1976/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιουλίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3069/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5728/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του καθώς και με τους από 19 Ιουλίου 2007 πρόσθετους λόγους.
Legislator headnote
AI generated1976/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1976 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1976/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αντωνόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, o οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ALLIANZ Α.Ε.Γ.Α., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιουλίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3069/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5728/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του καθώς και με τους από 19 Ιουλίου 2007 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω πλην του πρώτου αναιρεσιβλήτου, o οποίος δεν παραστάθηκε. Η Εισηγήτρια Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτης, ανέγνωσε την από 3 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Αχιλλέα Νταφούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, καθόλους τους λόγους της (κύριους και πρόσθετους).
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση ...... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ναυπλίου .........., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1. Όμως αυτός δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 179, 178 και 180 ΑΚ συνάγεται, ότι για να θεωρηθεί μια αμφοτεροβαρής δικαιοπραξία, όπως είναι και η σύμβαση του συμβιβασμού κατά το άρθρο 871 ΑΚ, ως αισχροκερδής (καταπλεονεκτική) και σαν τέτοια άκυρη, πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις: α) η ύπαρξη φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει κάποιος όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία άλλου, διαπιστώνεται δε ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της δικαιοπραξίας κατά το χρόνο κατάρτισής της, β) η συνδρομή ανάγκης (με επιτακτικό χαρακτήρα και ανεπίδεκτο αναβολής), κουφότητας (αδιαφορίας για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων) ή απειρίας (έλλειψη της πείρας γύρω από τη ζωή και τις συναλλαγές) του αντισυμβαλλομένου και γ) η εκμετάλλευση (που γίνεται με γνώση της κατάστασης του άλλου) από τον συμβαλλόμενο μιας ή περισσοτέρων από τις ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 872 ΑΚ, ο συμβιβασμός αυτός μπορεί να ακυρωθεί, αν γεγονότα που κατά το περιεχόμενο της σύμβασης αποτέλεσαν τη βάση του δεν είναι αληθινά και η φιλονικία ή η αβεβαιότητα δεν θα γεννιόταν, αν οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν την κατάσταση. Πρόκειται για έλλειψη από την αρχή και όχι μεταγενέστερη κατάπτωση του δικαιοπρακτικού θεμελίου.
Εξάλλου, κατά το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 36/1988).
Κατά δε το εδάφιο 19 του ίδιου άρθρου και κώδικα αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται βέβαια, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την από 15-7 -2004 αγωγή του, όπως απ' αυτή προκύπτει, ζήτησε κύρια να αναγνωριστεί η ακυρότητα του αναφερόμενου στο δικόγραφο εξώδικου συμβιβασμού του άρθρου 871 ΑΚ, γιατί συνέτρεξαν αθροιστικά όλες οι παραπάνω προϋποθέσεις των άρθρων 179, 178 και 180 ΑΚ (βλ.
ιδίως σελ. 12 και 13 αγωγής). Η αναιρεσιβαλλομένη απέρριψε την αγωγή, κατά τη βάση αυτή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Συγκεκριμένα το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 7-3-1996 ο ενάγων (αναιρεσείων) οδηγούσε την ......
δίκυκλη μοτοσικλέτα του στην επαρχιακή οδό ........., με κατεύθυνση προς ........ και επί του δεξιού ρεύματος πορείας. Συγχρόνως ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) οδηγούσε το ......... ΙΧΦ αυτοκίνητο κυριότητάς του που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (αναιρεσίβλητη), εκινείτο δε αυτός επί της ίδιας ως άνω οδού, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς ......., προτιθέμενος δε αυτός να εισέλθει στη διασταύρωση των οδών .......
και ...... και ενώ έπρεπε να ελέγξει την κίνηση των από δεξιά του κινουμένων οχημάτων, παρά ταύτα αυτός παραβίασε την προτεραιότητα κινήσεως της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας, εισήλθε στην ως άνω διασταύρωση και έτσι αιφνιδιαστικά απέφραξε την κανονική πορεία του ενάγοντα, ο οποίος παρά τον προς τα δεξιά αποφευκτικό ελιγμό, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του στο εμπρόσθιο μέρος του φορτηγού αυτοκινήτου.
