Supreme Court dismisses appeal on property dispute, ruling no grounds for annulment found.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the final appeal judgment regarding a property dispute. The appellant argued the lower court's decision contained contradictions and omitted essential reasoning, but the court found no actual inconsistencies between the operative and motivational parts of the judgment. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3 and 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the alleged grounds for annulment, such as contradictions or omissions, are found to be unfounded upon review of the judgment's text.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1975 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1975/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ρήγα.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αλεξόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07-01-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 293/2023 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-09-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίσιν, από 29.09.2023 (και αριθμό καταθ. 433/37/20. 10.2023) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 293/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 21.02.2022 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμόν 112/2021 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 07.01.2020 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την κύρια βάση της (ενοχική εκ χρησιδανείου προς απόδοση του πράγματος) και την είχε κάνει εν μέρει δεκτή και κατ' ουσίαν κατά την επικουρική της βάση (διεκδικητική προς απόδοση του πράγματος με σωρευόμενο αίτημα αναγνωρίσεως της κυριότητας ακινήτου) αναγνωρίζοντας ότι η αναιρεσίβλητη είναι αποκλειστική κυρία του αναφερομένου ακινήτου και στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας επί της ουσίας την υπόθεση δέχθηκε κατ' ουσίαν την άνω αγωγή ως προς την κύρια βάση αυτής, με την οποία η αναιρεσίβλητη ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της αποδώσει την χρήση και κατοχή του ως άνω ακινήτου με βάση την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση χρησιδανείου αορίστου χρόνου, η οποία λύθηκε με καταγγελία της. 2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟΛΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 21.08.2023, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 20.10.2023 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία.
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ). 3.- Κατά την διάταξη του άρθρου 810 του ΑΚ με την σύμβαση χρησιδανείου, η οποία φέρει ενοχικό χαρακτήρα και μπορεί να καταρτιστεί ατύπως, έστω και αν αφορά ακίνητο, ο χρήστης παραχωρεί στον χρησάμενο, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, χωρίς αντάλλαγμα, πράγμα κινητό ή ακίνητο και ο χρησάμενος υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα στο χρήστη μετά την λήξη της συμβάσεως.
Ο όρος παραχωρήσεως της χρήσεως χωρίς αντάλλαγμα είναι ουσιώδης, διότι, αν συμφωνήθηκε "αντάλλαγμα" η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως χρησιδάνειο, αλλά χαρακτηρίζεται είτε ως μίσθωση ή άλλη μικτή σύμβαση μη ρυθμιζόμενη πάντως από τις διατάξεις περί χρησιδανείου. Ως αντάλλαγμα θεωρείται κάθε παροχή, την οποία λαμβάνει ο χρήστης δυνάμει της συμβάσεως, καθώς και κάθε ωφέλεια, που έχει αυτός από την χρήση του πράγματος από τον χρησάμενο, εφόσον αυτή, υπό τις συγκεκριμένες κάθε φορά περιστάσεις είναι τόσο σημαντική που να αφαιρεί από την πράξη του χρήστη τον χαρακτήρα της αγαθοσύνης, που οριοθετεί το χρησιδάνειο από τις άλλες συμβάσεις.
Ο χρησάμενος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 810, 980 και 982 του ΑΚ, δεν αποκτά νομή επί του πράγματος, αλλά μόνο την κατοχή του, και ασκεί τη νομή, η οποία παραμένει στον χρήστη, στο όνομα του τελευταίου, με συνέπεια, όσο διαρκεί η σύμβαση του χρησιδανείου να μην μπορεί ο χρησάμενος να χρησιδεσπόζει επί του πράγματος.
Από την άνω διάταξη του άρθρου 810 του ΑΚ προκύπτει επίσης, σαφώς, ότι το χρησιδάνειο καταρτίζεται με σύμβαση μεταξύ του χρήστη και του χρησάμενου, η οποία δεν υπόκειται σε κανέναν τύπο και μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από πράξεις των συμβαλλόμενων, ενώ και η παροχή του χρήστη, αναλόγως του περιεχομένου της συμβάσεως, την φύση της συγκεκριμένης χρήσεως και γενικώς των περιστάσεων, συνίσταται συνήθως σε πράξη αυτού και ειδικότερα στην παράδοση του πράγματος, ήτοι της φυσικής εξουσίας επ' αυτού, χωρίς να αποκλείεται να συνίσταται και σε παράλειψη ή ανοχή του χρήστη (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1133/2018, ΑΠ 407/2009).
Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 1094 και 1095 του ΑΚ περί της διεκδικητικής αγωγής, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 810 έως 819 του ιδίου Κώδικα περί χρησιδανείου, προκύπτει ότι ο κύριος του πράγματος (κινητού ή ακινήτου) και χρήστης, σε περίπτωση που αυτό έχει δοθεί ως χρησιδάνειο δικαιούται μετά την λήξη του χρησιδανείου να ασκήσει προς απόδοσή του τόσο την διεκδικητική αγωγή όσο και την αγωγή από το χρησιδάνειο.
Αν το χρησιδάνειο ορίσθηκε για αόριστο χρόνο η σύμβαση, ανεξάρτητα από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 817 του ΑΚ, λύεται με καταγγελία εκ μέρους του χρήστη (άρθρο 323 του ΑΚ και κατ' ανάλογη εφαρμογή 669 παρ. 2 εδ. α' και 767 παρ. 1 του ΑΚ), η οποία επιδίδεται στον χρησάμενο-αντισυμβαλλόμενο αυτού (ΟλΑΠ 170/2003, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 757/2008).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005).
Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, ήτοι με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, η οποία καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η άνω παραβίαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998). Ο λόγος αναιρέσεως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία, αντιστοίχως, της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανελέγκτως διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπληρώσεως ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 574/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 416/1993).
Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητώς στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και εμμέσως από αυτήν, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπιστώσεως στην απόφαση ή ακόμη και παρά την ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν έτσι να καταφύγει στην συμπλήρωση ή αναλόγως στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993).
Παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, υπό την έννοια της ευθείας -κατ' αρχήν-παραβάσεως των κανόνων αυτών στην περίπτωση κατά την οποία το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας ως προς την ερμηνεία ή συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1645/2022, ΑΠ 205/2020, ΑΠ 898/2019). 4. - Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 810 του ΑΚ, δια εσφαλμένης ερμηνείας και υπαγωγής σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αν και δεν συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής της, με συνέπεια να καταλήξει στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι η παραχώρηση από την αναιρεσίβλητη στον ίδιο της χρήσεως του κειμένου στην Αυλίδα και ήδη επιδίκου ακινήτου της συνιστά δήθεν σύμβαση χρησιδανείου και όχι ανταλλακτική σύμβαση και δη σύμβαση μισθώσεως με αντάλλαγμα (για την παραχώρηση της χρήσεως του άνω ακινήτου) την παροχή προς την αναιρεσίβλητη της χρήσεως του μεριδίου του επί του κειμένου στην Αθήνα ακινήτου της συγκυριότητά τους, όπως θα έπρεπε. 5.- Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη με την από 07.01.2020 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ιστορούσε ότι δυνάμει του αναφερομένου συμβολαίου, νομίμως μεταγραφέντος, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα το αναλυτικώς περιγραφόμενο και ήδη επίδικο ακίνητο και ότι με την αναφερόμενη δικαστική απόφαση λύθηκε αμετακλήτως ο γάμος της με τον εναγόμενο, προς τον οποίο, κατόπιν προφορικής μεταξύ τους συμφωνίας, παραχώρησε τον Αύγουστο του 2003 την αποκλειστική χρήση του άνω ακινήτου χωρίς αντάλλαγμα για αόριστο χρονικό διάστημα.
