1975/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου-Εισηγήτρια, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1975/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1975 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1975/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου-Εισηγήτρια, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Α. Γ. του Χ., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Πολύζου και 2) Φ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κοντομηνά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.5008/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγοντα τον A. P., κάτοικο ..., που δεν παρέστη, στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται: Α) στην υπ'αριθμ. πρωτ. 6059/6-6-2018 αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος και Β) στην υπ' αριθμ. πρωτ. 6062/6-6-2018 αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 835/2018.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' και 3 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο.
Κατά το άρθρο 515 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 19/7/2018 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α.
Σ., ο πολιτικώς ενάγων της κρινόμενης υπόθεσης, P. A. με αναιρεσείοντες τους Φ. Κ. και Α. Γ. κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Ο πολιτικώς ενάγων όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Μετά από αυτά και εφόσον οι κρινόμενες αιτήσεις ήτοι 1) η από 6/6/2018 (με αρ. πρωτ. 6059/6/6/2018) του Α. Γ. του Χ. και 2) η από 4-6-2018 (με αρ. πρωτ. 6062/6/6/2018) του Φ. Κ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αρ. 5008/2017 καταδικαστικής για τους αναιρεσείοντες απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς παρά την απουσία του (πολιτικώς ενάγοντος) σαν να ήταν και αυτός παρών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ.
Τέλος, όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχτηκε από αυτό και εφ' όσον, πάντως, το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και συνεπώς βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό.
Αρκεί δε, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως. Τούτο δε γιατί η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά την αστική ευθύνη (ΑΠ 230/15).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως και ειδικότερα στο σκεπτικό των αναφερομένων στο διατακτικό, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία στην περίπτωση κατά την οποία το διατακτικό είναι λεπτομερές και περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (OΛ.
ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π.80/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 5008/2017 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων) ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 5-9-2008 έγγραφης σύμβασης έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ του τότε Δήμου .... (και ήδη Δήμου ...) και της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", ανατέθηκε στην τελευταία η εκτέλεση του έργου "ηλεκτροφωτισμού με νέους στύλους και φωτιστικά σε τμήματα των δρόμων ..." του ως άνω Δήμου.
Σύμφωνα με το ....84/20.1.2017 έγγραφο του Δήμου ..., η εν λόγω σύμβαση έληγε στις 5.5.2009, πλην όμως, με αποφάσεις του τότε Δήμου ....., η σύμβαση παρατάθηκε τρεις φορές, μέχρι τις 4.4.2010 και 4.5.2010 (αρ. αποφ. 276, 380/2009 και 69/2010, αντίστοιχα), μεταγενέστερα δε, με την 143/23.6.2010 απόφαση του ίδιου Δήμου, παρατάθηκε από τις 23.6.2010 μέχρι τις 31.8.2010.
Ωστόσο, στις 15.5.2010 και ενώ δεν υφίστατο νομότυπη παράταση της εν λόγω σύμβασης, οι εργασίες συνεχίζονταν μετά από άτυπη συμφωνία του εργολάβου και του εργοδότη Δήμου, στη συμβολή των οδών .... Ειδικότερα, η ανάρτηση των στύλων γινόταν με ιμάντες που διασφάλιζαν την ηλεκτρική μόνωση μεταξύ του αναρτώμενου στύλου και του μηχανισμού ανύψωσης για την προστασία έναντι επαφής του ανυψωτικού μηχανισμού με ηλεκτροφόρους αγωγούς.
Η διάταξη συγκράτησης περιλάμβανε ειδικό βρόχο που εξασφάλιζε την κατακόρυφη θέση του ιστού καθόλη τη διάρκεια τη ανάρτησής του από τον ανυψωτικό μηχανισμό. Για την τοποθέτηση στην τελική θέση επί της βάσης αγκύρωσης στο πεζοδρόμιο, ο τεχνίτης έπιανε το στύλο κοντά στη βάση του, τον οδηγούσε στους κοχλίες στην προακατασκευασμένη βάση επί του πεζοδρομίου, τοποθετούσε τα περικόχλια και ολοκλήρωνε την τοποθέτηση με έλεγχο της καθετότητας, τοποθέτηση προσθηκών, αν χρειαζόταν, και σύσφιξη των περικοχλίων.
Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της διαδικασίας αυτής, κατά την ως άνω ημερομηνία και περί ώρα 16:00, ο εργαζόμενος A. P. συγκρατούσε έναν στύλο (τον ιστό No 15) με τα χέρια, σχετικά κοντά στη βάση του, προκειμένου να τον κατευθύνει με μεγαλύτερη ακρίβεια στην τελική προς πάκτωση θέση προκατασκευασμένης βάσης επί του πεζοδρομίου.
Το σημείο της τοποθέτησης του στύλου αυτού ήταν εμφανώς ιδιαίτερα επικίνδυνη, δεδομένου ότι βρισκόταν πολύ κοντά σε εναέριες γραμμές μέσης και υψηλής τάσης, και συγκεκριμένα 0,90μ. από τον αγωγό μέσης τάσης και στο ίδιο ύψος με αυτόν, όπως, μεταξύ των άλλων, αναφέρεται στην αναγνωσθείσα από 28.6.2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου μηχανικού Θ.
Χ. και εμφαίνεται σε φωτογραφίες που περιέχονται σε αυτή. Τη στιγμή που ο προς τοποθέτηση στύλος πλησίαζε στα εναέρια καλώδια μέσης τάσης, "εισήλθε" στο μαγνητικό πεδίο του δικτύου μέσης τάσης (20.000 βολτ) της ..., το οποίο διερχόταν πάνω από το σημείο τοποθέτησης του στύλου, με αποτέλεσμα ο εν λόγω εργαζόμενος να υποστεί ηλεκτροπληξία, λόγω δημιουργίας ηλεκτρικού τόξου και, κατά συνέπεια, διαπήδησης του ηλεκτρικού ρεύματος από τον αγωγό μέσης τάσης στο στύλο, από την οποία (ηλεκτροπληξία), ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του, ο οποίος διαπιστώθηκε στο Νοσοκομείο "..." όπου διακομίσθηκε.