Αποκλειστικά υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και μάλιστα ενόψει της ως άνω διασταυρώσεως δεν παραχώρησε προτεραιότητα κινήσεως στον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας, όπως ο τελευταίος εδικαιούτο, αλλά αιφνιδιαστικά απέκοψε την πορεία του με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν.
Ως προς το κεφάλαιο αυτό η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν εκκαλείται. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, προέκυψε ότι εξ αιτίας του ατυχήματος, η ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος υπέστη υλικές ζημιές, ο δε ενάγων τραυματίστηκε υποστάς επιπλεγμένο κάταγμα αριστερού μηριαίου και υποβλήθηκε σε συνδεσμοπλαστική επέμβαση νοσηλευθείς στο ΝΓΝ Αργούς (βλ.
από ........ ιατρική γνωμάτευση), ενώ στις 21-10-1997 διαπιστώθηκε πλήρης πόρωση κατάγματος αριστερού μηριαίου. Μετά παρέλευση ενός έτους από του χρόνου του ατυχήματος, ο ενάγων με την από ...... αίτησή του προς το υποκατάστημα ΙΚΑ Τριπόλεως ζήτησε την απονομή σ' αυτόν συντάξεως αναπηρίας, το ως άνω δε υποκατάστημα με την ........
απόφαση του δ/ντή αναγνώρισε ότι υφίσταται σ΄ αυτόν αναπηρία και μάλιστα σε ποσοστό 80% και συνεπώς εδικαιούτο αυτός σύνταξη βαριάς αναπηρίας για το χρονικό διάστημα από 5 -3 -1997 μέχρι 31-3 -1999. Στη συνέχεια το ίδιο ως άνω υποκατάστημα συνέχισε την συνταξιοδότηση του ενάγοντα για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-4-1999 μέχρι 31-3 -2000 με ποσοστό αναπηρίας 50%.
Συγχρόνως με τα ως άνω ο ενάγων με την από ....... εξουσιοδότηση του - με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του από το αστυνομικό τμήμα Κρανιδίου - προς την πληρεξούσια δικηγόρο του, εξουσιοδότησε την τελευταία να καταρτίσει με την δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία εξώδικο συμβιβασμό και ειδικότερα να εισπράξει για λογαριασμό του από την ασφαλιστική εταιρία το ποσό των 3.300.000 δραχμών για κάθε ζημία εκ του ατυχήματος παρούσα ή μέλλουσα, θετική ή αποθετική, καθώς και για κάθε μεταγενέστερη ζημία του.
Έτσι, η πληρεξούσια δικηγόρος του προήλθε στον από....... εξώδικο συμβιβασμό με την δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, η οποία ενεργούσε και για λογαριασμό του ασφαλισμένου της και υπαιτίου του ατυχήματος πρώτου εναγόμενου, κατά ρητή δήλωση αυτής, και έτσι εισέπραξε η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος το ποσό των 3.300.000 δραχμών με αντίστοιχη παραίτηση των αξιώσεων του ενάγοντος σύμφωνα με το περιεχόμενο της εξουσιοδοτήσεως, καθώς επίσης και από το δικαίωμα εγέρσεως αγωγής έναντι και των δύο εναγομένων, τέλος δε και από το δικαίωμα διαρρήξεως του εξώδικου συμβιβασμού.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα ως άνω πλήρως αποδειχθέντα, μεταξύ του βαθμού των σωματικών βλαβών του ενάγοντος, όπως αυτές εκτέθηκαν, και του ποσού της αποζημιώσεως που αυτός έλαβε (3.300.000 δρχ.) δεν υφίσταται δυσαναλογία και μάλιστα κραυγαλέα, όπως ο νόμος απαιτεί, επιπλέον δεν προέκυψαν μεταγενέστερες συνέπειες εκ του ατυχήματος, ώστε ο ως άνω εξώδικος συμβιβασμός -χωρίς βεβαίως να ανατραπεί- να προσαρμοσθεί στην νέα μεταβληθείσα κατάσταση.