Ότι τον Απρίλιο του 2019, κατόπιν επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας της, ειδοποίησε προφορικώς τον εναγόμενο να της αποδώσει την χρήση του επιδίκου ακινήτου προκειμένου να διαμένει η ίδια για τις ανάγκες της αποθεραπείας της και ότι, ακολούθως, παρότι στις 25.06.2019 επέδωσε στον εναγόμενο εξώδικη καταγγελία με την οποία κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση χρησιδανείου καλώντας τον να της αποδώσει τη χρήση του επιδίκου εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ο τελευταίος αρνείται να της αποδώσει την χρήση του αποβάλλοντάς την έτσι από τη νομή του και προσβάλλοντας το δικαίωμα κυριότητάς της επ' αυτού.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, κυρίως μεν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος εκ της συμβάσεως χρησιδανείου, η οποία έληξε κατόπιν της επιδοθείσας σε αυτόν καταγγελίας, να της αποδώσει την χρήση του άνω ακινήτου και επικουρικώς να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επ' αυτού και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει τη νομή και κατοχή του.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αρχικά, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμόν 112/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή κατά την κύρια βάση της (ενοχική εκ χρησιδανείου προς απόδοση του πράγματος), την δέχθηκε κατ' ουσίαν κατά την επικουρική της βάση (διεκδικητική προς απόδοση του πράγματος με σωρευόμενο αίτημα αναγνωρίσεως της κυριότητας ακινήτου) αναγνωρίζοντας ότι η αναιρεσίβλητη είναι αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου.
Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη άσκησε την από 21.02.2022 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, ακολούθως, κρατώντας και δικάζοντας επί της ουσίας την υπόθεση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την κύρια βάση της κρίνοντας ειδικότερα ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση συνιστούσε σύμβαση χρησιδανείου η οποία έληξε με εξώδικη καταγγελία της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη την χρήση και κατοχή του επιδίκου.
Πλέον συγκεκριμένα, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων και την λήξη αυτής με την εξώδικη καταγγελία της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, της υπ' αριθμ. .../2020 ένορκης βεβαίωσης της Α.
Χ., η οποία ελήφθη ενώπιον της Ειρηνοδίκου Κορωπίου, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου, της υπ' αριθμ. .../2020 ένορκης βεβαίωσης του Δ. Κ., η οποία ελήφθη ενώπιον της Ειρηνοδίκου Χαλκίδας, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου, της υπ' αριθμ. .../2020 ένορκης βεβαίωσης της Ι.
Κ., η οποία ελήφθη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Δ. Μ., ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγούσης και της υπ' αριθμ. .../2020 ένορκης βεβαίωσης του Θ. Φ., η οποία ελήφθη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σ., ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγούσης, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1979 συμβολαίου πώλησης αγροτικού ακινήτου, υπό διαλυτική αίρεση του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Α., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ...-81 εξόφληση υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου και άρση της διαλυτικής αίρεσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
Κ., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία του ως άνω υποθηκοφυλακείου, η ενάγουσα απέκτησε λόγω αγοράς, την πλήρη κυριότητα ενός αγροτεμαχίου κειμένου στην θέση "ΛΗΘΗ" κτηματικής περιφέρειας παραλίας Αυλίδος, εκτός οικισμού και ζώνης της Κοινότητας παραλίας Αυλίδος, εκτάσεως σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως 297 τμ, το οποίο εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Απριλίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα - μηχανικού Ι.
Χ., που προσαρτάται στον ως άνω τίτλο κτήσεως και συνορεύει νότια, επί πλευρά Α-Β μήκους 13,5 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Σ., δυτικά, επί πλευράς Β-Γ μήκους 22 μέτρων με αγροτική οδό, βόρεια, επί πλευράς Γ-Δ μήκους 13,5 μέτρων με ιδιοκτησία Α. Λ. και ανατολικά επί πλευράς Δ-Α μήκους 22 μέτρων με ιδιοκτησία Α. Χ.
Περαιτέρω, στις 18/5/1980 οι διάδικοι τέλεσαν στην Αθήνα νόμιμο θρησκευτικό γάμο. Στη συνέχεια ο εναγόμενος και νυν εφεσίβλητος δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1987 συμβολαίου πώλησης αγροτικού ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ...-1990 εξόφληση υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου και κατάργηση διαλυτικής αίρεσης, της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα, στο ως άνω υποθηκοφυλακείο, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στην θέση "ΚΑΤΩ ΛΗΘΗ" της κτηματικής περιφέρειας παραλίας Αυλίδος, εκτός οικισμού και εκτός ζώνης της Κοινότητας παραλίας Αυλίδος, εκτάσεως 294,75 τμ κατά τον ως άνω τίτλο κτήσεως.
Το ως άνω ακίνητο συνορεύει δυτικά σε πλευρά μήκους 22 μέτρων με το προαναφερόμενο ακίνητο της πρώην συζύγου του. Επί των ως άνω ακινήτων μετά το θέρος του έτους 1987 ξεκίνησαν οικοδομικές εργασίες, δίχως την έκδοση άδειας από την αρμόδια πολεοδομική αρχή, καθώς αμφότερα τα ακίνητα βρίσκονταν εκτός οικισμού.
Τα δύο ακίνητα έφεραν κοινή περίφραξη εμφαινόμενα ως ενιαία ιδιοκτησία. Περί τα μέσα του έτους 2000 ολοκληρώθηκαν οι οικοδομικές εργασίες, με την αποπεράτωση αυθαίρετης διώροφης οικοδομής (μονοκατοικίας). Η ως άνω μονοκατοικία κατασκευάστηκε εντός του αγροτεμαχίου της εναγούσης και νυν εκκαλούσης, με πολύ μικρό τμήμα της εντός της ιδιοκτησίας του εναγομένου.
Πιο συγκεκριμένα, στην ιδιοκτησία της εναγούσης, η επιφάνεια της οποίας σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως ήταν 297 τμ και με την υφιστάμενη κατάσταση 295,28 τμ, περιλαμβάνονται ο ισόγειος και πρώτος όροφος της διώροφης οικοδομής, ενώ στη βορειοδυτική γωνία του ακινήτου, σε επαφή με την αγροτική οδό ... και την ιδιοκτησία του Ε.
Μ. υπάρχει ανοικτό υπόστεγο εμβαδού 10,05 τμ. και στη νοτιοδυτική γωνία σε επαφή με την αγροτική οδό ... και την ιδιοκτησία του Η. Τ. υφίσταται ανοικτό υπόστεγο εμβαδού 11,22 τμ.
Στην ιδιοκτησία του εναγομένου και νυν εφεσιβλήτου, η επιφάνεια της οποίας είναι 294,75 τμ κατά τον τίτλο κτήσεως και με την υφιστάμενη κατάσταση 290,64 τμ, περιλαμβάνονται μικρό τμήμα του ημιϋπαίθριου χώρου του ισογείου ορόφου, τμήμα της στέγης, εξωτερική κλίμακα, κάτω από την οποία υπάρχει αποθήκη, βόθρος και διαμόρφωση με παρτέρι συνδεόμενο με την οικοδομή.
