Legislator Case Law & Legislation
1975/2017 AI generated

1975/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1975/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1975/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου συζητεί πρώτα για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν διαπιστώσει ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή απορρίπτει αυτήν και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 539/2014). Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης διακρίνονται σε θετικές και αρνητικές.

Keywords

AI generated
aggravated drunk driving traffic offence excessive speed driving without authorization fitness to drive illegal overtaking manoeuvre
AI generated
1613/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5131/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 518/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-9-2006 αίτησή τους. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 2119/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παραπέμπει για εκ νέου συζήτηση, την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών.
804/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1839/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1864/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4369/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/1/2008 αίτησή τους.
891/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
439/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1975 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1975/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) X. χας S. M. του V. (Τ. χας Σ. Μ. του Β.), 2) G. M. του S. (Γ. Μ. του Σ.), 3) P. M. του S. (Π. Μ. του Σ.), 4) S. M. του S. (Σ. Μ. του Σ.), 5) F. M. του S. (Φ. Μ. του Σ.), κατοίκων ...) Αλβανίας και προσωρινά διαμενόντων στην Αθήνα και 6) N. συζ. P. (Ν. συζ. Π.), το γένος S. M. (Σ. Μ.), κατοίκου ... Αλβανίας, για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της K. P. και S. P., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πάτρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ορφανό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 8-7-2009 και 5-11-2009 παρεμπίπτουσες αγωγές των ήδη 2ου και 1ου των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3257/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4487/2013 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-12-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 12-9-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως δικόγραφο, ως προς το 2ο αναιρεσίβλητο "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", ως απαράδεκτη (έλλειψη αναιρετικού λόγου σε βάρος του), κατά το μέρος δε που η αίτηση απευθύνεται σε βάρος του 1ου αναιρεσιβλήτου, την ουσιαστική παραδοχή του 1ου αναιρετικού λόγου κατά το Α’ σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, του 1ου αναιρετικού λόγου κατά το Β’ σκέλος αυτού, του 2ου αναιρετικού λόγου κατά το Β’ σκέλος αυτού και του 3ου αναιρετικού λόγου κατά το Β’ σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών αναιρετικών λόγων, δηλ. του 1ου κατά το Γ’ σκέλος, του 2ου κατά το Α’ σκέλος και του 3ου κατά το Α’ σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, ως απαράδεκτων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου συζητεί πρώτα για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν διαπιστώσει ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή απορρίπτει αυτήν και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 539/2014). Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης διακρίνονται σε θετικές και αρνητικές.

Θετικές προϋποθέσεις είναι α) η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση (άρθρ. 552, 554 Κ.Πολ.Δ.), β) άσκηση αυτής από πρόσωπο νομιμοποιούμενο προς τούτο (άρθρ. 556, 558 ΚΠολΔ), γ) θεμελίωσή της σε ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης (άρθρ. 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δ) η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον διάδικο που την ασκεί και ε) η τήρηση ορισμένου τύπου και προθεσμίας για την άσκησή της, ενώ αρνητικές προϋποθέσεις είναι α) η άσκηση αυτής για πρώτη φορά (άρθρ. 555 ΚΠολΔ), β) η μη αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) η μη παραίτηση του διαδίκου από την τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης.

Από τα ανωτέρω, συνδυαζόμενα και προς τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1, 569 παρ. 1, 571 εδάφ. α’ και 577 παρ. 1, 2, 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης μπορεί να είναι παραδεκτή και αν ακόμη δεν περιέχει κανένα παραδεκτό και ορισμένο λόγο αναίρεσης, αλλά αρκεί να περιέχει κάποιο λόγο αναίρεσης, έστω και απαράδεκτο ή αόριστο (ΑΠ 1486/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες-οικογένεια του θύματος σε τροχαίο ατύχημα, άσκησαν την από 8-5-2009 (αρ. κατ. .../ 2009) κύρια αγωγή τους κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και κατά του ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και χάριν συντομίας ΕΚ (ήδη αναιρεσίβλητοι), με την οποία ζητούσαν να τους καταβληθεί αποζημίωση για τα έξοδα κηδείας και για διατροφή στην χήρα του θύματος και στην τότε ανήλικη θυγατέρα τους, ήδη 1η και 2η αναιρεσείουσες, καθώς και σε όλους τους κυρίως ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, διότι το δυστύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου κυρίως εναγομένου-οδηγού του ζημιογόνου και ανασφαλίστου ΙΧΕ αυτοκινήτου, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι της οικογένειας κάλυπτε το ΕΚ (άρθρ. 19 παρ. 1 περ.

