Legislator Case Law & Legislation
1975/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against court ruling cancelling arbitration award due to expired arbitration agreement.

Case Number 1975/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Athens' decision that annulled an arbitration award. The Court of Athens had cancelled the award because it was issued after the agreed-upon deadline for the arbitration agreement expired. The Supreme Court found the lower court's primary reasoning valid and declared the appellants' additional arguments regarding the arbitrator's appointment and the plaintiff's conduct to be irrelevant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 885(2) and 897(2) of the Code of Civil Procedure; An arbitration award issued after the expiration of the agreed time limit for its issuance is void, and an appeal based on such expiration is admissible, while arguments regarding the appointment of the arbitrator or the conduct of the appellant are inadmissible if the primary ground of invalidity is established.

Keywords

AI generated
arbitration agreement expiration arbitration award annulment Code of Civil Procedure arbitration agreement validity arbitrator appointment arbitration appeal arbitration award invalidity

Cited Legislation

AI generated
Articles 885(2) and 897(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1975 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1975/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1...., 2.... και 3. ...οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κατηφόρη.

Της αναιρεσίβλητης:Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...ΟΕ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2007 αγωγή ακυρώσεως διαιτητικής απόφασης της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 5887/2007 απόφαση του Εφετείου, την αναίρεση της οποία ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-12-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 17-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στις διατάξεις των άρθρων 885 αρ. 2 και 897 αρ. 2 ΚΠολΔ ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "Η συμφωνία για διαιτησία παύει να ισχύει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην ίδια, 1.......2) αν περάσει η προθεσμία της ισχύος της συμφωνίας που ορίστηκε από την ίδια τη συμφωνία ή η προθεσμία για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης......" και ότι "Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση για τους επομένους λόγους 1......2)αν εκδόθηκε αφού η συμφωνία για τη διαιτησία έπαυσε να ισχύει".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η διαιτητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση και όταν εκδόθηκε αφού είχε περάσει η συμφωνημένη από τα συμβαλλόμενα μέρη προθεσμία έκδοσής της. Η καθοριζόμενη από τα μέρη, κατά την έγγραφη συμφωνία της διαιτησίας, προθεσμία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης είναι δυνατό, αναλόγως με τη βούληση των μερών, να αποτελεί είτε διαλυτική προθεσμία, εντός της οποίας οι διαιτητές οφείλουν να εκπληρώσουν την παροχή τους, να εκδώσουν δηλαδή τη διαιτητική απόφαση, και η παρέλευσή της χωρίς να εκδοθεί απόφαση, συνεπάγεται την παύση της συμφωνίας διαιτησίας, είτε ενδεικτική προθεσμία, η παρέλευση της οποίας δεν συνεπάγεται και την παύση της συμφωνίας για διαιτησία.

Η ενδεικτική φύση αυτής της προθεσμίας, αν τέτοια βούληση των μερών δεν προκύπτει σαφώς, μπορεί να προκύπτει από το ότι τα μέρη ανέθεσαν στους διαιτητές την παράταση της προθεσμίας έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και πέραν της προθεσμίας που έχει ορισθεί, χωρίς τη συναίνεση εκείνων (μερών). Η παύση της ισχύος της διαιτητικής συμφωνίας επέρχεται με την παρέλευση της εν λόγω αποκλειστικής προθεσμίας και υπό την προϋπόθεση ότι δεν έλαβε χώρα μεταγενέστερη συμφωνία των μερών, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία ορίσθηκε νέα προθεσμία διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς.

Τέτοια σιωπηρή νέα συμφωνία των μερών είναι έγκυρη καίτοι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, υπάρχει δε και όταν οι διάδικοι ή ο έχων ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρος τους, μετά την παρέλευση της προθεσμίας, εμφανισθούν ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου και συμμετάσχουν στη διαιτητική διαδικασία, χωρίς να προβάλουν την ήδη επελθούσα παύση της συμφωνίας για διαιτησία.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 241 ΑΚ η προθεσμία αρχίζει την επομένη της ημέρας όπου έγινε το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατ' αποδοχή της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, ακύρωσε την υπ' αριθμ. 29/2007 απόφαση του Μονομελούς Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών, για τους λόγους ότι α) εκδόθηκε μετά την παύση ισχύος της διαιτητικής συμφωνίας, λόγω παρέλευσης της συμφωνηθείσης με αυτή προς έκδοση της διαιτητικής απόφασης προθεσμίας (άρθρα 885 αρ. 2 και 897 αρ. 2 ΚΠολΔ) και β) εκδόθηκε από πρόσωπο που ορίσθηκε ως διαιτητής, κατά παράβαση της συμφωνίας περί διαιτησίας (άρθρο 897 παρ. 3), δεχθέν, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 885 αρ. 2 και 897 αρ. 2 ΚΠολΔ, τα εξής:

Με το υπ' αριθμ. 14.893/14.9.2003 "Προσύμφωνο πώλησης ακινήτου αξίας 9.500.000 ευρώ χωρίς προκαταβολή" της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Γεωργάκη-Ρούσσου, οι αναιρεσείοντες συμφώνησαν να πωλήσουν και μεταβιβάσουν στην αναιρεσίβλητη ένα οικόπεδό τους, εμβαδού 4.962,01 τ.μ., που βρίσκεται επί της οδού ... στο ..., έναντι τμήματος 9.500.000 ευρώ και με τη συμφωνία ότι η οριστική σύμβαση θα καταρτισθεί εντός προθεσμίας οκτώ μηνών από την υπογραφή του προσυμφώνου σε κάθε δε περίπτωση εντός είκοσι εργασίμων ημερών από την, εντός της άνω οκτάμηνης προθεσμίας, πλήρωση των εξής, σωρευτικώς αναφερομένων, αναβλητικών αιρέσεων:

α) της λήψης από την αγοράστρια εταιρία, με ενέργειες και έξοδά της, οικοδομικής άδειας για την κατεδάφιση των υφιστάμενων στο πωλούμενο ακίνητο κτισμάτων και για την ανέγερση κτίσματος για τη στέγαση καταστήματος τροφίμων, β) της λήψης από την αγοράστρια, με ενέργειες και έξοδά της προέγκρισης άδειας λειτουργίας από το Δήμο Χαλανδρίου και γ) της μη σύνταξης από τον Ο.Σ.Κ., μέχρι την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, σχετικού πρακτικού καταλληλότητος που να αφορά το προσυμφωνούμενο να πωληθεί ακίνητο.

Με τον 9ο όρο του άνω προσυμφώνου συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση που ματαιωνόταν η σύνταξη του οριστικού συμβολαίου από υπαιτιότητα οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, αυτό θα κατέβαλε στο άλλο μέρος ποσό 2.000.000 ευρώ, ως ποινική ρήτρα και αναπόδεικτη ζημία. Με τον 11ο όρο του ίδιου προσυμφώνου ορίσθηκαν τα εξής: "Οποιαδήποτε διαφορά ή διένεξη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών προκύψει εξ αιτίας ή εξ αφορμής της παρούσης συμβάσεως θα επιλύεται διαιτητικά με εφαρμογή των διατάξεων του εβδόμου (Ζ) βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Μοναδικός Διαιτητής ορίζεται ο προϊστάμενος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών ή πρόσωπο το ποίο αυτός θα υποδείξει, κατά τη διάταξη του άρθρου 876 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος θα δικάσει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η διαδικασία που θα ακολουθηθεί θα είναι εκείνη της περιορισμένης ελεύθερης απόδειξης, η σχετική όμως κρίση θα είναι πλήρης και θα πρέπει να ολοκληρωθεί σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη στιγμή του ορισμού του μοναδικού διαιτητή.

Παράταση αυτής της συμφωνίας επιτρέπεται για μία φορά και για άλλους δύο (2) μήνες, μετά από ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων, απαιτουμένης σ' αυτή την περίπτωση ειδικής πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο των πληρεξουσίων δικηγόρων των συμβαλλομένων". Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, λόγω ματαίωσης της κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης του προσυμφωνηθέντος ακινήτου, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης και τον άνω περί διαιτησίας όρο, με την από 15.01.2007 αίτησής τους προς τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησαν να ορισθεί δικαστής ως διαιτητής, σύμφωνα με το άρθρο 871Α ΚΠολΔ και να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει το άνω ποσό της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας.

Ο Προϊστάμενος του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την από 18.01.2007 πράξη του, όρισε, ως μοναδικό διαιτητή για την επίλυση της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, τον υπηρετούντα στο Δικαστήριο αυτό Πρόεδρο Πρωτοδικών Ζαχαρία Μουράτογλου, μετά δε τη διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας, εκδόθηκε από τον τελευταίο στις 29.03.2007 η υπ' αριθμ. 29/2007 διαιτητική απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και καταδικάσθηκε η αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει το άνω ποσό της ποινικής ρήτρας.