Τον Αύγουστο του 2003 επήλθε διάσπαση στην έγγαμη σχέση των διαδίκων η οποία οδήγησε στη λύση του μεταξύ τους γάμου με την έκδοση της υπ' αριθμ. 6524/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Λόγω της διάσπασης της έγγαμης σχέσης τους η ενάγουσα μετοίκησε με τις ενήλικες θυγατέρες της, σε διαμέρισμα στην Αθήνα, την κυριότητα του οποίου είχε αποκτήσει από κοινού με τον εναγόμενο πρώην σύζυγό της, ενώ ο τελευταίος κατόπιν σχετικής συμφωνίας με την ενάγουσα, παρέμεινε στην αυθαίρετη μονοκατοικία, με το δικαίωμα να την χρησιμοποιεί αποκλειστικά, χωρίς κάποιο αντάλλαγμα, ως κατοικία.
Με τον τρόπο αυτό καταρτίστηκε άτυπα σύμβαση χρησιδανείου, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος συμφωνήθηκε ότι θα κάνει χρήση της αυθαίρετης και ήδη τακτοποιηθείσας πολεοδομικά προαναφερθείσας διώροφης μονοκατοικίας, η οποία οικοδομήθηκε καταλαμβάνοντας τμήματα αμφοτέρων των αυτοτελών ιδιοκτησιών, όπως περιγράφεται πιο πάνω.
Ο εναγόμενος ανέλαβε την διενέργεια όλων εκείνων των πράξεων για την συντήρηση και καλή λειτουργία της οικοδομής. Το γεγονός της συμφωνίας καθ' εαυτής, περί της παροχής της αποκλειστικής χρήσης σε αυτόν της επίδικης μονοκατοικίας, δεν αρνείται ούτε ο εναγόμενος, ο οποίος επικαλείται επιχειρήματα ουσίας που βάλλουν κατά του χαριστικού χαρακτήρα της τελευταίας, αμφισβητώντας αυτή, ως σύμβαση χρησιδανείου, με τον ισχυρισμό, ότι για την χρήση αυτή παρέχει ως αντάλλαγμα, την αποκλειστική χρήση στην ενάγουσα, του κειμένου στην Αθήνα διαμερίσματος, επί του οποίου τυγχάνουν συγκύριοι.
Το γεγονός δε της de facto αντιμετώπισης των δύο ιδιοκτησιών, ως ενιαίου λειτουργικά ακινήτου, δεν συνεπάγεται δίχως άλλο την μεταβολή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων αμφοτέρων των διαδίκων, επί των επιδίκων ακινήτων, ανεξάρτητα του ότι η ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο του χρήστη, δεν αποτελεί προϋπόθεση έγκυρης μετάθεσης της χρήσης, από τον τελευταίο στον χρησάμενο στο πλαίσιο της ενοχικής σύμβασης του χρησιδανείου.
Άλλωστε, για το λόγο αυτό υποχρεώθηκαν αμφότεροι οι διάδικοι, στο πλαίσιο της πολεοδομικής τακτοποίησης του αυθαιρέτου κτίσματος, να προβούν αυτοτελώς, στις σχετικές διαδικασίες νομιμοποίησης, ενώπιον της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος κατέστη συγκύριος του ανήκοντος κατά πλήρη κυριότητα στην ενάγουσα ακινήτου, επί του οποίου έχει ανεγερθεί, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, η επίδικη μονοκατοικία.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι στις 25/6/2019 η ενάγουσα επέδωσε στον εναγόμενο εξώδικη καταγγελία με την οποία κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση χρησιδανείου, καλώντας τον τελευταίο να της αποδώσει τη χρήση του επίδικου ακινήτου, τάσσοντάς του προθεσμία μέχρι τις 26/8/2019. Μάλιστα στην εν λόγω εξώδικη δήλωση επικαλούνταν λόγους υγείας που προέκυψαν από την επιδείνωση προβλήματος στην σπονδυλική της στήλη για την αντιμετώπιση του οποίου καθίσταται αναγκαία η μετακίνησή της και η διαμονή της στην χρησιδανεισθείσα στον εναγόμενο μονοκατοικία.
Ο εναγόμενος, καίτοι, παρήλθε η ταχθείσα προθεσμία, αρνείται να αποδώσει σε αυτή τη χρήση του επίδικου ακινήτου, αποβάλλοντάς την με τον τρόπο αυτό από τη κατοχή του. Η καταγγελία στην οποία προέβη η ενάγουσα δεν συνιστά άκαιρη καταγγελία, δεδομένου του προβλήματος που αντιμετωπίζει. Η τελευταία έθεσε προθεσμία στον εναγόμενο προκειμένου να μεταβεί ομαλά στην μετά την καταγγελία κατάσταση.
Ο εναγόμενος από την άλλη πλευρά, δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία αντικειμενικά να προκύπτει η ζημία, που θα επέλθει με την αποχώρησή του από την επίδικη μονοκατοικία, αφού κάλλιστα μπορεί να κάνει χρήση του παραχωρηθέντος από αυτόν, στην ενάγουσα διαμερίσματος, καταγγέλλοντας την αντίστοιχη συμφωνία παραχώρησης χρήσης του στην τελευταία.
Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση χρησιδανείου μετά την παρέλευση δεκατριών ετών, δεν συνιστά δίχως άλλο κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της...... Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά έσφαλε, συνεπώς, πρέπει, να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, πρέπει η επίδικη αγωγή, να γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά την κύρια βάση της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την κύρια (ενοχική) βάση αυτής εκ του χρησιδανείου εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως και υποχρέωσε τον εναγόμενο, σύμφωνα με το αιτιολογικό και το διατακτικό της, "να αποδώσει στην ενάγουσα, την χρήση διώροφης μονοκατοικίας, εμβαδού 117 τμ, ο πρώτος όροφος της οποίας αποτελείται από ενιαίο χώρο κουζίνας - καθιστικού και από ένα μπάνιο και ο δεύτερος από δύο κρεβατοκάμαρες και ένα WC, κείμενης εντός ενός αγροτεμαχίου κειμένου στην θέση "ΛΗΘΗ" της κτηματικής περιφέρειας παραλίας Αυλίδος, τέως Δήμου Αυλίδος εκτός οικισμού και ζώνης της Κοινότητας παραλίας Αυλίδος, εκτάσεως σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως 297 τμ, το οποίο εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Απριλίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα - μηχανικού Ι.
Χ., που προσαρτάται στον ως άνω τίτλο κτήσεως και συνορεύει νότια, επί πλευρά Α-Β μήκους 13,5 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Σ., δυτικά, επί πλευράς Β-Γ μήκους 22 μέτρων με αγροτική οδό, βόρεια, επί πλευράς Γ-Δ μήκους 13,5 μέτρων με ιδιοκτησία Α. Λ. και ανατολικά επί πλευράς Δ-Α μήκους 22 μέτρων με ιδιοκτησία Α.. Χ.". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων είναι σύμβαση χρησιδανείου αορίστου χρόνου κάνοντας έτσι δεκτή και κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την κύρια βάση της εκ του χρησιδανείου, δεν παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 810 του ΑΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα και εφαρμόσθηκε εν προκειμένω και ορθώς, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη αυτή.