β’ Ν. 489/1976) και ήδη αναιρεσίβλητοι. Η κύρια αγωγή συνεκδικάστηκε με επικουρική αγωγή του ΕΚ και παρεπίμπτουσα αγωγή του υπαίτιου οδηγού κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία ... (που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική δίκη) και εκδόθηκε η υπ’ αρ. 3257/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι το θύμα-πεζός ήταν συνυπαίτιος σε ποσοστό 80% στην πρόκληση του ατυχήματος και τον εξαιτίας αυτού θανάσιμο τραυματισμό του και ο 1ος κυρίως εναγόμενος, οδηγός, κατά ποσοστό 20%, καθώς επίσης ότι η Σύμβαση ασφάλισης με την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία ..., είχε λυθεί κατά το χρόνο του δυστυχήματος, πλην όμως επειδή δεν είχε τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 11 παρ. 2 εδ.

α’ Ν. 489/1976, (γνωστοποίηση της λήξης της Σύμβασης και πάροδος 16 ημερών από τη γνωστοποίηση), η ελαττωματική αυτή ασφαλιστική κάλυψη δεν μπορούσε να αντιταχθεί έναντι των κυρίως εναγόντων-οικογένεια του θύματος, ως προς τους οποίους, ως τρίτοι ζημιούμενοι, το όχημα εξακολουθούσε να θεωρείται ασφαλισμένο.

Κατόπιν τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την κύρια αγωγή της οικογένειας ως προς τον 1ο κυρίως εναγόμενο, οδηγό του αυτοκινήτου και απέρριψε την κύρια αγωγή εναντίον του 2ου κυρίως εναγομένου - ΕΚ, ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δεν είχε ενεργοποιηθεί η επικουρική ευθύνη αυτού, κατ’ άρθρ. 19 παρ. 1β Ν. 489/1976.

Οι κυρίως ενάγοντες άσκησαν κατά της απόφασης αυτής την από 28-9-2010 (αρ. κατ. .../2010) έφεσή τους, η οποία στράφηκε και κατά του ΕΚ, πλην όμως απαραδέκτως, διότι από το εφετήριο, το οποίο επίσης επιτρεπτά επισκοπείται κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τούτο δεν περιείχε κανένα λόγο έφεσης κατά του κεφαλαίου της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης αναφορικά με την ευθύνη του ΕΚ και συνακόλουθα η έφεση ήταν αόριστη κατ’ άρθρ. 520 παρ. 1 ΚΠολΔ ως προς το ΕΚ (ΑΠ 827/2007).

Περαιτέρω η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 4487/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, ας σημειωθεί, εκθέτει την ανωτέρω διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, στη σελίδα 5α αυτής, απέρριψε την έφεση (η οποία απευθυνόταν κατά του οδηγού και κατά του ΕΚ) ως ουσιαστικά αβάσιμη, χωρίς να περιλάβει ρητή διάταξη για το παραδεκτό ή όχι αυτής ως προς το 2ο εφεσίβλητο ΕΚ, από προφανή παραδρομή.

Εξάλλου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη ως άνω εφετειακή απόφαση και από την επιτρεπτή επισκόπηση του αναιρετηρίου προκύπτει ότι διαλαμβάνει λόγους αναίρεσης, που αφορούν το κεφάλαιο της υπαιτιότητας-συνυπαιτιότητας αναφορικά με τον 1ο αναιρεσίβλητο - οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ενώ δεν περιέχει κανένα λόγο αναίρεσης, που να αφορά την ευθύνη του ΕΚ σε σχέση με το ζημιογόνο όχημα.

Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης είναι αόριστη κατά το μέρος, που απευθύνεται κατά του 2ου αναιρεσιβλήτου ΕΚ, ζήτημα που ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως κατ’ άρθρ. 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης (ως δικόγραφο) πρέπει να απορριφθεί ως προς το 2ο αναιρεσίβλητο ΕΚ, ως απαράδεκτη και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα αυτού (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο αίτημα αυτού.

Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωσή του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ’ άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ’ άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου.

Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ’ αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του.

Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτος, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 1166/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, η 2η αναιρεσείουσα, G. M., θυγατέρα του θύματος, της οποίας τη γονική μέριμνα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ασκούσε η μητέρα της και ήδη 1η αναιρεσείουσα, ενηλικιώθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Επομένως, παραδεκτά αυτή ασκεί την αίτηση αναίρεσης ατομικά και συμμετέχει στην παρούσα δίκη, την οποία συνεχίζει στο όνομά της.

Περαιτέρω, η κρινόμενη από 29-12-2015 (αρ. κατ. .../ 2015) αίτηση αναίρεσης σε βάρος του 1ου αναιρεσιβλήτου, έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).

Περαιτέρω, από το άρθρο 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους".

Κατά το άρθρ. 19 παρ. 1, "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά την παρ. 2, "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", κατά δε την παρ. 3 "ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, ....κατά τις νυκτερινές ώρες...αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας"... (ΑΠ 1207/2004).

Επίσης, κατά το άρθρο 38 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του".

Τέλος, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζεται ότι "1. Τα αυτοκίνητα οχήματα, τα οποία μπορούν να υπερβούν την ταχύτητα των 40 χλμ. την ώρα σε ευθεία οριζόντια οδό, επιβάλλεται να έχουν στο μπροστινό μέρος τους δύο λευκά ή ειδικής επιλογής κίτρινα φώτα πορείας, ικανής έντασης, για τον επαρκή φωτισμό της οδού κατά τη νύκτα με καθαρές καιρικές συνθήκες, σε απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρων μπροστά από το όχημα...".

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011, ΑΠ 479/2009).

Με τους συναφείς 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το Β’ σκέλος αυτού, 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το Β’ σκέλος αυτού και 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το Β’ σκέλος αυτού οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι παραβίασε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 παρ. β’ , 914 ΑΚ και του άρθρ. 38 παρ. 4 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στις διατάξεις αυτές, τις οποίες σημειωτέον, αν και δεν παραθέτουν οι αναιρεσείοντες αριθμητικά, εν τούτοις οι διατάξεις αυτές προκύπτουν από το όλο περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης, διότι το Εφετείο, χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής δήθεν υπαιτιότητας του θύματος και αντίστοιχα, του αποκλεισμού κάθε μορφής συνυπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με την κύρια αγωγή οι συγγενείς του θύματος, Σ. Μ., ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα, όντας πεζός, στις 22-9-2007 ζητούσαν η μεν χήρα αυτού ατομικά, αλλά και για λογαριασμό της ανήλικης τότε θυγατέρας τους, αποζημίωση για μηνιαία διατροφή και επί πλέον, ατομικά, η χήρα του θύματος αποζημίωση για τα έξοδα κηδείας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς επίσης όλοι οι συγγενείς του θύματος (τέκνα και έγγονοι αυτού) χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αρ. 3257/2010 οριστική του απόφαση έκρινε, όπως προεκτέθηκε, ότι ο πεζός ήταν συνυπαίτιος σε ποσοστό 80% στην πρόκληση του δυστυχήματος και ο οδηγός του αυτοκινήτου σε ποσοστό 20% και κατόπιν τούτου επιδίκασε στην χήρα του θύματος και ήδη 1η αναιρεσείουσα το ποσό των 8.326 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, πλέον 20 ευρώ μηνιαία ως διατροφή για το χρονικό διάστημα από 1-6-2009 έως 31-5-2011.

Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στην ανήλικη τότε θυγατέρα του θύματος και ήδη 2η αναιρεσείουσα το ποσό των 8.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και 20 ευρώ μηνιαία ως διατροφή για το ίδιο χρονικό διάστημα, καθώς επίσης στους λοιπούς συγγενείς και ήδη 3ος έως 6η των αναιρεσειόντων το ποσό των 6.000 ευρώ σε καθένα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Η οικογένεια του θύματος άσκησε κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την από 28-9-2010 έφεση, η οποία συνεκδικάστηκε με αντίθετη έφεση του οδηγού και με επικουρική έφεση του ΕΚ και αντέφεση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... ΑΕΓΑ, που δεν αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη. Επί της έφεσης της οικογένειας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, μετά την ουσιαστική παραδοχή της έφεσης του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δέχθηκε ότι το δυστύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πεζού και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση δίκασε την κύρια αγωγή της οικογένειας, την οποία στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως επιτρεπτά επισκοπείται κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση της, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας, τα ακόλουθα: "Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του εναγόμενου που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων τα συνταχθέντα κατά την διενεργηθείσα προανάκριση έγγραφα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Στις 22-9-07 και περί ώρα 00:05, ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ’ αριθ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του εκινείτο στην Εθνική Οδό ... με κατεύθυνση προς Ιωάννινα και με ταχύτητα μικρότερη του επιτρεπόμενου ορίου των 90 χλμ/ώρα. Όταν έφθασε στην χιλιομετρική θέση 90,800χλμ (θέση ...), εκτός κατοικημένης περιοχής όπου το πλάτος του οδοστρώματος είναι 7,10 μ., ο πεζός S. M., αποβιβασθείς από λεωφορείο που στάθμευσε σε χώρο στάθμευσης καταστήματος που βρίσκεται στην δεξιά, ως προς την πορεία του αυτ/του πλευρά της Εθνικής Οδού, αν και ήταν νύκτα και επικρατούσε σκοτάδι διότι δεν υπήρχε εγκατάσταση τεχνητού φωτισμού, ο ίδιος δε φορούσε σκούρα ρούχα (βλ.

για όλα τα ανωτέρω την έκθεση αυτοψίας), επεχείρησε να διασχίσει κάθετα την Εθνική Οδό από σημείο όπου δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, προκειμένου να ουρήσει στην απέναντι πλευρά της οδού (βλ. την από 25/10/07 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής όπου αναγράφεται ότι το πτώμα του βρέθηκε πλήρες ούρων) και παρεμβλήθηκε αιφνίδια από δεξιά προς τ’ αριστερά στην πορεία του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να επιπέσει με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του επί του πεζού, να τον εκτινάξει σε απόσταση 35 μέτρων περίπου προς το αντίθετο ρεύμα πορείας (προς Αντίρριο) και στην συνέχεια να προσκρούσει στις προστατευτικές μπάρες ασφαλείας του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας.

Κατά το ανωτέρω ατύχημα τραυματίστηκε θανάσιμα ο πεζός, υποστάς βαρύτατες κακώσεις κεφαλής και θώρακος, από τις οποίες ως μόνης και αποκλειστικής αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτού (βλ. την ανωτέρω ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής). Για το ανωτέρω ατύχημα αποκλειστικά υπαίτιος τυγχάνει ο αποβιώσας πεζός, διότι επεχείρησε να διασχίσει κάθετα την Εθνική Οδό, εκτός κατοικημένης περιοχής σε σημείο όπου δεν υπάρχει διάβαση πεζών ενώ ήταν νύκτα και επικρατούσε σκοτάδι διότι δεν υπήρχε εγκατάσταση τεχνητού φωτισμού, ο ίδιος δε φορούσε σκούρα ρούχα και έτσι δεν ήταν ορατός, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δύναται να πράξει τούτο χωρίς να παρεμποδίζει την κυκλοφορία των οχημάτων που κινούντο στην Εθνική Οδό λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων και συγκεκριμένα του πρώτου εναγομένου που πλησίαζε (άρθρ. 38 § 4 Κ.Ο.Κ.) αλλά αντιθέτως κατήλθε στο οδόστρωμα χωρίς έλεγχο, αιφνίδια ("πετάχτηκε") και παρεμβλήθηκε στην πορεία του αυτοκινήτου του α’ εναγόμενου, ο οδηγός του οποίου δεν είχε κανένα περιθώριο αντιδράσεως προς αποφυγή του ατυχήματος λόγω της αιφνίδιας και απρόσμενης και μάλιστα εντός της Εθνικής Οδού εμφάνισης του πεζού που κινήθηκε με γρήγορο βηματισμό να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της Εθνικής Οδού.