Κατόπιν αναγγελίας του εν λόγω συμβάντος στο Κέντρο Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου (ΚΕ.Π.Ε.Κ) ..., διενεργήθηκε έρευνα των συνθηκών αυτού από την Τεχνική Επιθεωρήτρια και μάρτυρα, Κ. Μ., η οποία συνέταξε την .....9/Α/13.4.2011 έκθεση έρευνας του εν λόγω εργατικού ατυχήματος, όπου αναφέρεται ότι το συμβάν "θα είχε αποφευχθεί εάν: 1) από τη στιγμή που πλησίον του έργου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος ο εκτελών το έργο, πριν την έναρξη των εργασιών, είχε ειδοποιήσει εγγράφως την αρμόδια υπηρεσία της ..., οπότε, σε αυτή την περίπτωση, τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού από τη ..., τον εκτελούντα το έργο και τον επιβλέποντα τούτου μηχανικό, όπως προβλέπεται από το άρθρο 79 σε συνδυασμό με το άρθρο 78 §§α, β και γ του Π.Δ/τος 1073/1981, 2) ο κύριος του έργου είχε λάβει πριν την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου, και τηρούσε όλα τα μέτρα ασφάλειας τα οποία του υποδείκνυε ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούσαν σε τμήμα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούσαν οι εργολάβοι ή υπεργολάβοι (όπως η επιλογή της θέσης κατά την εργασία τοποθέτησης του στύλου), όπως προβλέπεται από το Ν. 1396/1983 (άρθρο 4 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 §2), 3) στο σχετικό Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας περιγράφονταν και διευκρινίζονταν τα ειδικά μέτρα, τα οποία έπρεπε να ληφθούν για εργασίες, οι οποίες πραγματοποιούνται κοντά σε ηλεκτρικούς αγωγούς υψηλής και μέσης τάσης σύμφωνα με το Π.Δ. 305/96 άρθρο 3 §5β και 4) ο εργολάβος και υπεργολάβος καθοδηγούσαν, ως όφειλαν, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 1073/1981 τους εργαζομένους περί των κατά φάση εργασίας απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας".
Το δε ως άνω ΚΕ.Π.Ε.Κ., κατόπιν της σχετικής αναγγελίας του ως άνω θανατηφόρου ατυχήματος στην διασταύρωση των παραπάνω οδών, διαπιστώνοντας ότι υπήρχε άμεσος κίνδυνος προσέγγισης στο υπάρχον δίκτυο της Δ.Ε.Η., κατά την εκτέλεση των πιο πάνω εργασιών, διέταξε την παύση των εργασιών μέχρι τη λήψη κατάλληλων μέτρων ασφαλείας, κατόπιν συνεννόησης με τη Δ.Ε.Η.
και την παροχή έγγραφης έγκρισης από τη Δ.Ε.Η.. Πρέπει να σημειωθεί ότι, τελικά οι εργασίες τοποθέτησης ηλεκτροφωτισμού συνεχίστηκαν και ολοκληρώθηκαν από την ως άνω κοινοπραξία, πλην όμως, κάθε φορά, διακοπτόταν το ηλεκτρικό ρεύμα, για την παροχή έγκρισης πραγματοποίησής τους από το ΚΕ.Π.Ε.Κ, στο δε συγκεκριμένο σημείο του ατυχήματος δεν τοποθετήθηκε ποτέ στύλος, διότι, πρόδηλα, κρίθηκε επισφαλής η τοποθέτησή του, λόγω της μικρής απόστασης, ήτοι 0,90 μ.
από το δίκτυο μέσης τάσης της ....., ενώ η ασφαλής ελάχιστη επιτρεπόμενη απόσταση, στην προκείμενη περίπτωση είναι 1,26μ., όπως αναφέρεται στο ...06/24.6.2010 έγγραφο της .... (...). Ο θανών ως άνω εργαζόμενος δεν φορούσε γάντια ασφαλείας, πλην όμως τα γάντια αυτά δεν θα ήταν ικανά να τον προστατεύσουν και να αποτρέψουν το επελθόν αποτέλεσμα της διαπήδησης του ηλεκτρικού ρεύματος, λόγω της συγκεκριμένης ως άνω τάσης.
Περαιτέρω, πρέπει να ληφθούν υπόψη: Α) το άρθρο 3 του Ν. 1418/84 "Δημόσια Έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων" (ΦΕΚ 23 Α) υπό τον τίτλο "Ειδικές Έννοιες και ορισμοί", Β) το άρθρο 6 του ν. 1418/84 όπως τροποποιήθηκε με τις παρ. 8 και 9 του άρθρου 2 του ν. 2229/94, το οποίο ορίζει ότι "για την εφαρμογή του νόμου αυτού οι παρακάτω όροι έχουν την ακόλουθη σημασία:
α) Εργοδότης ή κύριος του έργου είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα για λογαριασμό του οποίου καταρτίζεται η σύμβαση ή κατασκευάζεται το έργο. β) Ανάδοχος εργολήπτης ή ανάδοχος είναι η εργοληπτική εταιρεία, στην οποία έχει ανατεθεί με σύμβαση η κατασκευή του έργου, γ) Διευθύνουσα Υπηρεσία ή επιβλέπουσα Υπηρεσία είναι η τεχνική υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου που είναι αρμόδια για την παρακολούθηση, έλεγχο και διοίκηση της κατασκευής του έργου, αναφορικά δε με τα καθήκοντα της Διευθύνουσας Υπηρεσίας ορίζει ότι "1.
