Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on public contract validity and fuel payment procedures.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the government's appeal against a final judgment from the Single Court of Appeals in Patras regarding a public fuel supply contract. The government argued the lower court erred by accepting the company's claim that it knew about standard payment procedures, which they claimed would have led to the contract's invalidity. The court rejected this, finding the lower court correctly noted the government failed to submit the fuel expenditure to the Auditorate for approval, a breach of good faith that justified the company's defense.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1, 577 para. 3, 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2, 22 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appeal is inadmissible if based on erroneous premises regarding the lower court's consideration of facts, specifically when the appellant failed to fulfill statutory obligations like submitting expenditure for audit, thereby causing the contract's invalidity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1975 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1975/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Διευθυντή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Δυτικής Ελλάδος, κατοικοεδρεύοντα στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Αμιραλή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιαννακό και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 385/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 230/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/1/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 21-1-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 230/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως η αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 19 του π.δ. 774/1980, όπως προστέθηκε με την πρώτη περίοδο του άρθρου 15 ν. 2145/1993 και ισχύει μετά την αντικατάστασή της από την παρ. 1 του άρθρου 8 ν. 2741/1999 και την τροποποίησή της από το άρθρο 2 ν. 3060/2002, το άρθρο 9 ν. 3090/2002 και το άρθρο 12 παρ. 27 ν. 3310/2005, ορίζει ότι "(...) για την εκτέλεση έργων και προμηθειών από το Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ.
και τις δημόσιες επιχειρήσεις ή οργανισμούς, η προϋπολογιζόμενη δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ, διενεργείται υποχρεωτικά έλεγχος νομιμότητας της οικείας συμβάσεως, πριν από τη σύναψή της, από κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου (...). Εάν δεν διενεργηθεί ο έλεγχος, η σύμβαση που συνάπτεται είναι άκυρη (...).
Για το σκοπό του ελέγχου υποβάλλεται στο Κλιμάκιο από τον αρμόδιο Υπουργό ή φορέα ο φάκελος με όλα τα σχετικά έγγραφα και στοιχεία (...). Ο έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ολοκληρώνεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη διαβίβαση σε αυτό του σχετικού φακέλου (...)". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο έλεγχος από Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου της νομιμότητας πριν τη σύναψη συμβάσεων εκτέλεσης δημόσιων προμηθειών, η προϋπολογιζόμενη δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το ποσό του 1.000.000 ευρώ, αποσκοπεί στη διαπίστωση τυχόν νομικών πλημμελειών σε πράξεις της διαδικασίας, που προηγείται της κατάρτισης της σύμβασης.
Στον έλεγχο αυτό υπάγονται και οι συμπληρωματικές συμβάσεις, τόσο των αρχικών (κύριων) συμβάσεων, οι οποίες έχουν υποβληθεί λόγω ποσού στον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όσο και των αρχικών (κύριων) συμβάσεων, οι οποίες δεν έχουν υποβληθεί λόγω ποσού στον ανωτέρω έλεγχο, πλην όμως το ποσό της συμπληρωματικής σύμβασης αθροιζόμενο με αυτό της αρχικής (κύριας) υπερβαίνει το όριο που τίθεται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 7 του π.δ. 774/1980, όπως ισχύει, για την υποχρεωτική υπαγωγή των συμβάσεων στον προληπτικό έλεγχο νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα αναιρούσε τη σκοπιμότητα των σχετικών ρυθμίσεων και θα απέκλειε από τον έλεγχο μεγάλη κατηγορία συμβάσεων, αφού θα παρεχόταν στη Διοίκηση η ευχέρεια να συνάπτει ανέλεγκτα τέτοιου είδους συμβάσεις με τη μέθοδο της κατάτμησης των πιστώσεων (πρβλ. και Πρ. Ε.Σ. 48/2003). Ο ως άνω ειδικός προληπτικός έλεγχος νομιμότητας ασκείται κατά το στάδιο πριν την υπογραφή και πριν την έναρξη της εκτέλεσης των συμβάσεων, αποσκοπεί δε στην πρόληψη τυχόν παραλείψεων ή παραβάσεων της κείμενης νομοθεσίας και άρα στην αποφυγή κατάρτισης άκυρων συμβάσεων.
