, με συνέπεια να μην εμπίπτουν και στην έννοια των αντικειμένων αλληλογραφίας" και, επαλλήλως, ότι "και με την αντίθετη εκδοχή, τότε ασφαλώς εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 5 παρ.3 Ν.2668/1998 (προδήλως εκ παραδρομής αναφέρθηκε η παρ.2), κατά την οποία η διάταξη της παρ.1 του εν λόγω άρθρου, που προβλέπει το επικαλούμενο από τον ενάγοντα αποκλειστικό δικαίωμα, δεν εφαρμόζεται για αντικείμενα αλληλογραφίας που μεταφέρονται από τον ίδιο τον αποστολέα προς ιδίαν του χρήση ή από τρίτους που ενεργούν εξ ονόματος του αποστολέα, και "συνεπώς σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ο τρίτος δεν έχει την απαιτούμενη άδεια (δεδομένου ότι το αποκλειστικό δικαίωμα και η αντίστοιχη υποχρέωση τήρησης αυτού από τον αποστολέα, υπάρχει έναντι των λοιπών φορέων είτε αυτοί έχουν άδεια είτε όχι), δεν υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση παράνομη συμπεριφορά εκ μέρους της εναγομένης, που αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη γέννηση και ύπαρξη αξιώσεως αποζημιώσεως υπέρ του ενάγοντος".
Με την εκτεθείσα δεύτερη (επάλληλη) κρίση του η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 περιπτ. ιε', 5 παρ.1 και 3 περιπτ.
α', 12, 13 του Ν.2668/1998 και 914 ΑΚ, αφού οι παραδοχές του, ότι η εκ μέρους του τρίτου (...) ενεργηθείσα διανομή των ανωτέρω λογαριασμών υδρεύσεως "ασφαλώς" εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 5 παρ.2 (προδήλως εννοείται: παρ.3) του Ν.2668/1998, κατά την οποία η διάταξη της παρ.1 δεν εφαρμόζεται για αντικείμενα αλληλογραφίας που μεταφέρονται και από τρίτους που ενεργούν αποκλειστικώς εξ ονόματος του αποστολέα, καθώς και ότι, ακόμη και αν ο ως άνω τρίτος στερείται της απαιτούμενης συναφώς άδειας, δεν υφίσταται εν προκειμένω παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, εμπεριέχουν, εμμέσως πλην σαφώς, τη διαπίστωση ότι ο εν λόγω τρίτος προέβη στη διανομή των κρίσιμων λογαριασμών αποκλειστικώς εξ ονόματος της αναιρεσίβλητης (αποστολέως).
Η διαπίστωση αυτή, αποκλείουσα το στοιχείο του παρανόμου, άρα και την ύπαρξη αδικοπραξίας στην επίμαχη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, εμποδίζει τη γέννηση της προβαλλόμενης με την αγωγή αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος οργανισμού, με συνέπεια η αγωγή να καθίσταται απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στο Εφετείο ότι, κατά παραβίαση των ειρημένων διατάξεων, έκρινε ως σύννομη την εκ μέρους του ως άνω τρίτου, χωρίς άδεια, ενεργηθείσα διανομή των λογαριασμών υδρεύσεως, είναι αβάσιμος. Ως προς την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένως δέχθηκε πως ο ως άνω τρίτος διενήργησε την κρίσιμη διανομή αποκλειστικώς εξ ονόματος της αναιρεσίβλητης, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι πρόκειται για πραγματική διαπίστωση του Εφετείου (οντολογική κρίση) μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Ας σημειωθεί ότι, ανεξαρτήτως του αν το γενόμενο δεκτό πραγματικό αυτό γεγονός αποτελεί ή όχι στοιχείο καταχρηστικής ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, ούτε με τον προκείμενο ούτε με άλλον λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. απορρέουσα αιτίαση, ότι δηλαδή δέχθηκε το γεγονός αυτό, χωρίς να έχει προταθεί από την αναιρεσίβλητη ή να έχει αναφερθεί από τον αναιρεσείοντα.
Με τον πρώτο λόγο, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., μέμφεται το Εφετείο ότι, κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 περ. β' και θ', 4 παρ.4, 5 παρ.1, 13 και 19 παρ.1 του Ν.2668/1998, έκρινε ότι οι επίμαχοι λογαριασμοί υδρεύσεως δεν αποτελούν αντικείμενα αλληλογραφίας. Όμως, ενόψει της ανεπιτυχούς προσβολής της ως άνω επάλληλης αιτιολογίας, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της εφετειακής αποφάσεως, ο προκείμενος λόγος προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού δεν είναι σε θέση να επιφέρει τη ζητούμενη έννομη συνέπεια, να οδηγήσει δηλαδή στην εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Για την ίδια αιτία, είναι αλυσιτελής και ο τρίτος λόγος, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ψέγεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση για τη μη συμπερίληψη των ανωτέρω λογαριασμών στα αντικείμενα αλληλογραφίας, δέχθηκε, χωρίς να έχει προταθεί από την αναιρεσίβλητη και χωρίς να προκύπτει από άλλο στοιχείο, ότι οι λογαριασμοί αυτοί καλύπτουν ειδικές ανάγκες της αναιρεσίβλητης "που ενδιαφέρεται για την άμεση και έγκαιρη παράδοση των λογαριασμών".
Η θεμελίωση των προβλεπόμενων στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως προϋποθέτει ουσιαστική διερεύνηση της διαφοράς και ελλείψεις της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται έτσι ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το ουσιαστικό δικαστήριο έχει απορρίψει την αγωγή ή την ένσταση ως νόμω αβάσιμη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση της ανωτέρω διατάξεως, καταλογίζεται παντελής έλλειψη, άλλως ανεπάρκεια αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη - απορριπτική της αγωγής ως νόμω αβάσιμης - απόφαση, είναι αβάσιμος, επιπλέον δε προβάλλεται και αλυσιτελώς, διότι πλήττει μόνο την πρώτη - όχι και τη δεύτερη (επάλληλη) - κρίση του Εφετείου.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 07-03-2005 αίτηση του νομικού προσώπου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ (ΕΛΤΑ)" για αναίρεση της με αριθμό 1043/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