η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η διοίκηση των έργων ανήκει στην αρμόδια τεχνική υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου, (διευθύνουσα υπηρεσία ή επιβλέπουσα υπηρεσία), η οποία ενεργεί ό,τι απαιτείται για την καλή και έγκαιρη εκτέλεση του έργου και ορίζει τους τεχνικούς υπαλλήλους που θα ασχοληθούν ειδικότερα με την επίβλεψη, προσδιορίζει τα καθήκοντα τους όταν είναι περισσότεροι από έναν, παρακολουθεί το έργο τους και γενικά προβαίνει σε κάθε νόμιμη ενέργεια. 2.
Στην περίπτωση κατασκευής έργου με ανάθεση σε ανάδοχο, η επίβλεψη αποσκοπεί στην πιστή εκπλήρωση από τον ανάδοχο των όρων της σύμβασης και στην κατασκευή του έργου κατά τους κανόνες της τέχνης ώστε να ανταποκρίνεται στον προορισμό του..." 6. Η Διεύθυνση του έργου από την πλευρά του αναδόχου στους τόπους κατασκευής τους γίνεται από τεχνικούς που έχουν τα κατάλληλα προσόντα και είναι αποδεκτοί από την υπηρεσία.
Η επί του τόπου των έργων, παρουσία τεχνικού στελέχους ή τεχνικού υπαλλήλου της εργοληπτικής επιχείρησης είναι υποχρεωτική και ανάλογη με τη φύση και το μέγεθος του κατασκευαζόμενου έργου,...", Γ) το άρθρο 28 του Π.Δ/τος 609/85, σύμφωνα με το οποίο: "1. Η διοίκηση του έργου, η παρακολούθηση και ο έλεγχος αυτού ασκούνται από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία.
Οι επιβλέποντες αποτελούν τους άμεσους βοηθούς του προϊσταμένου της Διευθύνουσας υπηρεσίας στην άσκηση των καθηκόντων της που σχετίζονται με το έργο, όπως αυτά ορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 5 του ν. 1418/84 ή τις επί μέρους διατάξεις του π.δ/τος αυτού. Στα καθήκοντα των επιβλεπόντων περιλαμβάνονται η παρακολούθηση και ο έλεγχος της ποιότητας και ποσότητας των εργασιών και γενικά η τήρηση των όρων της σύμβασης από τον ανάδοχο.
Οι βοηθοί των επιβλεπόντων ασκούν τα καθήκοντα που τους ανατίθενται και έχουν ανάλογες ευθύνες, 2. Η Διευθύνουσα υπηρεσία ορίζει, ως επιβλέποντες για το έργο ή τμήματα του ή είδη εργασιών τεχνικούς υπαλλήλους που έχουν την αντίστοιχη δυνατότητα, ανάλογα με τα στελέχη που διαθέτει, τις υπηρεσιακές ανάγκες και την αξιολόγηση του έργου και του προσωπικού... 4.
Ο διευθύνων, από μέρους της αναδόχου επιχείρησης, τα έργα υποχρεούται μετά από ειδοποίηση της υπηρεσίας να συνοδεύει τους υπαλλήλους που επιβλέπουν, διευθύνουν ή επιθεωρούν τα έργα, κατά τις μεταβάσεις για επίβλεψη, έλεγχο ή επιθεώρηση στον τόπο των έργων ή στους άλλους τόπους παραγωγής. Η άσκηση της επίβλεψης ως προς την εκτέλεση της σύμβασης διέπεται από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου του ν. 1418/1984 και δεν μειώνει σε καμιά περίπτωση τις ευθύνες του αναδόχου σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και τη σύμβαση.", Δ) το άρθρο 34 παρ. 4 του Π.Δ/τος 609/85, στο οποίο ορίζεται ότι "ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση για την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, των διατάξεων και κανονισμών για την πρόληψη των ατυχημάτων στο προσωπικό του ή στο προσωπικό του φορέα του έργου ή σε οποιονδήποτε τρίτο και για τη λήψη μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος.
Σχετικά με τη λήψη μέτρων ασφαλείας είναι υποχρεωμένος να εκπονεί με ευθύνη του κάθε σχετική μελέτη (στατική, ικριωμάτων, μελέτη προσωρινής σήμανσης έργων, κ.λ.π.) και να λαμβάνει όλα τα σχετικά μέτρα", Ε) το 305/1991 Π.Δ/γμα "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/57/ΕΟΚ", με τον οποίο καθορίζονται οι ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα εργοτάξια για την πρόληψη του επαγγελματικού κινδύνου και την προστασία των εργαζομένων, και έχει πλήρη εφαρμογή και στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι προκειμένου περί δημοσίου έργου; α) Η διοίκηση αυτού ανήκει στην αρμόδια τεχνική υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου (Διευθύνουσα Υπηρεσία ή Επιβλέπουσα Υπηρεσία), ήτοι, εν προκειμένω, του τότε Δήμου ... η οποία ενεργεί ό,τι απαιτείται για την καλή και έγκαιρη εκτέλεση του έργου και ορίζει τους τεχνικούς υπαλλήλους που επιφορτίζονται με την επίβλεψη, προσδιορίζει τα καθήκοντα τους και παρακολουθεί το έργο τους και γενικά προβαίνει σε κάθε νόμιμη ενέργεια.