Υπό την έννοια αυτή, ο προσυμβατικός έλεγχος νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου προϋποθέτει προμήθεια "υπό εκτέλεση", προμήθεια δηλαδή η οποία πρόκειται να εκτελεσθεί με βάση την ελεγχθείσα και κριθείσα νόμιμη σχετική διαδικασία που απολήγει στην υπογραφή της οικείας σύμβασης, και όχι προμήθεια που έχει ήδη λάβει χώρα, εφόσον στην περίπτωση αυτή ο έλεγχος θα είναι κατασταλτικός, πράγμα το οποίο αντίκειται στις προπαρατεθείσες διατάξεις.
Η μη προηγούμενη διενέργεια του ελέγχου συνεπάγεται την αυτοδίκαιη ακυρότητα της σχετικής σύμβασης, η οποία δεν θεραπεύεται με την εκ των υστέρων, μετά, δηλαδή, την έναρξη εκτέλεσης της σύμβασης, υποβολή αυτής προς έλεγχο, καθόσον διαφορετικά ο σκοπός θέσπισης του ουσιώδους αυτού τύπου δεν θα ικανοποιείτο, αφού ούτε η κατάρτιση συμβάσεων ερειδόμενων σε νομικώς πλημμελείς διαδικασίες επιλογής του προμηθευτή θα αποτρεπόταν, ούτε τα ενδεχομένως βελτιωτικά αποτελέσματα του ελέγχου θα μπορούσαν να ενσωματωθούν και να αποτελέσουν περιεχόμενο της συμβατικής σχέσης των μερών.
Όπως έχει γίνει δε δεκτό, ο εκ των υστέρων έλεγχος δημοσίων συμβάσεων, οι οποίες συνήφθησαν και εκτελέστηκαν χωρίς να έχουν υποβληθεί για έλεγχο νομιμότητας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, είναι δυνατός μόνο μετά από ειδική νομοθετική ρύθμιση, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για λόγους υπερέχοντος δημοσίου συμφέροντος που αφορά σε συγκεκριμένες κατηγορίες δημοσίων συμβάσεων (Πρ.
Ε.Σ. 11/2006, 15/2005). Ενόψει των ανωτέρω, σε περίπτωση που υποβληθεί στο Κλιμάκιο σύμβαση (αρχική ή συμπληρωματική), το περιεχόμενο της οποίας αφορά σε προμήθειες που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, με πρόδηλο σκοπό τη "νομιμοποίησή" τους, υφίσταται παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, το δε Κλιμάκιο στερείται πλέον της χρονικής αρμοδιότητας να προβεί στον έλεγχο και οφείλει να απόσχει αυτού (πρβλ.
επί δημοσίων έργων Πρ. Ε.Σ. 16/2007, 184/2006). Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 17/95, 62/90).
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων, ως διάταξη δημόσιας τάξεως, που επιβάλλει στους κοινωνούς τον σεβασμό των ορίων που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός του δικαιώματος κατά την άσκησή του, έχει εφαρμογή και επί ασκήσεως δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες δημοσίας τάξεως, επομένως δε και επί επικλήσεως με ανακοπή ισχυρισμού (ενστάσεως) περί ακυρότητας συμβάσεως, στην οποία στηρίζεται διαταγή πληρωμής, ακόμη και από λόγους τυπικούς, που αφορούν δηλαδή την πλημμελή τήρηση των διατυπώσεων που τάσσει ο νόμος με ποινή ακυρότητας (ΑΠ 879/2002), όπως την έλλειψη τήρησης νόμιμου τύπου για την κατάρτιση σύμβασης.
Επομένως ο ανωτέρω ισχυρισμός (ένσταση, προβαλλόμενη με λόγο ανακοπής) μπορεί να αποκρουσθεί με ισχυρισμό (αντένσταση στην ως άνω περίπτωση) από το άρθρο 281 ΑΚ, περίπτωση που συντρέχει και όταν η επίκληση της ακυρότητας δεν συμβιβάζεται με τη μέχρι τούδε συμπεριφορά αυτού που την επικαλείται. Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Αυτό συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 995/2017, 713/2016).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, οπότε πρόκειται για "ανεπαρκή αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε πρόκειται για "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ανεπάρκεια δε αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, 18/2008, ΑΠ 78/2020).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1215/2020, 1347/2019, 1455/2009). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1374/2019, 1150/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφαση του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα" στην περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε ανωτέρω. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποιά από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 403/2017, 677/2015, 2031/2007, 259/2007).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποιά ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτήν αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015).
Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015).
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την έρευνα των προβαλλόμενων με την αίτηση αναίρεσης λόγων της, τα εξής: "Από την εκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει της υπ'αριθ. πρωτ. ... σύμβασης για την προμήθεια υγρών καυσίμων που καταρτίσθηκε μεταξύ του νόμιμου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, ο οποίος εκπροσωπούσε το Ελληνικό Δημόσιο και αφετέρου του Ι. Δ., μέλους διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ... και αφού εγκρίθηκε με την υπ' αρ. ...
απόφαση της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας η διενέργεια ανοικτού μειοδοτικού διαγωνισμού για την προμήθεια υγρών καυσίμων των υπηρεσιών του Δημοσίου στους νομούς Αχαΐας, Ηλείας και Αιτωλοακαρνανίας Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος και αφού κατακυρώθηκε με την υπ' αρ. ... απόφαση του Γενικού Γραμματέα Π.Δ.Ε.
το αποτέλεσμα του διαγωνισμού, ο πρώτος πιο πάνω συμβαλλόμενος ανέθεσε στην αντισυμβαλλόμενη εταιρεία να προμηθεύει καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της παρούσας σύμβασης, τον ΠΕΛΑΤΗ με καύσιμα, ήτοι: Α) α) Πετρέλαιο Κίνησης 260.000 λίτρα περίπου, β) Βενζίνη Αυτοκινήτων 600.000 λίτρα περίπου και γ) Πετρέλαιο Θέρμανσης 380.000 λίτρα περίπου.
Β) ποσότητες καυσίμων που θα χρειασθούν ατελώς για τον εφοδιασμό των πλωτών τους μέσων οι Λιμενικές Υπηρεσίες των τριών Νομών και ειδικότερα : α) Πετρέλαιο κίνησης 140.000 λίτρα περίπου και β) Βενζίνη 160.000 λίτρα περίπου. Οι ανωτέρω ποσότητες αφορούσαν την κάλυψη των πάσης φύσεως αναγκών σε υγρά καύσιμα των Δημοσίων Υπηρεσιών που είχαν την έδρα τους στα χωρικά όρια της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος.
Ο ΠΕΛΑΤΗΣ αντίστοιχα, αναλάμβανε την υποχρέωση όπως, ομοίως, καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της επίμαχης σύμβασης, προμηθεύεται αποκλειστικά και μόνο από την ΕΤΑΙΡΕΙΑ τα υγρά καύσιμα για την κάλυψη των αναγκών των Δημοσίων Υπηρεσιών που εδρεύουν στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος. Η διάρκεια ισχύος της σύμβασης ορίσθηκε έως ένα έτος από την ημερομηνία υπογραφής με το δικαίωμα ανανέωσης με τους ίδιους όρους, κατόπιν μονομερούς δηλώσεως του Δημοσίου.
Η πληρωμή συμφωνήθηκε ότι θα γίνεται μέσα σε εύλογη χρονική προθεσμία (τρεις μήνες) μετά την οριστική και ποιοτική παραλαβή του προϊόντος και μετά την προσκομιδή των απαραίτητων δικαιολογητικών, ενώ θα ακολουθούνταν ο συνήθης τρόπος πληρωμής των Δημοσίων Υπηρεσιών που θα βάρυνε τις πιστώσεις του προϋπολογισμού εκάστης υπηρεσίας που θα παραλάμβανε το προϊόν.
Περαιτέρω, ορίσθηκε ότι οι παραγγελίες των καυσίμων θα διαβιβάζονταν στο αρμόδιο τμήμα της εταιρείας τις εργάσιμες ημέρες (δηλ. πλην Σαββάτου, Κυριακής και αργιών) κατά το ωράριο εργασίας των γραφείων, δύο εργάσιμες ημέρες τουλάχιστον πριν από την επιθυμητή ημερομηνία παραλαβής και ότι η παράδοση των καυσίμων θα γίνεται τμηματικά με έξοδα της προμηθεύτριας εταιρείας ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες του πελάτη.