Τούτο, διότι τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επί της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά την κυρία βάση της, ήτοι: α) ότι η αναιρεσίβλητη, η οποία είναι αναμφισβητήτως αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου, κατά το έτος 2003, δυνάμει άτυπης συμβάσεως χρησιδανείου αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων παραχώρησε στον αναιρεσείοντα χωρίς αντάλλαγμα την χρήση του εν λόγω ακινήτου, β) ότι ο εναγόμενος κατείχε καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα το επίδικο στο πλαίσιο της άτυπης αυτής συμβάσεως, γ) ότι ενώ έληξε η σύμβαση χρησιδανείου με εξώδικη καταγγελία της αναιρεσίβλητης, η οποία επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 25.06.2019 τάσσοντάς του, συγχρόνως, εύλογη προθεσμία προς απόδοση του επιδίκου, ο τελευταίος αρνείται να της αποδώσει την χρήση και κατοχή αυτού και δ) ότι ο αναιρεσείων συνεχίζει έκτοτε, καίτοι παρήλθε η ταχθείσα προθεσμία, να κατέχει το επίδικο χωρίς δικαίωμα, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας του χρησιδανείου αορίστου χρόνου και δικαιολογούσαν, κατ' ορθή εφαρμογή της άνω διατάξεως, την υπαγωγή στο πραγματικό αυτής των ως άνω πραγματικών περιστατικών για τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, και συνακόλουθα την παραδοχή κατά τούτο της εφέσεως και της αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά την άνω κύρια βάση της εκ της συμβάσεως χρησιδανείου προς απόδοση του χρησιδανεισθέντος ακινήτου, η οποία έληξε κατόπιν της επιδοθείσας στον αναιρεσείοντα καταγγελίας της αναιρεσίβλητης και έτσι αυτή είχε δικαίωμα να το αναζητήσει, χωρίς να απαιτείται προς τούτο και η συνδρομή κάποιας εκ των περιπτώσεων εκ του άρθρου 817 του ΑΚ. (κατά την οποία ο χρήστης έχει δικαίωμα να απαιτήσει το πράγμα και πριν από την λύση της συμβάσεως, μεταξύ άλλων, αν ο ίδιος ο χρήστης, χρειάσθηκε επειγόντως το πράγμα).
Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 810 του ΑΚ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 5.- Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, με την αιτίαση ότι, καίτοι διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων και αφού προσέφυγε σε αποδεικτικά μέσα και επιχειρήματα προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, εις τρόπον ώστε, εξ αντιδιαστολής, να απορρίψει τον ουσιώδη ισχυρισμό του ότι η ένδικη σύμβαση είναι ανταλλακτική τοιαύτη και συγκεκριμένα ότι είναι σύμβαση μισθώσεως με αντάλλαγμα για την εκ μέρους του χρήση του κειμένου στην Αυλίδα ακινήτου της αναιρεσίβλητης την παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσεως σε αυτήν του κειμένου στην Αθήνα διαμερίσματος της συγκυριότητας των διαδίκων και όχι σύμβαση χρησιδανείου αορίστου χρόνου όπως δέχθηκε, παρά ταύτα, δεν προσέφυγε, παρά το νόμο, στην χρήση των ερμηνευτικών κριτηρίων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για να ανεύρει την αληθή βούληση των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των διαδίκων ως προς το αν αληθώς καταρτίστηκε η επικαλούμενη σύμβαση χρησιδανείου, αντί της πράγματι καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων ανταλλακτικής συμβάσεως, όπως τούτο προκύπτει από το πραγματικό γεγονός ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος παραχώρησε στο αντισυμβαλλόμενο μέρος ως αντάλλαγμα μέρος της χρήσεως του δικού του μεριδίου το μεν επί του επιδίκου ακινήτου που οικοδομήθηκε στην Αυλίδα καταλαμβάνοντας τμήματα αμφοτέρων των αυτοτελών ιδιοκτησιών τους, το δε επί τους διαμερίσματος της Αθήνας την κυριότητα του οποίου είχαν αποκτήσει από κοινού ο ίδιος και η αναιρεσίβλητη.
Ωστόσο, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του περί καταρτίσεως μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων άτυπης συμβάσεως χρησιδανείου αορίστου χρόνου, δεν διαπίστωσε -ούτε εμμέσως- όπως προκύπτει από τις ως άνω εκτιθέμενες ουσιαστικές παραδοχές του, την ύπαρξη ασάφειας (κενού ή αμφιβολίας) στις σχετικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων με το να δεχθεί την σύναψη μεταξύ τους της ως άνω συμβάσεως, η οποία έχει πράγματι τον χαρακτήρα της συμβάσεως χρησιδανείου, διότι η αναιρεσίβλητη, ως μόνη κυρία του επιδίκου, παραχώρησε ατύπως για αόριστο χρόνο την χρήση αυτού στον αναιρεσείοντα χωρίς αντάλλαγμα.
Ενώ και η κατάρτιση της δεύτερης συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, ήτοι η παραχώρηση στην αναιρεσίβλητη της αποκλειστικής χρήσεως του ανήκοντος μεριδίου του αναιρεσείοντος επί της κατοικίας της Αθήνας -συγκυριότητας των διαδίκων- δεν αναιρεί χωρίς άλλο τον χαρακτηρισμό της ένδικης συμβάσεως, βάσει της οποίας ο αναιρεσείων βρίσκεται στη χρήση του επιδίκου ακινήτου, ως συμβάσεως χρησιδανείου.
Η δε κρίση του Εφετείου, ότι δηλαδή η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είναι πράγματι σύμβαση χρησιδανείου, δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των διάδικων, ούτε εξάλλου συνιστούν ερμηνεία οι συλλογισμοί και τα επιχειρήματα του Εφετείου, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση) συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων και εκ τούτου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμός 1 περ. β' του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν προσέφυγε στους κανόνες αυτούς για να ανεύρει την αληθή βούληση των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των διαδίκων, καίτοι διαπίστωσε ασάφεια στις δηλώσεις τους, είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας στις ως άνω κρίσιμες δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων, ενώ το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, δεν διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας (κενού ή αμφιβολίας) ούτε δέχθηκε, έστω και εμμέσως, την συνδρομή ασάφειας στις δηλώσεις τους αυτές, ώστε να έπρεπε να προσφύγει σε ερμηνεία της βουλήσεώς τους και να συντρέχει έτσι περίπτωση παραβιάσεως των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, στους οποίους ορθώς εν προκειμένω δεν προσέφυγε το Εφετείο.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αναφορικά με την, κατά την άποψή του, φύση, νομικό χαρακτηρισμό, ερμηνεία και το νόημα της ένδικης συμβάσεως, αλλά και την αληθή βούληση των συμβληθέντων διαδίκων, που περιλαμβάνονται στον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά τις οποίες η ένδικη σύμβαση ερμηνευόμενη κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη χαρακτηρίζεται ως ανταλλακτική σύμβαση και δη ως μίσθωση με αντάλλαγμα για την παραχώρηση της χρήσεως του ακινήτου της αναιρεσίβλητης την παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσεως του μεριδίου του αναιρεσείοντος επί του διαμερίσματος της Αθήνας, του οποίου οι διάδικοι είναι συγκύριοι, είναι κατά το μέρος τους αυτό απαράδεκτες, διότι δι' αυτών αποδίδεται μεν ευθεία παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ ως προς τη συνδρομή των πραγματικών προϋποθέσεων της εφαρμογής τους, στην πραγματικότητα, όμως, υπό την επίφαση συνδρομής των άνω επικαλούμενων αναιρετικών πλημμελειών από το λόγο αυτόν, πλήττεται πλέον, μέσω των παραπάνω επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου ως προς το σαφές και αναμφίβολο περιεχόμενο της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως χρησιδανείου αορίστου χρόνου και συνακόλουθα ως προς την μη συνδρομή υπάρξεως ασάφειας (κενού ή αμφιβολίας) στην σύμβαση αυτή. 6.- Από την διάταξη του άρθρου 810 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 816 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι νόμιμος τρόπος λήξεως του χρησιδανείου αορίστου χρόνου είναι, ανεξάρτητα από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 817 του ΑΚ, και η καταγγελία της συμβάσεως από τον χρήστη (άρθρο 323 του ΑΚ και κατ' ανάλογη εφαρμογή 669 παρ. 2 α' και 767 παρ. 1 του ΑΚ), αρκεί να μην ασκείται το δικαίωμα καταγγελίας ακαίρως και επιζημίως για τον χρησάμενο (άρθρα 200, 281, 288 του ΑΚ), ενόψει της ιδιάζουσας φύσεως του χρησιδανείου ως συμβάσεως φιλαλληλίας, αγαθοσύνης και κοινωνικής ευπρέπειας, γεγονός πάντως, που αποτελεί περιεχόμενο σχετικής ενστάσεως εκ μέρους του εναγομένου χρησάμενου (ΑΠ 1645/2022, ΑΠ 1133/2018, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1913/2008, ΑΠ 1779/1995).