Η άσκηση της επίβλεψης, ως προς την εκτέλεση της σύμβασης δεν μειώνει σε καμιά περίπτωση τις ευθύνες του αναδόχου σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και τη σύμβαση. Το περιεχόμενο των παρεμβάσεων του εργοδότη και των οργάνων του στην εκτέλεση του έργου, συνίσταται στην επίβλεψη, τον έλεγχο με μόνο σκοπό την παρακολούθηση και τη διαπίστωση αν το έργο εκτελείται κατά τους συμβατικά προσδιορισμένους τρόπους, δηλαδή σύμφωνα με τη μελέτη, τα διαγράμματα και τις σχετικές συγγραφές υποχρεώσεων, ενώ τη διεύθυνση του έργου, σε όλη την διάρκεια κατασκευής του έργου έχει ο ανάδοχος, ο οποίος υποχρεούται να τηρεί τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, τις διατάξεις και τους κανονισμούς για την πρόληψη ατυχημάτων του προσωπικού του ή του προσωπικού του φορέα του έργου ή οποιουδήποτε τρίτου και για τη λήψη των μέτρων ασφαλείας, προστασίας του περιβάλλοντος, κ.λ.π.
Η διεύθυνση των έργων από την πλευρά του αναδόχου στους τόπους κατασκευής τους, που δεν είναι "διοίκηση" του έργου γίνεται από τεχνικούς του αναδόχου με κατάλληλα προσόντα, αποδεκτούς από την Υπηρεσία. Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι ο επιβλέπων, ο διορισμός του οποίου επί εκτελέσεως δημοσίων έργων, είναι υποχρεωτικός, είναι ο άμεσος βοηθός του ασκούντος τη διοίκηση του έργου, προκειμένου να διασφαλισθεί το συμφέρον του κυρίου του έργου - εργοδότη έναντι του εργολάβου - κατασκευαστή, ότι ο τελευταίος θα τηρήσει πιστά τους όρους της εργολαβικής σύμβασης κατά την κατασκευή του έργου από την έναρξη των εργασιών μέχρι την οριστική παραλαβή.
Ο Νομοθέτης θέλησε να περιορίσει τον κύκλο των προσώπων που υποχρεώνονται στη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας σε εκείνο του αναδόχου και καθόρισε αποκλειστική ευθύνη αυτού. Τούτο έπραξε προφανώς τόσο για λόγους δημοσίου συμφέροντος (απαλλαγή του Δημοσίου από κάθε ευθύνη) όσο και προστασίας των προσώπων που εργάζονται στον ανάδοχο, γιατί τα πρόσωπα αυτά, εξαρτώνται από αυτόν και από τη δραστηριότητά τους αποκομίζει οφέλη ο ανάδοχος.
Επομένως, στην εκ μέρους του αναδόχου παρακολούθηση, έλεγχο και διεύθυνση των ιδίων αυτού εκτελουμένων εργασιών που αφορούν στην προσήκουσα εκπλήρωση της δικής του συμβατικής παροχής
προς τον εργοδότη, είτε αυτοπροσώπως είτε με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων (τεχνικών) περιλαμβάνονται και οι όποιες δραστηριότητες και ευθύνες, σε θέματα ασφάλειας των εργαζομένων που προβλέπονται από τα ανωτέρω νομοθετήματα (αρθρ. 8 του Π.Δ. 305/96, αρθρ. 3,7 και 8 του Ν. 1396, 83, αθρ. 8 και 21 του Π.Δ. 778/80, αρθρ. 113 του Π.Δ. 1073/81), των προσώπων που αναφέρονται σε αυτά (εργολάβος, επιβλέπων).
Κρίνεται, λοιπόν, ότι προκειμένου περί εκτελέσεως δημοσίου έργου, για τα θέματα που αφορούν στην ασφάλεια των εργαζομένων και την πρόληψη των ατυχημάτων, ο ανάδοχος, που έχει καθόλη τη διάρκεια του έργου τη διεύθυνση αυτού, και η οποία ασκείται στους τόπους κατασκευής από τεχνικούς υπαλλήλους του αναδόχου που έχουν τα κατάλληλα προσόντα, έχει αποκλειστικά την υποχρέωση δια του υπευθύνου του επί τόπου του έργου μηχανικού να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τα προαναφερθέντα νομοθετήματα και τη σύμβαση και να εκπονεί με δική του ευθύνη κάθε σχετική μελέτη (στατική ικριωμάτων, μελέτη προσωρινής σήμανσης του έργου) και να λαμβάνει όλα τα σχετικά μέτρα.
Πέραν όμως των υποχρεώσεων αυτών του αναδόχου και ο επιβλέπων μηχανικός του έργου που έχει ορισθεί από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία, έχει την υποχρέωση να ασκεί συστηματικό και ουσιαστικό έλεγχο στη λήψη και τήρηση των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις [α) Ν. 1396/83 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και τα λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα", β) Π.
Δ. 1073/81 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" και γ) π.δ. 778/81 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν των οικοδομικών εργασιών"] και τη σύμβαση και να υποδεικνύει στον ανάδοχο τη λήψη κάθε αναγκαίου μέτρου στη περίπτωση που το έργο εκτελείται χωρίς να τηρούνται αυτά, η δε εκπλήρωση αυτών των υποχρεώσεων εμπίπτει στα καθήκοντα του επιβλέποντος μηχανικού επί δημοσίου έργου, όπως αυτά προσδιορίζονται στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 6 του Ν. 1418/84 και 28 του ΠΔ/τος 609/85, Ν. 3463/2006: (ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΗΜΩΝ και ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ) και Ν.3852/2010 (Αρμοδιότητες Ο.Τ.Α.
Καλλικράτης).