Ο ενάγων, βέβαια, και προς υποστήριξη της ως άνω προϋποθέσεως που θέτει ο νόμος (αρθρ. 179 ΑΚ) για την ακυρότητα του εξώδικου συμβιβασμού, ισχυρίζεται ότι εξ αιτίας του ατυχήματος αυτού κατέστη ανάπηρος κατά ποσοστό 80%. Όμως, όπως ήδη έχει εκτεθεί το υπ/μα ΙΚΑ Τριπόλεως με την πρώτη απόφαση του δ/ντή δέχθηκε ποσοστό αναπηρίας του 80%, ενώ με την μεταγενέστερη απόφαση του ίδιου ποσοστό 50%, χωρίς όμως τα ως άνω ποσοστά αναπηρίας να δικαιολογούνται τουλάχιστον από τη νομίμως προσκομισθείσα και μοναδική από ........
ιατρική γνωμάτευση. Άλλωστε, κατά το χρόνο καταρτίσεως του εξώδικου συμβιβασμού (.....), εάν ο ενάγων ήταν ανάπηρος και μάλιστα σε ποσοστό 80%, όχι μόνο θα μπορούσε να προβλεφθεί η κατάσταση του, αλλά θα είχε οπωσδήποτε τεθεί από αυτόν κατά τις διαπραγματεύσεις, αφού ήδη ο ίδιος είχε υποβάλει στο υπ/μα ΙΚΑ Τριπόλεως την από .......
αίτηση του για απονομή συντάξεως. Πλέον των ως άνω ο ενάγων εργάζεται ως οδοκαθαριστής στον Δήμο Κρανιδίου από 6-6-2000 και εφεξής ασφαλιζόμενος στον κλάδο "Βαρέων ΤΕΑΜ" (βλ. από ....... έγγραφο υπ/τος ΙΚΑ Κρανιδίου και από ........ έγγραφο Δήμου Κρανιδίου). Επίσης, ως προς την δεύτερη προϋπόθεση που θέτει ο νόμος αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων κατά το χρόνο της από ........
εξουσιοδοτήσεώς του προς την πληρεξούσια δικηγόρο του, καθώς και κατά το χρόνο καταρτίσεως του από ..... εξώδικου συμβιβασμού είχε ήδη ενηλικιωθεί (27-21997) και έτσι ήταν σε θέση να γνωρίζει την σημασία των πράξεων του. Ως προς τον ισχυρισμό του, ότι αυτός κατά το χρόνο καταρτίσεως του εξώδικου συμβιβασμού είχε άμεση οικονομική ανάγκη ώστε να μη εκτιμήσει τις συνέπειες της πράξεώς του, θα μπορούσε αυτός σε συνεννόηση με την πληρεξούσια δικηγόρο του να καταθέσει αρμοδίως αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ώστε να επιδικασθεί προσωρινά ένα μέρος των αξιώσεων του.
Τέλος, ως προς την τρίτη και τελευταία προϋπόθεση που θέτει ο νόμος (αρθρ. 179 ΑΚ), δηλαδή την εκμετάλλευση από τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία των ως άνω καταστάσεων του ενάγοντος (απειρία και άμεσα οικονομική ανάγκη), παρεκτός του ότι δεν αναφέρονται στην ένδικη αγωγή συγκεκριμένα περιστατικά, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτή (ασφαλιστική εταιρία) γνώριζε την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου της ενάγοντος και παρά ταύτα προχώρησε στην κατάρτιση του εξώδικου συμβιβασμού, εκμεταλλευόμενη έτσι την κατάσταση του.