Οι διατάξεις όμως των άρθρων 816 επ. του ΑΚ, που ρυθμίζουν το είδος και την διάρκεια της χρήσεως του χρησιδανεισθέντος πράγματος είναι ενδοτικού δικαίου. Για τον λόγο αυτό είναι δυνατόν να συμφωνηθεί στη σύμβαση χρησιδανείου ότι ο χρήστης δύναται να αναζητήσει την επιστροφή του πράγματος οποτεδήποτε το θελήσει, οπότε ο χρησάμενος στη περίπτωση αυτή, εφόσον του ζητηθεί το πράγμα, υποχρεούται σε άμεση απόδοσή του και αν δεν έγινε η χρήση ή δεν την ολοκλήρωσε ή δεν συνέτρεξε κάποια περίπτωση από το άρθρο 817 του ΑΚ.
Σε κάθε περίπτωση, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 810, 816, 817 και 288 του ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα του χρήστη για αναζήτηση του πράγματος πρέπει να ασκείται όπως επιβάλλεται από την καλή πίστη και, επομένως, δεν μπορεί να ασκηθεί ακαίρως και κατά τρόπο που προσκρούει στην αρχή της καλής πίστεως (ΑΠ 1903/2008, ΑΠ 1133/2008), εφόσον όμως προβληθούν από τον χρησάμενο οφειλέτη τα πραγματικά περιστατικά που είναι κρίσιμα για την εφαρμογή του κανόνος δικαίου του άρθρου 288 του ΑΚ, του οποίου επικαλείται την εφαρμογή (ΑΠ 1913/2008).
Η καταγγελία δεν απαιτείται να γίνεται πανηγυρικώς ούτε υποβάλλεται σε ορισμένο τύπο, αλλά είναι άτυπη μονομερής απευθυντέα δήλωση, που επιφέρει τα αποτελέσματά της χωρίς να πρέπει να γίνει δεκτή από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 407/2009).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντιθέτως η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτώς προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/ 2005, ΟλΑΠ 25/2003), όχι όμως οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί, η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997).
Δεν στοιχειοθετείται ο άνω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 12/1991), ρητώς ή σιωπηρώς (ΑΠ 839/2010), είτε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 117/2013) και συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως (ΑΠ 54/2017).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, συνακόλουθα, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υφίσταται και όταν η απόφαση έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος.
αλλά αυτός δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 1/1999). Ανεπάρκεια αιτιολογίας κατά την έννοια της άνω διατάξεως υφίσταται όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ΟλΑΠ 15/2006).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020), διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ. 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για ανεπάρκεια αιτιολογίας πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:
α) ότι η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, β) ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι μόνον αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1438/2009, ΑΠ 1206/2008).
7.- Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με τις αιτιάσεις ότι στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών για ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ισχυριζόμενος ειδικότερα:
α) με τον δεύτερο λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση της σχετικά με το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει η αναιρεσίβλητη και την συνεπεία τούτου εφαρμογή του άρθρου 817 του ΑΚ, διότι δεν εκθέτει πως αποδείχθηκε το πρόβλημα που ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζει η αναιρεσίβλητη αρκούμενη μόνο στην επίκληση του προβλήματος εκ μέρους της και β) με τον τρίτο λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση της σχετικά με την απόρριψη του νομίμως προταθέντος ισχυρισμού του-ενστάσεως περί του ότι η γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως χρησιδανείου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ήταν άκαιρη και επιζήμια για τον ίδιο και ως τέτοια αντίθετη προς την καλή πίστη (άρθρα 200 και 288 του ΑΚ), διότι, όπως ισχυρίζεται, το Εφετείο δεν εκτίμησε τους εμπεριεχόμενους στις πρωτόδικες και εφετειακές προτάσεις του ουσιώδεις ισχυρισμούς του, σύμφωνα με τους οποίους υφίσταται ζημία λόγω της άκαιρης καταγγελίας της συμβάσεως χρησιδανείου εξαιτίας κυρίως των δαπανών στις οποίες ήδη υποβλήθηκε εν γνώσει της αναιρεσίβλητης για την βελτίωση του επιδίκου και στις δαπάνες μισθωμάτων στις οποίες θα πρέπει να υποβληθεί μισθώνοντας νέα κατοικία αφού δεν έχει άλλη, ενώ και το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη ζητά την απόδοση του κειμένου στην Αυλίδα επιδίκου ακινήτου χωρίς συγχρόνως να παραχωρεί την χρήση του κειμένου στην Αθήνα ακινήτου της συγκυριότητάς τους καθιστά άκαιρη την καταγγελία της και επιζήμια εις βάρος του, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων το Εφετείο στήριξε την κρίση του για τα άνω ζητήματα.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, διότι εκτίθενται μεν σε αυτό οι εμπεριεχόμενοι στις πρωτόδικες και εφετειακές προτάσεις ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που, κατά τις απόψεις του, στηρίζουν την εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 810, 816, 817, 200 και 288 του ΑΚ και οι ως άνω προβαλλόμενες αιτιάσεις ως προς το καταληκτικό πόρισμα του Εφετείου, δεν διαλαμβάνονται, όμως, με πληρότητα και σαφήνεια οι κρίσιμες -ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς- παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το Εφετείο και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για την βασιμότητα της βάσεως της αγωγής εκ του χρησιδανείου και της καταγγελίας της συμβάσεως αυτής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, αλλά και την αβασιμότητα των άνω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος χωρίς να αρκεί η έκθεση στο αναιρετήριο μόνο των κατά την εκδοχή του τελευταίου εντελώς αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Εξάλλου δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι επιπλέον παραδοχές τις οποίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη ώστε η αιτιολογία της να είναι πλήρης (ΟλΑΠ 20/2005), ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των επικαλούμενων αναιρετικών πλημμελειών, χωρίς να αρκούν οι γενικές εκφράσεις περί "ανεπάρκειας" (ΟλΑΠ 32/1996).