Στην προκείμενη περίπτωση, υπεύθυνοι για τη λήψη των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας και, ειδικότερα, της διακοπής του ρεύματος, που απαιτούνταν στο συγκεκριμένο έργο, ήταν αφενός οι συμμετέχοντες στην εργολήπτρια κοινοπραξία, 3ος και 4η των κατηγορουμένων, Α. Γ. και Ε. Α., από τους οποίους ο πρώτος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της κοινοπραξίας και συντονιστής ασφαλείας κατά την εκτέλεση του έργου, η δε δεύτερη ήταν μηχανολόγος μηχανικός (άνευ της συμμετοχής της οποίας στην κοινοπραξία, δεν ήταν δυνατό να γίνει η ανάληψη του πιο πάνω έργου), και αφετέρου ο 2ος κατηγορούμενος, Φ.
Κ., μηχανολόγος - μηχανικός, που ήταν υπάλληλος του τότε Δήμου ... και επιβλέπων μηχανικός του εργοδότη και κυρίου του έργου (τότε Δήμου ...), και ο οποίος είχε εγκρίνει το Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας (Σ.Α.Υ.) και το Φάκελο Ασφάλειας και Υγείας (Φ.Α.Υ) του έργου, (προβλεπόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 3 του ΠΔ 305/96), που είχαν υποβληθεί από την ανάδοχο εργολήπτρια κοινοπραξία στο Δήμο για την ανάληψη του έργου, πλην όμως ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν έλεγξε αν στα εν λόγω Σ.Α.Υ.
και Φ.Α.Υ. προβλεπόταν ρητά τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας κατά την εκτέλεση του έργου, δεν υπέδειξε, ως όφειλε κατά τα αναφερόμενα πιο πάνω, στην ανάδοχο τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, κατόπιν συνεννόησης με τη Δ.Ε.Η., όταν ενέκρινε το σχέδιο και το φάκελο ασφαλείας και υγείας (Σ.Α.Υ. και Φ.Α.Υ.), αλλά και ούτε και όταν επιθεωρούσε το έργο, κατά την εκτέλεσή του, δεν υπέδειξε, ως όφειλε, να κληθεί η Δ.Ε.Η., για την έγκριση και υπόδειξη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας.
Η 4η κατηγορουμένη, Ε. Α., ισχυρίζεται ότι ήταν τυπικά συμμετέχουσα στην κοινοπραξία και δεν είχε καμία ενασχόληση με αυτό (λόγω προβλημάτων υγείας της), πλην όμως, λόγω και της ιδιότητάς της, ως μηχανικού, όφειλε να προβλέψει και να μεριμνήσει για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων ασφαλείας και την τήρηση αυτών.
Ενόψει των προεκτεθέντων, οι ως άνω εκκαλούντες - κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία κατηγορούνται, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του 2ου και 4ης αυτών, ενώ ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος, Α. Δ., πρέπει να κηρυχθεί αθώος αυτής, καθόσον αποδείχθηκε ότι ήταν μεν υπάλληλος του Δήμου και, ως πολιτικός μηχανικός, επιβλέπων του έργου, πλην όμως ήταν υπεύθυνος μόνο ως προς τα χωματουργικά τμήματα αυτού, μη έχων γνώση του προκείμενου επίδικου αντικειμένου".
Ακολούθως το Εφετείο κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ τον εξ αυτών Φ. Κ. και του 84 παρ. 2 δ ΠΚ τον έτερο Α. Γ. του ότι: "Στην ..., στις 15-5-2010, από αμέλειά τους, δηλαδή από την έλλειψη προσοχής που όφειλαν απ' τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, επέφεραν το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παρήχθη από την παρακάτω πράξη τους.
Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, Α. Γ. και Ε. Α. ως, συμμετέχοντες στην εργολήπτρια τεχνική - κατασκευαστική κοινοπραξία "...", ο δε Α. Γ. και ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, συντονιστής ασφαλείας κατά το στάδιο εκτέλεσης του έργου, στην οποία, ανέθεσε ο Δήμος ... ως εργολάβο, την εκτέλεση του έργου "Ηλεκτροφωτισμός με νέους στύλους και φωτιστικά σε τμήματα των οδών ...
στην ...", ο δε τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων Α. Δ. και Φ. Κ. ως επιβλέποντες μηχανικοί εκ μέρους του ως άνω Δήμου, εργοδότη και κυρίου του έργου, υπό τις, ανωτέρω ιδιότητες τους, δεν έλαβαν τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας για τους υπό την εποπτεία τους εργαζομένους, και ειδικότερα δεν μερίμνησαν ώστε από τη στιγμή που πλησίον του έργου διέρχονταν αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος ο εκτελών το έργο, προ της ενάρξεως των εργασιών, να είχε ειδοποιήσει εγγράφως την αρμόδια υπηρεσία της ..., ώστε τα μέτρα ασφαλείας τα οποία έπρεπε να ληφθούν να εξετάζονταν από κοινού από την ..., τον εκτελούντα το έργο και τους επιβλέποντες πολιτικούς μηχανικούς, ο κύριος του έργου να είχε λάβει πριν την εγκατάσταση του εργολάβου του έργου και να τηρούσε όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία θα του υποδείκνυαν οι ως άνω επιβλέποντες το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούσαν σε τμήμα που ανέλαβε και εκτελούσε ο εργολάβος (όπως η επιλογή της θέσης κατά την εργασία τοποθέτησης του στύλου), στο σχέδιο ασφαλείας και υγείας περιγράφονταν και διευκρινίζονταν τα ειδικά μέτρα τα οποία έπρεπε να ληφθούν για εργασίες οι οποίες πραγματοποιούνται κοντά σε ηλεκτρικούς αγωγούς υψηλής και μέσης τάσης και ο εργολάβος καθοδηγούσε ως όφειλε τους εργαζόμενους περί των, κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας, με συνέπεια, όταν το συνεργείο προσπαθούσε να τοποθετήσει ένα μεταλλικό στύλο στη γωνία του πεζοδρομίου στη συμβολή των οδών ...