Άλλωστε, η τελευταία νομίμως συνεβλήθη με την πληρεξούσια δικηγόρο του ενάγοντος εξουσιοδοτημένη με συγκεκριμένη εντολή, δηλαδή την κατάρτιση του εξώδικου συμβιβασμού.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που αναγνώρισε την ακυρότητα του εξώδικου συμβιβασμού, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Μετά απ' αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Δεν παραβίασε, αλλά σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 178, 179, 180 και 871 ΑΚ. Επίσης δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας (τα οποία στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται), που αφορούν την ερμηνεία των κανόνων αυτών του δικαίου και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Σύμφωνα με αυτά δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες που προβλέπονται από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Επομένως, οι πρώτος, τρίτος και πέμπτος κύριοι λόγοι αναίρεσης και όλοι οι πρόσθετοι (με τους οποίους επαναλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής για τις επικαλούμενες εκεί αιτίες ακύρωσης του εξώδικου συμβιβασμού για τη συμπλήρωση και διευκρίνιση των κύριων λόγων), που υποστηρίζουν στα οικεία μέρη τους τα αντίθετα, πρέπει, πέραν της αοριστίας τους από το γεγονός ότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα όλες οι κρίσιμες πραγματικές διαπιστώσεις της προσβαλλομένης (δεν αρκεί η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου), η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, που βρίσκεται η παραβίαση, οι ισχυρισμοί (αγωγικοί, ενστάσεις) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή τους, ως προς τους οποίους η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η εξειδίκευση των σφαλμάτων του δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 28/1998, 32/1996), να απορριφθούν σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης γίνεται φανερό, ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε άμεσα ή έμμεσα κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων που υπόγραψαν τον εξώδικο συμβιβασμό, γι' αυτό και το ως άνω πόρισμά του είναι σαφές. Κατά συνέπεια, η αιτίαση του ίδιου πρώτου κύριου λόγου αναίρεσης, που προσάπτει την απόφαση την πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ για μη προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί, ανεξάρτητα από την αοριστία της γιατί δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό η αμφιβολία στη σύμβαση του συμβιβασμού, ως αβάσιμη σε κάθε περίπτωση.
Επίσης, η παραδοχή του Εφετείου ότι " για την αντιμετώπιση της οικονομικής κατάστασης ο αναιρεσείων μπορούσε να ζητήσει επιδίκαση απαίτησης με ασφαλιστικά μέτρα" δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αλλά επιχείρημα από εκτίμηση αποδείξεων (Ολ ΑΠ 469/1984), καθώς και συμπέρασμα από περιστατικά που βεβαιώθηκαν από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά στοιχεία των διαδίκων, άρα ο αντίθετος τέταρτος κύριος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτος.
Ομοίως, ο δεύτερος κύριος λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστες "αυτοτελείς αιτήσεις της αγωγής του αναιρεσείοντος, γιατί τα επικαλούμενα άρθρα 178, 180, 871 και 872 ΑΚ παρήλθε σιγή, χωρίς ειδικότερη αναφορά στις προτεινόμενες σ' αυτή ενστάσεις και ιδιαίτερα στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τους κανόνες δημόσιας τάξης και της καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, που θεμελιώνουν την ακυρότητα του προσβαλλόμενου εξώδικου συμβιβασμού", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αναφορικά με αιτήσεις από τα άρθρα 178, 180 και 871 ΑΚ, διότι προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης ότι η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της με τις πιο πάνω αιτιολογίες και έτσι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, σε σχέση με αίτηση από το άρθρο 872 ΑΚ, διότι, όπως προαναφέρθηκε, στην αγωγή του ο αναιρεσείων δεν ζήτησε ακύρωση του συμβιβασμού με επίκληση κάποιων συγκεκριμένων γεγονότων που θεμελιώνουν βάση από το άρθρο 872 ΑΚ.
Τέλος, οι αιτιάσεις όλων των λόγων αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττουν την αναιρετική ανέλεγκτη για πραγματικά γεγονότα εκτίμηση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2006 αίτηση και τους από 19-7-2007 πρόσθετους λόγους του Χ1, για αναίρεση της 5728/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της παρούσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑLLΙΑΝΖ ΑΕΓΑ", την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