Το Δικαστήριο άγεται στην κρίση αυτή από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας αλλά και από την από 23-9-2007 προανακριτική κατάθεση της συζύγου του θανόντος, η οποία καταθέτει επί λέξει: "αμέσως μετά που έφυγε (από τον χώρο στάθμευσης) άκουσα ένα "μπαμ"...", από την οποία αποδεικνύεται ότι ο θανών κατήλθε στο οδόστρωμα της Εθνικής Οδού, χωρίς έλεγχο αιφνιδίως και άρχισε να διασχίζει αυτό με γοργό βηματισμό.

Αντιθέτως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος δεδομένου ότι αυτός εκινείτο στην Εθνική Οδό σύννομα εντός του ρεύματος πορείας του και με μικρότερη της επιτρεπομένης ταχύτητα των 90χλ/ω όταν εμφανίσθηκε αιφνίδια και απρόσμενα εντός της πορείας του ο πεζός.

Και είναι μεν αληθές ότι η περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα του πρώτου εναγομένου ανευρέθη σε ποσοστό 0,54%ο (βλ. την από 5-11-07 έκθεση εξέτασης αίματος), όμως η τοιαύτη περιεκτικότητα οινοπνεύματος δεν μπορεί να στηρίξει συνυπαιτιότητά του στην επέλευση του ατυχήματος, γιατί το γεγονός αυτό αποτελεί μεν παράβαση του ΚΟΚ, δεν τελεί όμως, υπό τις περιγραφείσες συνθήκες, σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, καθόσον και εάν η περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα του εναγομένου ήταν στο νόμιμο επίπεδο του 50% και πάλι το ατύχημα δεν θα απεφεύγετο λόγω της αιφνίδιας εμφάνισης του πεζού στην πορεία τού αυτοκινήτου.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 20% είναι ο πρώτος εναγόμενος και έκανε εν μέρει δεκτή την κύρια αγωγή των εναγόντων, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσίαν ο πρώτος λόγος της εφέσεως του εναγομένου και να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν ο αντίθετος πρώτος λόγος της εφέσεως των εναγόντων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων εφέσεως...".

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο τροχαίο δυστύχημα, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του θύματος - πεζού και έτσι δημιουργούνται αμφιβολίες, εάν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, που εφάρμοσε.

Πιο συγκεκριμένα: 1) δεν προσδιορίζει από ποια απόσταση ο οδηγός του αυτοκινήτου αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό, που αποβιβάστηκε από το σταθμευμένο λεωφορείο, δεξιά ως προς την πορεία του αυτοκινήτου και άρχισε να διασχίζει, με γρήγορο βηματισμό, κάθετα ως προς την πορεία του αυτοκινήτου, το οδόστρωμα, 2) δεν διευκρινίζει εάν ο οδηγός είχε θέσει σε λειτουργία τα φώτα πορείας του, που παρέχουν τη δυνατότητα ορατότητας σε απόσταση 100 μέτρων έμπροσθεν του αυτοκινήτου του, διότι ήταν νύκτα και επικρατούσε σκότος, 3) δεν προσδιορίζει το σημείο εντός του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου που έγινε η σύγκρουση και ειδικότερα, πόσο απείχε το σημείο αυτό, από το σημείο που ο πεζός κατήλθε στο οδόστρωμα και άρχισε να το διασχίζει κάθετα, το οποίο, κατά τις παραδοχές του Εφετείου είχε πλάτος 7,10 μέτρα, 4) δεν προσδιορίζει την ακριβή θέση του αυτοκινήτου στο οδόστρωμα και πόσος χώρος είχε απομείνει ελεύθερος προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά, ως προς την πορεία του αυτοκινήτου, ώστε να ελεγχθεί, εάν ήταν δυνατόν ο οδηγός να εκτελέσει αποφευκτικό ελιγμό, 5) επίσης η προσβαλλόμενη έχει ελλιπή αιτιολογία ως προς τις συνθήκες φωτισμού στον τόπο, που συνέβη το δυστύχημα και ως προς την ορατότητα του οδηγού, διότι ενώ δέχεται ότι δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, δεν διευκρινίζει, εάν το κατάστημα, που βρισκόταν δεξιά ως προς την πορεία του αυτοκινήτου, στο χώρο στάθμευσης του οποίου είχε ακινητοποιηθεί προσωρινά το λεωφορείο για να αποβιβάσει τους επιβάτες, όπως το θύμα, είχε φωτισμό και σε καταφατική περίπτωση, εάν αυτός επαρκούσε, ώστε ο οδηγός να έχει ορατότητα για να αντιληφθεί τον πεζό και να τροχοπεδήσει έγκαιρα ή να προβεί σε ορθό αποφευκτικό ελιγμό.