Η παράδοση των καυσίμων συμφωνήθηκε ότι θα γινόταν είτε μέσω πρατηρίου του προμηθευτή όταν επρόκειτο για λιανική πώληση είτε από τις εγκαταστάσεις ή πρακτορεία του, όταν επρόκειτο για χονδρική πώληση, είτε απευθείας στις αποθήκες του παραλήπτη με τη φροντίδα και τη δαπάνη του προμηθευτή. Δυνάμει της υπ' αρ.
πρωτ. ... απόφασης του τμήματος Οικονομικής Διοίκησης της Γενικής Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας αποφασίσθηκε η παράταση ισχύος της ... σύμβασης μεταξύ της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και της εταιρείας ..., η οποία έληγε στις 23.5.2008, για ένα ακόμη έτος, δηλαδή έως τις 23.5.2009, με τους ίδιους όρους, κατόπιν μονομερούς δήλωσης του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 8 της διακήρυξης και το άρθρο 2 της σχετικής σύμβασης.
Με την ίδια απόφαση η τελευταία κλήθηκε, όπως εντός τριών (3) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης προσκομίσει νέα εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης αξίας 80.000 ευρώ. Περαιτέρω, με το από 1.1.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο Ν. Δ. του Ι., ενεργώντας ως πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ..., συμφώνησε με την εφεσίβλητη [ήδη αναιρεσίβλητη] εταιρεία ..., ότι μετά την υπ' αρ.
πρωτ. ... απόφαση του Γ.Γ. Π.Δ.Ε. που υπέγραψαν από κοινού η εταιρεία ... και το Ελληνικό Δημόσιο για την προμήθεια υγρών καυσίμων των Δημοσίων Υπηρεσιών, ότι η εφεσίβλητη εταιρεία που διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων στην ..., αναλάμβανε την υποχρέωση να εφοδιάζει από το πρατήριό της όλα τα οχήματα των Δημοσίων Υπηρεσιών στην ...
με υγρά καύσιμα έως το τέλος της διάρκειας που υποχρεούνταν προς τούτου η εταιρεία .... Με βάση τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν, τα τιμολόγια πώλησης της εφεσίβλητης και τα αντίστοιχα εντάλματα πληρωμής που εκδόθηκαν από την Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου του Ν. Αχαΐας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Η επίκληση από το εκκαλούν ανακόπτον της παράλειψης υποβολής της σχετικής δαπάνης στον έλεγχο του Ελεγκτικού συνεδρίου, οφείλεται σε παραλείψεις του εκκαλούντος [ήδη αναιρεσείοντος], για τις οποίες εάν και όφειλε ουδέποτε πληροφόρησε τις αντισυμβαλλόμενες του εταιρείες, πέραν δε τούτου, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης της καθ' ης με την εταιρεία ..., το συνολικό ύψος της σχετικής δαπάνης δεν υπερέβαινε το ποσό των 950.000 ευρώ και επομένως δεν συνέτρεχε η προβαλλόμενη από το εκκαλούν παράλειψη την οποία επικαλείται μετά την εκτέλεση της σύμβασης και ενώ εγκρίθηκε η πληρωμή της επίδικης οφειλής από την Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου του ν.
Αχαΐας, με σκοπό να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του για την καταβολή του οφειλόμενου ποσού μετά την εκτέλεση της σύμβασης. Ενόψει, όσων έχουν προαναφερθεί, η επίκληση της πιο πάνω παράλειψης συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά του εκκαλούντος και κατά συνέπεια η σχετική νόμιμη ένσταση που πρότεινε η καθ' ης η ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.".
Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας την ανακοπή κατά παραδοχή του ισχυρισμού της εφεσίβλητης- αναιρεσίβλητης περί κατάχρησης δικαιώματος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 15 ν. 2145/1993 δι'εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής τους ή δι'εσφαλμένης υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στις ως άνω διατάξεις, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών, δέχθηκε ότι υφίστατο μεν δικαίωμα του αναιρεσείοντος να προβάλει έναντι της αναιρεσίβλητης ως λόγο ανακοπής την ένσταση ακυρότητας λόγω ελλείψεως του απαιτούμενου ουσιώδους νόμιμου τύπου της συμβάσεως μεταξύ της αναφερόμενης Περιφέρειας και της εταιρίας ..., από την οποία προέκυψε η απαίτηση της αναιρεσίβλητης, επειδή αυτή η σύμβαση, ενόψει της ανανέωσής της για ένα ακόμη έτος (ενόψει δηλ.