Ενώ, με τους ίδιους λόγους, κατά τα λοιπά, υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, αποκλειστικώς, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, τα οποία αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, επί της ουσίας κρίση του Εφετείου περί της υποθέσεως.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, οι λόγοι αυτοί, ενόψει των ως άνω εκτιθέμενων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, είναι και αβάσιμοι, διότι αντιθέτως με τα όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα περί της λύσεως της ένδικης συμβάσεως χρησιδανείου αορίστου χρόνου χωρίς την συνδρομή περιπτώσεως από το άρθρο 817 του ΑΚ και περί του ότι η γενόμενη καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσίβλητης δεν ήταν άκαιρη και επιζήμια, δοθέντος ότι το εξαχθέν από τις αποδείξεις πόρισμά της σχετικά με τα ζητήματα αυτά και αναφορικά με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, εκτίθεται σε αυτήν με επάρκεια και πειστικότητα, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων εν προκειμένω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων (810, 816, 817), 200 και 288 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες και ιδία ως προς το αποδεικτικό πόρισμα της μη αντιθέσεως της καταγγελίας στις αρχές της καλής πίστεως.
Τούτο, διότι οι εκτιθέμενες αιτιολογίες της καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα του νομίμου τρόπου λήξεως της συνδέουσας τους διαδίκους άτυπης συμβάσεως χρησιδανείου, η οποία -ως αορίστου χρόνου- ήταν δυνατή χωρίς την συνδρομή κάποιας εκ των περιπτώσεων από το άρθρο 817 του ΑΚ, την άρνηση του αναιρεσείοντος να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη το χρησιδανεισθέν μετά την συνεπαγόμενη λήξη της συμβάσεως δια της από 25.06.2019 καταγγελίας της αναιρεσίβλητης με την οποία μάλιστα του τάχθηκε προθεσμία προς απόδοση του πράγματος και την μη αντίθεση στις αρχές της καλής πίστεως της καταγγελίας αυτής ως άκαιρης και επιζήμιας για τον αναιρεσείοντα, για την οποία, τελικώς, μόνο εκ περισσού, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την συνδρομή της εκ του άρθρου 817 του ΑΚ ανάγκης της αναιρεσίβλητης και μάλιστα όπως αυτή περιγραφόταν ακριβώς στην εξώδικη δήλωσή της προς τον αναιρεσείοντα για αναζήτηση του επιδίκου λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει.
Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της προσβαλλομένης, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα η παράθεση και ετέρων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών. Επομένως, το Εφετείο δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Συνακόλουθα, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 810, 816, 817, 200 και 288 του ΑΚ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι (και) αβάσιμοι.
Επιπλέον, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια επίσης εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αληθώς όμως κατά την ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του σκέλους αυτού εκ του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι της παρά το νόμο μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε τον ίδιο ως άνω, εκ των άρθρων 810, 816, 817, 200 και 288 του ΑΚ, ουσιώδη ισχυρισμό του (ένσταση) περί άκαιρης και επιζήμιας εις βάρος του καταγγελίας της συμβάσεως χρησιδανείου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης χωρίς να λάβει υπόψη του τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε νομίμως για την θεμελίωσή του τόσο με τις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και με εκείνες που κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και τα οποία συνίστανται, κατά τις παραγράφους Δ και 3.8 και επ.
των προτάσεών του: α) στο ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε συμφωνία περί διηνεκούς χρήσεως του επιδίκου ακινήτου της Αυλίδας ως κατοικίας του, ανάλογη με την συμφωνία για την χρήση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του κειμένου στην Αθήνα διαμερίσματος στο πλαίσιο της εξωδικαστικής ρυθμίσεως των ζητημάτων που απέρρεαν από την λύση του γάμου τους και ότι όταν προέβησαν σε αυτή την συμφωνία έλαβαν υπόψη πως αυτή θα ισχύει εφ' όρου της ζωής τους, γνωρίζοντας η αναιρεσίβλητη ότι δεν έχει κατοικία και θα πρέπει να μισθώσει άλλη και β) στο ότι μετά την εγκατάστασή του στο επίδικο ακίνητο της Αυλίδας προέβη στις λεπτομερώς αναφερόμενες εργασίες επεκτάσεως, βελτιώσεως και συντηρήσεώς του με δικές του αποκλειστικώς δαπάνες, τις οποίες γνώριζε η αναιρεσίβλητη και ότι σκοπός των διαδίκων ήταν να μεταβιβαστούν αμφότερα τα ως άνω ακίνητα στις θυγατέρες τους και ότι, εν τέλει, με βάση τις παραπάνω περιστάσεις της φύσεως και της χρήσεως του επιδίκου και της (εικαζόμενης) θελήσεων των μερών, είναι άκαιρη και αποβαίνει επιζήμια εις βάρος του η καταγγελία και αναζήτηση του χρησιδανεισθέντος.
Ο λόγος αυτός, κατά το άνω σκέλος του, είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι οι φερόμενοι ως αγνοηθέντες, κατά τα παραπάνω, ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος καθ' ο μέρος με αυτούς υποστηρίζεται ότι η ένδικη σύμβαση εξυπηρετούσε διηνεκή χρήση και ανάγκη (στεγάσεως) του αναιρεσείοντος, όπως προτάθηκαν, αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς της, ερειδομένης στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 810 επ.
του ΑΚ ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά την κύρια βάση αυτής εκ του χρησιδανείου, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου κατά τα προεκτεθέντα και, επομένως, ως "άρνηση", δεν αποτελούν "πράγμα", υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα και μόνο του αναιρεσείοντος, συναγόμενα από τις εκτιθέμενες από αυτόν νομικές διατάξεις και συμπεράσματα που αυτός αντλεί από την, κατά την εκδοχή του, εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ κατά τα λοιπά, δεν συνιστούν ειδικές περιστάσεις η συνδρομή των οποίων στην συγκεκριμένη περίπτωση να καθιστά άκαιρη και αντίθετη προς τις αρχές της καλής πίστεως την καταγγελία της ένδικης συβάσεως χρησιδανείου και την αναζήτηση του χρησιδανεισθέντος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο δεν ασχολήθηκε με τα πραγματικά αυτά περιστατικά, δεν υπέπεσε στην άνω επικαλούμενη -εκ του αριθμού 8- αναιρετική πλημμέλεια. Ο ίδιος λόγος, κατά το αυτό σκέλος, είναι, σε κάθε, περίπτωση, και αβάσιμος διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με το άκαιρο και επιζήμιο της καταγγελίας της συμβάσεως, την οποία επέδωσε η αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα στις 25.06.2019 καλώντας τον τελευταίο να της αποδώσει την χρήση του επιδίκου ακινήτου, τάσσοντάς του προθεσμία έως τις 26.08.2019, επικαλούμενη μάλιστα στην εν λόγω εξώδικη δήλωσή της λόγους υγείας, έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό του και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, καταλήγοντας σε κρίση αντίθετη προς τις απόψεις του αναιρεσείοντος, αφού, κατά τις άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε αιτιολογημένα επί λέξει ότι "ο εναγόμενος, καίτοι παρήλθε η ταχθείσα προθεσμία, αρνείται να αποδώσει σε αυτή τη χρήση του επιδίκου ακινήτου, αποβάλλοντάς την με τον τρόπο αυτό από την κατοχή του.