και έδενε τον υπό τοποθέτηση στύλο από 2 σημεία με δύο ιμάντες (έναν ανά σημείο) έτσι ώστε κατά την ανύψωση ο στύλος να βρίσκεται σε κατακόρυφη θέση και στη συνέχεια χρησιμοποιώντας το παπαγαλάκι ανύψωνε τον στύλο, και ενώ ο εργαζόμενος στην ανωτέρω κοινοπραξία P. A. κατά την διάρκεια της διαδικασίας αυτής, συγκρατούσε τον στύλο με τα χέρια σχετικά κοντά στη βάση του προκειμένου να τον κατευθύνει με μεγαλύτερη ακρίβεια στην τελική προς πάκτωση θέση, ο προς τοποθέτηση στύλος ήρθε, κατόπιν δημιουργίας ηλεκτρικού τόξου και λόγω διαπήδησης του ηλεκτρικού ρεύματος, σε επαφή με το υπάρχον
δίκτυο Μέσης Τάσης της ... το οποίο διερχόταν πάνω από το σημείο τοποθέτησης του στύλου, με αποτέλεσμα να υποστεί ηλεκτροπληξία, εκ της οποίας ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του".
Με αυτά, που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιοποίνου πράξης, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 18, 26 παρ. 1 β, 28, 302 παρ.1 ΠΚ, 78 παρ.
α, β, γ, 79 Π.Δ./τος 1073/1981, 4α Ν.1396/1983, 3 παρ. 5β Π.Δ/τος 305/1996, που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα: α) περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά εκάστου αναιρεσείοντος, η οποία συνίσταται στο ότι επέτρεψαν στον θανόντα να παρέχει την εργασία του, που ήταν η τοποθέτηση νέου στύλου ηλεκτροφωτισμού και μάλιστα σε σημείο εμφανώς ιδιαίτερα επικίνδυνο δεδομένου ότι βρισκόταν πολύ κοντά σε εναέριες γραμμές μέσης και υψηλής τάσης, και συγκεκριμένα 0,90 μ.
από τον αγωγό μέσης τάσης και στο ίδιο ύψος μ' αυτόν, χωρίς πριν από την εκτέλεση αυτής (εργασίας) και μάλιστα εγγράφως να έχει εξασφαλισθεί η συνδρομή της αρμόδιας υπηρεσίας της ... προκειμένου από κοινού (αναιρεσείοντες και αρμόδιος υπάλληλος της ...) να αποφασισθεί και ληφθεί πριν από την εκτέλεσή της (εργασίας) το ενδεικνυόμενο μέτρο ασφαλείας που θα ήταν οπωσδήποτε και τουλάχιστον η διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος στον επίμαχο τόπο.
β) Το εξ αυτής επελθόν αποτέλεσμα ήτοι ο θάνατος του εργαζόμενου A. P.. γ) Προσδιορίζεται υπό ποία ιδιότητα ήσαν υπόχρεοι έκαστος των αναιρεσειόντων για την προαναφερθείσα επιβεβλημένη ενέργεια ήτοι την αίτηση της συνδρομής της ... και συγκριμένα ο μεν Α. Γ. ως νόμιμος εκπρόσωπος και συντονιστής ασφαλείας της κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." αναδόχου του έργου "ηλεκτροφωτισμού με νέους στύλους και φωτιστικά σε τμήματα των δρόμων ..." δυνάμει σχετικής σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του τότε Δήμου ... (και ήδη Δήμου Ελληνικού-...) ο δε Φ.
Κ. μηχανολόγος-μηχανικός ως υπάλληλος του κυρίου του έργου-εργοδότη (τότε Δήμου ...) που είχε ορισθεί απ' αυτόν ως επιβλέπων μηχανικός εκ μέρους του (Δήμου) και ο οποίος είχε εγκρίνει το Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας (Σ.Α.Υ.) και το φάκελο Ασφάλειας και Υγείας (Φ.Α.Υ.) του έργου, προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 3 του Π.Δ. 305/96 που θ' αναφερθούν παρακάτω), που είχαν υποβληθεί από την ανάδοχο εργολήπτρια κοινοπραξία στο Δήμο για την ανάληψη του έργου, πλην όμως ο εν λόγω ήδη αναιρεσείων δεν έλεγξε αν στα εν λόγω Σ.Α.Υ.
και Φ.Α.Υ. προβλεπόταν ρητά τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση του έργου, δεν υπέδειξε, ως όφειλε κατά τα αναφερόμενα και πιο κάτω, στην ανάδοχο τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, κατόπιν συνεννόησης με τη Δ.Ε.Η., όταν ενέκρινε το σχέδιο και το φάκελο ασφαλείας και υγείας (Σ.Α.Υ. και Φ.Α.Υ.), αλλά και ούτε και όταν επιθεωρούσε το έργο, κατά την εκτέλεσή του, η οποία (εκτέλεση) κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης είχε αρχίσει από το 2008 ήτοι δύο περίπου έτη πριν το ένδικο ατύχημα, και δεν υπέδειξε, ως όφειλε, να κληθεί η ....
για την έγκριση και υπόδειξη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας. Ενόψει αυτών των παραδοχών της προσβαλλόμενης των σχετικών με την θεμελίωση της ευθύνης του εκ των αναιρεσειόντων Φ. Κ. οι αιτιάσεις του τελευταίου ότι το ατύχημα έλαβε χώρα ημέρα Σάββατο που αυτός δεν παρέχει την εργασία του, η σύμβαση είχε παραταθεί άτυπα η δε προσβαλλόμενη δεν αναφέρει-αιτιολογεί ότι αυτός γνώριζε το γεγονός αυτό είναι αβάσιμες και απορριπτέες αφού η κατάφαση της ενοχής του ουδόλως ερίζεται στο ότι δεν ήταν παρών κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα.