της συμπληρωματικής συμβάσεως), δεν είχε υποβληθεί στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πλην όμως η προβολή αυτού του ουσιαστικού δικαίου ισχυρισμού παρίστατο καταχρηστική κατ'άρθρο 281 ΑΚ, κατά παραδοχή της δυνάμενης, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, να προβληθεί κατ' αυτού σχετικής αντένστασης της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα η μεταγενέστερη της προμήθειας των καυσίμων προβολή της ακυρότητας της συμβάσεως για τον προαναφερόμενο λόγο υπερέβαινε προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και καθιστούσε την προβολή της μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου σύμφωνα με τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, εφόσον δηλαδή η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας παρέλαβε κανονικά από την αναιρεσίβλητη καύσιμα της συγκεκριμένης αξίας, το τίμημα των οποίων αρνείται το αναιρεσείον να καταβάλει, προξενώντας της επαχθείς συνέπειες (αντίστοιχη ζημία), επικαλούμενο την έλλειψη της προαναφερόμενης διαδικασίας, που οι ίδιες οι υπηρεσίες του παρέλειψαν να τηρήσουν, παρότι εκείνες βαρύνονταν με τη σχετική υποχρέωση, παραλείποντας επιπλέον να πληροφορήσουν την αναιρεσίβλητη γι' αυτή την παράλειψή τους (που θα την απέτρεπε από τις εκπληρωθείσες περαιτέρω ζημιογόνες γι' αυτήν προμήθειες) και ενώ μάλιστα η ανανέωση της σύμβασης είχε χωρήσει με μονομερή τους δήλωση, η πληρωμή της οφειλής είχε εγκριθεί από την Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου του νομού Αχαΐας και είχαν εκδοθεί τα σχετικά εντάλματα πληρωμής, ώστε η αναιρεσίβλητη, που είχε εκδώσει και προσκομίσει όλα τα σχετικά, εξαρτώμενα από δικές της ενέργειες, δικαιολογητικά, να πιστεύει ευλόγως ότι το αναιρεσείον θα εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του, όπως έπραττε κατά το προηγηθέν διάστημα, πολύ περισσότερο δε εφόσον τέτοια διαδικασία δεν είχε καν προηγηθεί κατά το χρόνο κατάρτισης της (αρχικής) σύμβασης, αφού βάσει εκείνης το συνολικό ύψος της σχετικής δαπάνης δεν υπερέβαινε το ποσό των 950.000 ευρώ και επομένως δεν απαιτείτο σχετικός προληπτικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η προβαλλόμενη δε από το αναιρεσείον παράλειψη την οποία επικαλείται αποσκοπεί στην αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του μετά την εκτέλεση της σύμβασης.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, αναφερόμενα στη συμπεριφορά των οργάνων του προβάλλοντος τον ισχυρισμό της ακυρότητας αναιρεσείοντος που προηγήθηκε, στην πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την άρνηση της πληρωμής των συγκεκριμένων τιμολογίων (δεδομένου ότι οι προμήθειες έλαβαν χώρα στο πλαίσιο διαρκούς εκτελούμενης κανονικά μέχρι τότε σύμβασης) και οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν το υπαρκτό δικαίωμα επίκλησης της ακυρότητας της σύμβασης για τον παραπάνω λόγο, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τα προεκτιθέμενα, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες, ώστε να δημιουργηθεί στην αναιρεσίβλητη, από τη μέχρι τότε συμπεριφορά του αναιρεσείοντος σε συνάρτηση και με τη συνεπή συμπεριφορά εκείνης, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι το αναιρεσείον δεν πρόκειται να προβάλει τέτοιο ισχυρισμό.