Η καταγγελία στην οποία προέβη η ενάγουσα δεν συνιστά άκαιρη καταγγελία, δεδομένου του προβλήματος που αντιμετωπίζει...Ο εναγόμενος, από την άλλη πλευρά δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία αντικειμενικά να προκύπτει η ζημία, που θα επέλθει με την αποχώρησή του από την επίδικη μονοκατοικία, αφού κάλλιστα μπορεί να κάνει χρήση του παραχωρηθέντος από αυτόν, στην ενάγουσα διαμερίσματος, καταγγέλλοντας την αντίστοιχη συμφωνία παραχώρησης χρήσης του στην τελευταία".
Ο ίδιος -τρίτος- λόγος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και τα άλλα περιστατικά που επικαλέσθηκε για την θεμελίωση του άνω ισχυρισμού του, κατά τα οποία υφίσταται ζημία λόγω της άκαιρης καταγγελίας της συμβάσεως χρησιδανείου εξαιτίας κυρίως των δαπανών στις οποίες ήδη υποβλήθηκε εν γνώσει της αναιρεσίβλητης για την βελτίωση και την συντήρηση του επιδίκου και στις δαπάνες των μισθωμάτων στις οποίες θα πρέπει να υποβληθεί στο μέλλον μισθώνοντας νέα κατοικία αφού δεν διαθέτει άλλη, είναι, σε κάθε, περίπτωση, αβάσιμος, διότι ναι μεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε προτάθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε παραδεκτώς και στον δεύτερο βαθμό, πλην, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων του αναιρεσείοντος, τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο βαθμό, όπου στις σελίδες 18 και 36 αντίστοιχα διατυπώνεται υπό το στοιχείο "Δ" ο εν λόγω ισχυρισμός υπό τον τίτλο "επικουρικά, επιζήμια και άκαιρη καταγγελία του χρησιδανείου", δεν προτάθηκε από αυτόν ισχυρισμός περί ζημίας του από την καταγγελία της συμβάσεως χρησιδανείου με βάση τα προαναφερθέντα περιστατικά που αφορούν τις επικαλούμενες δαπάνες και την καταβολή στο μέλλον μισθωμάτων για την μίσθωση νέας κατοικίας και δεν συντρέχει εν προκειμένω νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για την προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, το πρώτον, ενώπιον του Αρείου Πάγου, ενώ, και η αναζήτηση του χρησιδανεισθέντος ακινήτου, ανεξαρτήτως των δαπανών ανακαινίσεώς του, είναι πάντως σύμφυτη με την έννοια του χρησιδανείου.
8.- Από τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ένσταση, ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν κατά το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντος, άλλως αυτή είναι αόριστη (ΑΠ 27/1988). Αν το δικαστήριο δεν απορρίψει την ένσταση, καίτοι το δικόγραφο των προτάσεων σε ότι αφορά στην έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία της ενστάσεως είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσίαν εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 262 του ΚΠολΔ να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ιδρύει λόγο αναιρέσεως στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της ενστάσεως, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ (ΑΠ 571/2004, ΑΠ 1330/2002). Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 262 του ΚΠολΔ πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της προβολής του, όπως και επί της αοριστίας της αγωγής, επειδή δεν αφορά την δημοσία τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001).
9.- Ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στο πλαίσιο της ένδικης συμβάσεως χρησιδανείου προέβαλε, επικουρικώς, τον ισχυρισμό (ένσταση) ότι η αναιρεσίβλητη κατά κατάχρηση δικαιώματος, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, άσκησε το ένδικο δικαίωμά της να καταγγείλει την σύμβαση αυτή, επικαλούμενος προς επιστήριξη της άνω ενστάσεώς του επί λέξει τα εξής: "Επικουρικά προς τα ανωτέρω και με την υπόθεση πως είχε συναφθεί μεταξύ μας σύμβαση χρησιδανείου, η από μέρους της αντιδίκου καταγγελία της σύμβασης, ασκήθηκε προφανώς καταχρηστικά, καθώς ουδόλως μεταβλήθηκε η κατάσταση που επικρατούσε από το έτος 2003 που χωρίσαμε, η δε συμπεριφορά της όλα αυτά τα χρόνια δεν προμήνυε πως θα προβεί σε αυτήν την πράξη. Η πράξη της ήταν παντελώς αιφνιδιαστική και για μένα, αλλά και για τις δύο ενήλικες κόρες μας, οι οποίες επίσης εξεπλάγησαν, όπως βεβαίως και όλος ο κοινωνικός περίγυρός μας. Η αντίδικος ουδόλως παραβλάπτεται από τη συνέχιση της χρήσης του ακινήτου από μέρους μου, καθώς η ίδια κατοικεί ακώλυτα στο ως άνω σπίτι της Αθήνας, όπως είχε συμφωνηθεί, οι δε αιτιάσεις της περί ιατρικής αναγκαιότητας για να διαμείνει στην ένδικη κατοικία είναι τουλάχιστον αβάσιμες και ανύπαρκτες.
Εξάλλου, η άξια προστασίας του δικαιώματος της κύριας και μοναδικής κατοικίας μου είναι υπέρτερο του δικαιώματος που προβάλλει η αντίδικος ως προστατευτέο, δηλαδή της ανάγκης να διαμένει και σε παραθαλάσσιο ακίνητο. Η συμπεριφορά της αντιδίκου να μου παραχωρήσει, κατά το χρόνο διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης μας, το έτος, τη χρήση ολόκληρης της επίδικης οικίας στο διηνεκές, σε συνδυασμό με την αντιστοίχως από μέρους μου παραχώρηση σε αυτήν της κατοικίας της Αθήνας, δημιούργησε κατάσταση διαρκούσα μέχρι την καταγγελία, που καθιστά μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος της, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις καθώς μου δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση, ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα που τείνει σε ανατροπή κατάστασης, η οποία δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετό χρονικό διάστημα, ήδη δεκαέξι (16) συνεχόμενων ετών.
Συνεπώς η γενόμενη καταγγελία καταχρηστικώς ασκήθηκε με συνέπεια να μην υφίσταται ζήτημα αποβολής από τη νομή και η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί για το λόγο αυτό". Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά την απόρριψη της κύριας (ενοχικής) βάσεως της ένδικης αγωγής εκ του χρησιδανείου, έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση της ως άνω, εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ενστάσεως του αναιρεσείοντος, η οποία έτσι δεν ερευνήθηκε πρωτοδίκως.
Ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και προς αντίκρουση της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, επανέφερε την ένστασή του αυτή στο Εφετείο, το οποίο, κατά τις εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως απέρριψε εν μέρει κατ' ουσίαν την ένσταση αυτή με την αιτιολογία ότι "το γεγονός δε ότι η ενάγουσα κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση χρησιδανείου μετά την παρέλευση δεκαέξι ετών (και όχι δεκατριών όπως εκ παραδρομής αναγράφεται), δεν συνιστά δίχως άλλο κατάχρηση του σχετικού δικαιώματός της", ενώ.