Όλα τα παραπάνω περιστατικά είναι ουσιώδη, προκειμένου να ερευνηθεί, εάν ο οδηγός ενήργησε ως ο μέσος επιμελής και συνετός οδηγός, που κινείται εκτός κατοικημένης περιοχής, νύκτα και προσεγγίζει σημείο, όπου βρίσκεται σταθμευμένο λεωφορείο, που αποβιβάζει επιβάτες, καθώς επίσης για να ερευνηθεί εάν ο οδηγός έλαβε υπόψη του τους παραπάνω προσδιοριστικούς παράγοντες, ώστε να φροντίσει να ελαττώσει στο ελάχιστο την ταχύτητα του οχήματός του και να επιτρέψει στον πεζό, να ολοκληρώσει με ασφάλεια την κίνησή του στο οδόστρωμα, έστω και εάν αυτή δεν ήταν επίσης επιμελής και τέλος, για να ερευνηθεί επίσης, εάν ο οδηγός θα ήταν δυνατόν να αποφύγει την σύγκρουση, είτε με έγκαιρη τροχοπέδη, είτε με εκτέλεση αποφευκτικού ελιγμού.

Συνεπώς, με αυτά που έκρινε το Εφετείο δημιουργούνται αμφιβολίες και δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν ορθά υπήχθησαν τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στους ανωτέρω ουσιαστικού κανόνες δικαίου, τους οποίους το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Επομένως, ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και συνακόλουθα οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι και ειδικότερα, ο 1ος κατά το Β’ σκέλος του, ο 2ος κατά το Β’ σκέλος του και ο 3ος κατά το Β’ σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια, των κατά τα ανωτέρω δεκτών γεννώμενων αναιρετικών λόγων, οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά του 1ου αναιρεσιβλήτου, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει, η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, που επίσης, αποβλέπουν στην αποδοχή της αίτησης αναίρεσης και πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της κύριας αγωγής ως προς την υπαιτιότητα - συνυπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του θύματος και ειδικότερα, παρέλκει η έρευνα του 1ου λόγου αναίρεσης κατά το Α’ σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν κατά τα ανωτέρω και κατά το Γ’ σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ.

β’ ΚΠολΔ, ανεξάρτητα του ότι ο τελευταίος αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο ερεύνησε τον ισχυρισμό-πράγμα και κατέληξε σε αντίθετο αποτέλεσμα ως προς την υπαιτιότητα, σε σχέση με όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες - οικογένεια. Επίσης, παρέλκει η εξέταση του 2ου και 3ου αναιρετικού λόγου κατά το Α’ σκέλος τους εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ.

β’ ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι είναι και απαράδεκτοι, διότι οι σχετικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς-πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αλλά πλήττουν τα επιχειρήματα που άντλησε το Δικαστήριο ουσίας από τις αποδείξεις σχετικά με την ταχύτητα του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την ορατότητα του οδηγού του.

Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών πρέπει, αφού γίνει δεκτή η αναίρεση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής, ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο οδηγό, που αφορά το κεφάλαιο της κύριας αγωγής των αναιρεσειόντων - συγγενών του θύματος σε βάρος αυτού, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε) και να καταδικαστεί ο 1ος αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την από 29-12-2015 (αρ. κατ. .../ 2015) αίτηση για την αναίρεση της οριστικής υπ’ αρ. 4487/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ, ως προς το 2ο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του 2ου αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Αναιρεί την υπ’ αρ. 4487/2013 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο της υπόθεσης, που αφορά την κύρια αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του 1ου κυρίως εναγομένου - 1ου αναιρεσιβλήτου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος.

Διατάσσει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο, που έχουν καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Και

Καταδικάζει τον 1ο αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