δ) Αναφέρονται οι διατάξεις από τις οποίες πήγαζε η υποχρέωση του καθενός των αναιρεσειόντων να λάβει χώρα πριν από την εκτέλεση του έργου έγγραφη επικοινωνία με την αρμόδια υπηρεσία της ... ώστε αμφότεροι από κοινού με την τελευταία να επιμεληθούν για την λήψη των αναγκαίων μέτρων προς αποφυγή του ανωτέρω επελθόντος αποτελέσματος ήτοι: 1) οι διατάξεις των άρθρων 78 παρ.
α, β, γ, και 79 του Π.Δ. 1073/1981 περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και τάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού με τις οποίες ορίζεται αρ. 78 "Δια την πρόληψιν ατυχημάτων, από άμεσον ή έμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικώτερον:
α) Να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα ώστε να αποκλείεται η προσέγγισις εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία, ασχέτως τάσεώς των. β) Αι μεταφοραί, χειρωνακτικαί ή μη, σιδηροπλισμού σωλήνων, κιγκλιδωμάτων, κ.α. και αι εγκαταστάσεις μηχανημάτων τροχιών αναβατορίων, .... να πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς ασχέτως τάσεως.
γ) Εις περιοχάς όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις εφ' όσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα - μηχανήματα, γερανοί εκσκαφής κ.λ.π. να λαμβάνονται πέραν των εις την προηγουμένην παράγραφον και μετά έγγραφον έγκρισιν της ... πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας" αρ. 79 "εάν πλησίον εργοταξίου διέρχωνται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος, ειδοποιείται εγγράφως υπό του εκτελούντος το έργον, προ της ενάρξεως των εργασιών, η αρμόδια υπηρεσία της ....
Τα μέτρα ασφαλείας τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού υπό της ..., του εκτελούντος το έργον και του επιβλέποντος τούτου Μηχανικού. Κατόπιν δε της εγγράφου εγκρίσεως της αρμόδιας υπηρεσίας της ... λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωσιν ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα ...". 2) Η διάταξη του άρθρου 49 του Ν. 1396/1983 με τίτλο υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα, σύμφωνα με την οποία "Σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπερβολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο ...". 3) η διάταξη του άρθρου 3β του ΠΔ 305/1996 με τίτλο "ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/57/ΕΟΚ" που αφορά την με μέριμνα του κύριου του έργου εκπόνηση από τον εργολάβο σχεδίου ασφαλείας και υγείας και για την κατάρτιση φακέλου ασφάλειας και υγείας στην δε παρ. 5 στοιχ.
β αυτού ορίζεται "όταν οι εργασίες που πρόκειται να εκτελεσθούν ενέχουν ιδιαίτερους κινδύνους όπως αυτές απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος" στο εν λόγω δε παράρτημα αρ. 4 ορίζεται "εργασίες κοντά σε ηλεκτρικούς αγωγούς υψηλής και μέσης τάσης". Οι εν λόγω δε διατάξεις εναρμονίζονται, κι εντεύθεν ισχύουν παράλληλα μ' εκείνες του άρθρου 3 και 6 του Ν.1418/1984 με τίτλο "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων" και του άρθρου 28 παρ. 1, 5 και 34 παρ. 4 του Π.Δ/τος 609/85 με το οποίο έλαβε χώρα η "κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων" και ορθά το Δικαστήριο της ουσίας τις εφάρμοσε παρά την περί του αντιθέτου αιτίαση του εκ των αναιρεσειόντων Φ.
Κ. αφού μ' αυτές ορίζεται (αρ. 3 με τίτλο "ειδικές έννοιες και ορισμοί") "α) εργοδότης ή κύριος του έργου είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα για λογαριασμό του οποίου καταρτίζεται η σύμβαση ή κατασκευάζεται το έργο. β) Ανάδοχος εργολήπτης ή ανάδοχος είναι η εργοληπτική εταιρεία, στην οποία έχει ανατεθεί με σύμβαση η κατασκευή του έργου.
γ) Διευθύνουσα Υπηρεσία ή επιβλέπουσα Υπηρεσία είναι η τεχνική υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου που είναι αρμόδια για την παρακολούθηση, έλεγχο και διοίκηση της κατασκευής του έργου" άρθρο 6 "παρ. 1 Η παρακολούθηση, ο έλεγχος και διοίκηση των έργων ανήκει στην αρμόδια τεχνική υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου, (διευθύνουσα υπηρεσία ή επιβλέπουσα υπηρεσία), η οποία ενεργεί ότι απαιτείται για την καλή και έγκαιρη εκτέλεση του έργου και ορίζει τους τεχνικούς υπαλλήλους που θα ασχοληθούν ειδικότερα με την επίβλεψη ...
παρ. 2 Στην περίπτωση κατασκευής έργου με ανάθεση σε ανάδοχο, η επίβλεψη αποσκοπεί στην πιστή εκπλήρωση από τον ανάδοχο των όρων της σύμβασης ... παρ. 6 "Η Διεύθυνση του έργου από την πλευρά του αναδόχου στους τόπους κατασκευής τους, γίνεται από τεχνικούς που έχουν τα κατάλληλα προσόντα και είναι αποδεκτοί από την υπηρεσία .." άρθρο 28 με τίτλο Διοίκηση του έργου-επίβλεψη "παρ. 1 ...