καθ' ο μέρος η ένστασή του είχε την έννοια της αποδυναμώσεως δικαιώματος, την απέρριψε ως αόριστη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η ένσταση αυτή, ως προς το μέρος που ο εναγόμενος διατείνεται αποδυνάμωση δικαιώματος λόγω μακροχρόνιας αδράνειας της δικαιούχου στην άσκησή του είναι αόριστη, αφού μόνη η αδράνεια δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις αναγόμενες κυρίως στην προηγηθείσα συμπεριφορά της δικαιούχου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας της τελευταίας να καθίσταται η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, οι οποίες ωστόσο, δεν εκτίθενται στην προκειμένη περίπτωση, από τον εναγόμενο.
Συνεπώς, οι ως άνω αιτιάσεις που προβλήθηκαν από τον εναγόμενο στο πλαίσιο της ένδικης σύμβασης χρησιδανείου τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο απορρίπτοντας ως αόριστη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει την μεταξύ τους σύμβαση χρησιδανείου αορίστου χρόνου καθ' ο μέρος η ένσταση αυτή είχε την έννοια της αποδυναμώσεως δικαιώματος, δεν κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτο, αφού με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβανόταν στον προβαλλόμενο ισχυρισμό-ένσταση του αναιρεσείοντος δεν θεμελιωνόταν επαρκώς ως ορισμένη η ένσταση αυτή και κατά το μέρος που είχε την άνω έννοια, δοθέντος ότι δεν περιελάμβανε στο ιστορικό της τα αναγκαία εκείνα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος και συγκεκριμένα δεν υφίστατο περιγραφή τέτοιας συμπεριφοράς της δικαιούχου-αναιρεσίβλητης που προηγήθηκε της ασκήσεως του δικαιώματός της να προβεί σε καταγγελία της συμβάσεως χρησιδανείου, η οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζει την γένεση ή να επάγεται την απόσβεση του δικαιώματος, να καθιστά μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Επιπροσθέτως, δεν εκτίθεντο οι ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, κυρίως ως προς την συμπεριφορά την οποία επέδειξε προηγουμένως η αναιρεσίβλητη κατά την διάρκεια της ένδικης συμβάσεως ώστε να μην δικαιολογείται η ενάσκηση του δικαιώματός της για καταγγελία αυτής, βάσει των οποίων, ενόψει και της αδράνειάς της, κατέστη "εύλογη" η πεποίθηση του αναιρεσείοντος ότι αυτή δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η αναζήτηση του χρησιδανεισθέντος πράγματος, ανεξαρτήτως του διαδραμόντος χρόνου (και των δαπανών εισέτι της ανακαινίσεώς του), είναι σύμφυτη με την σύμβαση χρησιδανείου (ΑΠ 273/2024).
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα ως προς την απόρριψη της προβληθείσας ενστάσεώς του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας της αναιρεσίβλητης και υπό τη μορφή της αποδυναμώσεως του δικαιώματος αυτού ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είναι αβάσιμος.
10.- Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 17 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφάσεις μεταξύ των διατάξεων του σκεπτικού της προς το διατακτικό αυτής ώστε, εξαιτίας των ανεπαρκών και αντιφατικών αυτών αιτιολογιών, να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το ποιο ακίνητο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι:
α) ενώ στο διατακτικό της τον υποχρεώνει να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη "την χρήση και κατοχή της διώροφης μονοκατοικίας εμβαδού 117 τμ ο πρώτος όροφος.... κειμένης εντός ενός αγροτεμαχίου κειμένου στη θέση "ΛΗΘΗ" της κτηματικής περιφέρειας Αυλίδος .... που συνορεύει δυτικά, επί πλευράς Β-Γ μήκους 22 μέτρων με αγροτική οδό....", στο αιτιολογικό της δέχεται ότι "το ως άνω ακίνητο συνορεύει δυτικά σε πλευρά μήκους 22 μέτρων με το προαναφερόμενο ακίνητο της πρώην συζύγου του....", β) ενώ στο αιτιολογικό της δέχεται ότι η κατοικία ανοικοδομήθηκε και εκτείνεται επί αμφοτέρων των αγροτεμαχίων των διαδίκων, στο διατακτικό της τον υποχρεώνει να αποδώσει τη μονοκατοικία που βρίσκεται εντός του αγροτεμαχίου της αναιρεσίβλητης, γ) ενώ στο διατακτικό της τον υποχρεώνει να αποδώσει την μονοκατοικία εμβαδού 117 τμ, στο αιτιολογικό της δέχεται ότι οι διάδικοι προέβησαν αυτοτελώς στις σχετικές διαδικασίες νομιμοποιήσεως ενώπιον της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, κατά τις οποίες η συνολική επιφάνεια της κατοικίας ανέρχεται σε 186,44 τμ, και, ακόμη, ότι δ) σύμφωνα με το διατακτικό της τα σύνορα του αγροτεμαχίου της αναιρεσίβλητης είναι εντελώς διαφορετικά με τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της.
Ο λόγος αυτός, αναφερόμενος κατ' ουσίαν σε πλημμέλεια των, μη επεχουσών θέση διατακτικού, αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και επιπλέον μη συνοδευόμενος και από την ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων στο διατακτικό αυτής, είναι αβάσιμος, αφενός διότι δεν υφίσταται η με την αποσπασματική και επιλεκτική παράθεση των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εμφανιζόμενη αντίφαση όπως την επικαλείται ο αναιρεσείων, αλλά και διότι από την επισκόπηση του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι δεν υφίσταται στο αιτιολογικό της διάταξη επέχουσα θέση διατακτικού και αντιφάσκουσα προς το διατακτικό της.
Τούτο, διότι, ειδικότερα, στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως περιγράφεται με σαφήνεια το αποδοτέο ακίνητο, όπως αυτό αποτυπώνεται κατ' όρια και έκταση στο σκεπτικό της με βάση το υπ' αριθμόν ....1979 συμβόλαιο πωλήσεως, που αποτελεί και τον τίτλο κτήσεως της αναιρεσίβλητης, ενώ και το δυτικό όριο, εκτεινόμενο "σε πλευρά μήκους 22 μέτρων...", που περιγράφεται στο αιτιολογικό της και, κατά τον αναιρεσείοντα προκαλεί αντίφαση με το δυτικό όριο που περιγράφεται στο διατακτικό, δεν αφορά, όπως προκύπτει από την αναλυτική περιγραφή των δύο ακινήτων στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης, στην περιγραφή του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, αλλά αναφέρεται στο όμορο ακίνητο του αναιρεσείοντος.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης δεν υφίστανται παραδοχές: α) περί του ότι το ακίνητο της αναιρεσίβλητης συνορεύει δυτικά επί πλευράς μήκους 22 μέτρων με το ακίνητο του αναιρεσείοντος και β) περί συνολικής επιφάνειας 186,44 τμ της κατοικίας, της οποίας διατάχθηκε, κατά το διατακτικό της, η απόδοση της χρήσεως και κατοχής στην αναιρεσίβλητη, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων.
Με τις επικαλούμενες, τέλος, διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς την διάγνωση που έλαβε χώρα επί της προκειμένης διαφοράς, ούτε καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής.
11.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.09.2023 αίτηση του Χ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 293/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