Ο επιμέρους ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αρχική σύμβαση προέβλεπε πως οι πληρωμές καυσίμων θα γίνονται με τον συνήθη τρόπο και τη διαδικασία των πληρωμών του Δημοσίου δεν συνεπάγεται βεβαίως πληροφόρηση της αναιρεσίβλητης για την προπεριγραφόμενη παράλειψη των οργάνων του αναιρεσείοντος να τηρήσουν την εξαρτώμενη από εκείνους σχετική διαδικασία, όπως αυτό υποστηρίζει.
Η αναφορά δε του Εφετείου στο γεγονός ότι δεν απαιτείτο έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την σύμβαση, εφόσον το αντικείμενό της ήταν κατώτερο του 1.000.000 ευρώ, αναφέρεται προδήλως στην αρχική σύμβαση και όχι στις παραλείψεις των οργάνων του αναιρεσείοντος πριν τη συμπληρωματική, το ποσό της οποίας αθροιζόμενο με αυτό της αρχικής καθιστούσε αυτό τον έλεγχο αναγκαίο, όπως άλλωστε παρατίθεται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης χωρίς να υφίσταται οποιαδήποτε αντίφαση με αυτήν.
Η συγκεκριμένη αναφορά έγινε προς επιστήριξη της κρίσης ως προς την εύλογη πεποίθηση των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης περί της τήρησης εκ μέρους των οργάνων του αναιρεσιβλήτου της νόμιμης διαδικασίας για την πληρωμή των οφειλομένων. Επομένως αβάσιμοι είναι ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατά τα δύο σκέλη του αντιστοίχως) και ο δεύτερος λόγος αυτής από τον αριθμό 19 β' του ίδιου άρθρου (αναφερόμενος σε αντίφαση), με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο του σκέλος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι η αντίδικός του γνώριζε, βάσει του σχετικού συμβατικού όρου της συμβάσεως μεταξύ της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και της εταιρίας ..., πως οι πληρωμές καυσίμων θα γίνονται με τον συνήθη τρόπο και τη διαδικασία των πληρωμών του Δημοσίου, που εξυπονοεί και τον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εάν δε είχε δεχθεί τον ισχυρισμό του αυτό θα είχε οδηγηθεί σε απόρριψη της αντένστασης περί καταχρηστικής προβολής της στηριζόμενης στο άρθρο 281 ΑΚ αντένστασης της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός είναι κατά το παραπάνω σκέλος του απαράδεκτος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένων προϋποθέσεων, διότι από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αυτό τον ισχυρισμό, τον οποίο παραθέτει στην απόφασή του ως όρο της συμβάσεως (5ο φύλλο, οπίσθια σελίδα της απόφασής του) και τον δέχθηκε ως ισχυρισμό που στήριζε τον σχετικό λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος και το υπαρκτό δικαίωμά του να προβάλει την ένσταση ακυρότητας της συμβάσεως λόγω μη τήρησης του νόμιμου τύπου, το σκεπτικό του όμως, βάσει του οποίου δέχθηκε την προαναφερόμενη αντένσταση, δεν θεμελιώνεται σε έλλειψη σχετικής γενικής συμφωνίας και γενικής ενημέρωσης ως προς τον τρόπο και διαδικασία πληρωμής, αλλά, μεταξύ άλλων, και στην παράλειψη του αναιρεσείοντος να πληροφορήσει, όπως όφειλε (σύμφωνα με τις επιταγές της καλής πίστης), την αναιρεσίβλητη για τη δική του παράλειψη υποβολής της σχετικής δαπάνης στον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου (6ο φύλλο εμπροσθία σελίδα της προσβαλλόμενης), που θα είχε ως συνέπεια τη μη έγκρισή της, ώστε να λάβει και εκείνη τα μέτρα της προς αποφυγή της ζημίας της, παύοντας να του προμηθεύει καύσιμα, εφόσον θα γνώριζε πως το αντίτιμο δεν θα πληρωνόταν.
Για τους ίδιους λόγους απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένων προϋποθέσεων είναι ο τρίτος λόγος της αίτησης και κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του, με τα οποία το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 19 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο χωρίς αποδείξεις και με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό του ότι η αντίδικός του γνώριζε πως οι πληρωμές καυσίμων θα γίνονται με τον συνήθη τρόπο και τη διαδικασία των πληρωμών του Δημοσίου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η από 21-1-2015 αίτηση για αναίρεση της 230/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-1-2016 αίτηση για αναίρεση της 230/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