Στα καθήκοντα των επιβλεπόντων περιλαμβάνονται η παρακολούθηση και ο έλεγχος ... και γενικά η τήρηση των όρων της σύμβασης από τον ανάδοχο" παρ. 2 "Η Διευθύνουσα υπηρεσία ορίζει ως επιβλέποντες για το έργο ... τεχνικούς υπαλλήλους που έχουν την αντίστοιχη δυνατότητα ..." παρ. 5 "Η άσκηση της επίβλεψης ως προς την εκτέλεση της σύμβασης διέπεται από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν.1418/1984 και δεν μειώνει σε καμιά περίπτωση τις ευθύνες του αναδόχου σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και τη σύμβαση" αρ. 34 παρ. 4 "Ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση για την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, των διατάξεων και κανονισμών για την πρόληψη ατυχημάτων στο προσωπικό του ...
Σχετικά με τη λήψη μέτρων ασφαλείας είναι υποχρεωμένος να εκπονεί με ευθύνη του κάθε σχετική μελέτη ... και να λαμβάνει όλα τα σχετικά μέτρα". Από την παράθεση των ως άνω διατάξεων που για τον προεκτεθέντα λόγο εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας προκύπτει ότι αυτές στην προκείμενη περίπτωση έχουν όλες πράγματι ισχύ, δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους αλλά αλληλοσυμπληρώνονται η δε προαναφερθείσα αιτίαση του εκ των αναιρεσειόντων Φ.
Κ. με την οποία υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμη και απορριπτέα. ε) Παρατίθενται όλα τα επί μέρους περιστατικά που αιτιολογούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς εκατέρου των αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του ανωτέρω εργαζόμενου ακαριαία από ηλεκτροπληξία.
Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης "οι εργασίες τοποθέτησης ηλεκτροφωτισμού συνεχίστηκαν και ολοκληρώθηκαν από την ως άνω κοινοπραξία, πλην όμως κάθε φορά, διακοπτόταν το ηλεκτρικό ρεύμα, για την παροχή έγκρισης πραγματοποίησής τους από το ΚΕ.Π.Ε.Κ "ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ" στο δε συγκεκριμένο σημείο του ατυχήματος δεν τοποθετήθηκε ποτέ στύλος, διότι, πρόδηλα, κρίθηκε επισφαλής η τοποθέτησή του, λόγω της μικρής απόστασης, ήτοι 0,90 μ.
από το δίκτυο μέσης τάσης της Δ.Ε.Η., ενώ η ασφαλής ελάχιστη επιτρεπόμενη απόσταση, στη προκείμενη περίπτωση είναι 1,26 μ. όπως αναφέρεται στο ...06/24/6/2010 έγγραφο της Δ.Ε.Η." Το περιλαμβανόμενο στις ως άνω παραδοχές γεγονός ότι τελικά ο επίμαχος στύλος δεν τοποθετήθηκε στην αρχική ορισθείσα θέση που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα δεν θεμελιώνει διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των προαναφερθεισών παραλείψεων του εκ των αναιρεσειόντων Α.
Γ. και του επελθόντος θανάτου, καθόσον κατά τις παραδοχές η υπαίτια παράλειψη του (ως άνω αναιρεσείοντα) συνίσταται στο ότι δεν επιμελήθηκε πριν την εκτέλεση του έργου τοποθέτησης του συγκεκριμένου στύλου για την ύπαρξη της συνδρομής της ... και μάλιστα με τον προεκτεθέντα και αναφερόμενο στις παραδοχές τρόπο και όχι μόνον στη μη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος.
Επομένως είναι αβάσιμα και απορριπτέα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εν λόγω αναιρεσείων με σχετικές αιτιάσεις του περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου λόγω αλλαγής της θέσης που τελικά τοποθετήθηκε ο στύλος και περί έλλειψης αιτιολογίας για το αν ο ίδιος με την ως άνω ιδιότητα του του εκπροσώπου της εργολήπτριας κοινοπραξίας και του επαγγέλματος του ως εργολάβου δημοσίων έργων-γεωπόνου ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι η υποδειχθείσα θέση τοποθέτησης του στύλου ήταν απαγορευμένη και επικίνδυνη ως ευρισκόμενη σε ανεπίτρεπτα κοντινή απόσταση από το δίκτυο της μέσης τάσης της ..., υπολαμβάνοντας εσφαλμένα παρά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι μόνον στην μη διακοπή κατόπιν δικής του επιμέλειας του ηλεκτρικού ρεύματος συνίσταται η θεμελίωση της ευθύνης του καίτοι σύμφωνα με τις παραδοχές οπωσδήποτε ήταν και αυτή αφού ενόψει της τοποθέτησης όλων των υπόλοιπων στύλων η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος διακόπτετο.
και στ) Προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας των αναιρεσειόντων, ήτοι αυτό της "μη συνειδητής" όπως τούτο προκύπτει από το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο και την ειδικότερη αναφορά στο τελευταίο ότι οι αναιρεσείοντες "από την έλλειψη προσοχής που όφειλαν απ' τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, επέφεραν το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παρήχθη από την παρακάτω πράξη τους ...".
Κατόπιν αυτών, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ, κοινοί λόγοι αναίρεσης των ως άνω αναιρεσειόντων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με τις ειδικότερες αιτιάσεις που ήδη αναφέρθηκαν και επί πλέον του μη προσδιορισμού του είδους της αμέλειας τους είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. 'Ολες οι λοιπές περιεχόμενες στους ως άνω λόγους αιτιάσεις, κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση και εκτίμηση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου, συνιστούν ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης αυτού και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρων λόγων αναίρεσης προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει ν'απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων (αρθρ. 583 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει:α) την από 6/6/2018 (αριθμ. γεν. πρωτ. (6059/6-6-2018) αίτηση του Α. Γ. του Χ., κατοίκου ..., οδός ... και β) την από 4-6-2018 (αριθμ. γεν. πρωτ. 6062/6/6/2018) αίτηση του Φ. Κ. του Γ. κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5008/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