Ακολούθως, το Εφετείο, κρίναν ότι η συμφωνηθείσα από τα μέρη ως άνω προθεσμία των δύο μηνών, που άρχισε την επομένη του ορισμού του διαιτητή (19.01.2007), δεν παρατάθηκε κατά τη διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας, και έτσι έληξε την 19.03.2007, καθώς και ότι η άνω διαιτητική απόφαση εκδόθηκε την 29.03.2007, ήτοι μετά την παρέλευση της συμφωνηθείσας προθεσμίας προς έκδοσή της, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την διαιτητική απόφαση, κατ' αποδοχή του προβληθέντος από την αναιρεσίβλητη σχετικού λόγου από τα άρθρα 885 αρ. 2 και 897 αρ. 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, αναφορικώς με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων α) ότι ο συμφωνηθείς από τα μέρη χρόνος έναρξης της άνω προθεσμίας των δύο μηνών, ήτοι "από τη στιγμή του ορισμού του μοναδικού διαιτητή" από τον Προϊστάμενο του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως ορίζεται με την διαιτητική συμφωνία, έχει την έννοια, κατά την αληθή βούληση των μερών, του χρόνου συγκρότησης του Διαιτητικού Δικαστηρίου και όχι εκείνου της εκδόσεως της πράξεως ορισμού του διαιτητή δικαστή, από τον άνω αρμόδιο για τον ορισμό του προϊστάμενο και β) ότι δεν πρέπει να συνυπολογισθεί, για τη διαδρομή και συμπλήρωση του χρόνου της προθεσμίας, το χρονικό διάστημα της μιας εβδομάδας, ήτοι από 23.2.2007 μέχρι 2.3.2007, το οποίο διέρρευσε με τη χορήγηση αναβολής συζήτησης της υπόθεσης, μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης, το Εφετείο έκρινε, αφενός μεν, ότι η δηλωθείσα βούληση των μερών, στη συμφωνία διαιτησίας, για την έναρξη της εν λόγω δίμηνης προθεσμίας από τον χρόνο ορισμού του διαιτητή είναι σαφής, η δε έννοια "ορισμός διαιτητή" είναι διαφορετική από εκείνη της "συγκρότησης του διαιτητικού δικαστηρίου, που έπεται χρονικά του ορισμού διαιτητή, και επομένως η (Μη παραταθείσα) προθεσμία, που άρχισε την 19.01.2007, έληξε την 19.03.2007, αφ' ετέρου δε, ότι, αν όπως ισχυρίζοντο οι αναιρεσείοντες, κατά την καλή πίστη, δεν έπρεπε να υπολογισθεί στον χρόνο διαδρομής και συμπλήρωσης της προθεσμίας το χρονικό διάστημα της αναβολής (μιας εβδομάδος), τότε η προθεσμία θα έληγε την 25.03.2007, ενώ η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε την 29.03.2007, ήτοι και πάλι εκπροθέσμως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και ιδίως ως προς την κρίση του για τη σαφήνεια του σχετικού με την ως άνω δίμηνη προθεσμία συμβατικού όρου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος του κύριου δικόγραφου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς την περί του αντιθέτου αιτίαση, είναι αβάσιμος. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση, πάντως, από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, χωρίς να διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των μερών, σχετικά με το χρόνο έναρξης της δίμηνης προθεσμίας προς έκδοση της διαιτητικής απόφασης, δέχθηκε ότι με τον 11ο όρο της συμφωνίας για διαιτησία ρητώς ορίσθηκε πως η συνομολογηθείσα προς έκδοση της διαιτητικής απόφασης δίμηνη προθεσμία αρχίζει από τη στιγμή του ορισμού του διαιτητή και όχι από τον μεταγενέστερο χρόνο της συγκρότησης του διαιτητικού δικαστηρίου, Επομένως, ο λόγος του κύριου αναιρετηρίου και οι συναφείς πρώτος και τρίτος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με του οποίους προσάπτεται το Εφετείο ότι, παρόλο που διαπίστωσε εμμέσως κενό στις δηλώσεις βουλήσεων των μερών σχετικά με τον χρόνο έναρξης της δίμηνης προθεσμίας για έκδοση της διαιτητικής απόφασης, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμοι.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για το ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, ήτοι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς των διαδίκων, θεμελιωτικούς αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, δεν ιδρύεται όταν ο σχετικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό.

Δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οι αρνητικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των αντιθέτων που θεμελιώνουν την αγωγή, ανταγωγή κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δευτέρου των προσθέτων λόγων αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, πως για τη συμπλήρωση της προθεσμίας έκδοσης της διαιτητικής απόφασης δεν έπρεπε να συνυπολογισθεί το χρονικό διάστημα της αναβολής (μιάς εβδομάδος) που χορήγησε το διαιτητικό δικαστήριο μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης, καθώς και το χρονικό διάστημα των πέντε ημερών που χορήγησε το εν λόγω δικαστήριο στους διαδίκους, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, για την κατάθεση προτάσεων-σημειωμάτων.

Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε, δεχθέν ότι, κατά τη συμφωνία των μερών, η δίμηνη προθεσμία, εντός της οποίας έπρεπε να εκδοθεί η διαιτητική απόφαση, άρχιζε από τον χρόνο ορισμού του μοναδικού διαιτητή από τον προϊστάμενο του Πρωτοδικείου Αθηνών και έληγε με την παρέλευση δύο μηνών.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος προβολής του. Το γεγονός δε ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.

Όμως και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, εφόσον στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα που είχαν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος που αυτός προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 και 269 παρ. 2 α' ΚπολΔ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, προκύπτει ότι, για τη διαδικαστική πληρότητα της από το άρθρο αυτό ένστασης και επομένως και για το παραδεκτό αυτής, δεν αρκεί τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση να προβάλλονται από τον εναγόμενο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά απαιτείται συγχρόνως να γίνεται επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα εν λόγω περιστατικά και ταυτόχρονα να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή (Ολ.

ΑΠ 472/1983). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα παραδεκτώς από τους αναιρεσείοντες, προς απόκρουση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της τελευταίας για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, ως εκ του ότι αυτή, ενεργώντας κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, ζήτησε την ακύρωση της εν λόγω διαιτητικής απόφασης, για τον λόγο ότι, κατά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, είχε παύσει η συμφωνία διαιτησίας, εξαιτίας της παρελεύσεως της ως άνω δίμηνης προθεσμίας, μολονότι η ίδια (ενάγουσα) ζήτησε και πέτυχε τη χορήγηση αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του διαιτητή δικαστή επί μία εβδομάδα, με συνέπεια, εξ αιτίας της συμπεριφοράς της αυτής να μην καταστεί δυνατή η έκδοση της διαιτητικής απόφασης εντός της συμφωνηθείσας δίμηνης προθεσμίας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσειόντων που είχαν κατατεθεί κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) δεν προέβαλαν κατά τρόπο ορισμένο ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας να ζητήσει την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, για τον λόγο ότι αυτή εκδόθηκε μετά το πέρας της συμφωνηθείσας προθεσμίας.

Με τις προτάσεις τους εκείνες (4η σελίδα) οι αναιρεσείοντες, αρνούμενοι την γένεση του δικαιώματος της ενάγουσας προς ακύρωση της διαιτητικής απόφασης και όχι την άσκηση αυτού, προέβαλαν επί λέξει τον ισχυρισμό ότι "αλλά και οι κανόνες της καλής πίστης αποκλείουν να καταλογισθεί στη διαιτητική απόφαση, ως παθολογία της, η πλήρωση του προαναφερομένου όρου για να μη πάσχει ακυρότητα, αν αυτή συντελέστηκε εξαιτίας (και) της συμπεριφοράς του διαδίκου, που ζητεί την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης.

Αυτή η ανενέργεια της πληρώσεως του όρου (δηλαδή της εμπρόθεσμης έκδοσης της διαιτητικής απόφασης) από τον οποίο εξαρτάται το κύρος της, ισχύει ακόμη και στην επίδικη διαφορά, που η καθυστέρηση προκλήθηκε από τη συμπεριφορά του αντιδίκου, και μάλιστα στο πλαίσιο του δικαιώματος ακρόασης που άσκησε για να προετοιμάσει την ακρόασή της στο ακροατήριο, καθώς μετά το αίτημά της αναβλήθηκε η εκδίκαση της διαφορά για επτά ημέρες (από 23.2.2007 για τις 2.3.2007)".

Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αποτελεί ορισμένη ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, αφού όχι μόνο δεν γίνεται επίκληση συμπεριφοράς της ενάγουσας, που να υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη όρια, αλλά αντιθέτως οι αναιρεσείοντες εκθέτουν πως η αίτηση της ενάγουσας για αναβολή επί μία εβδομάδα υποβλήθηκε στο πλαίσιο του δικαιώματος ακρόασής της και για να προετοιμάσει την υπεράσπισή της ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου.

Επειδή, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, κύριες ή επικουρικές, και η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την υπ' αριθμ. 29/2007 απόφαση του Μονομελούς Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών, με τις αιτιολογίες, αφ' ενός με ότι η εν λόγω διαιτητική απόφαση εκδόθηκε μετά την παύση ισχύος της διαιτητικής συμφωνίας, λόγω παρέλευσης της συμφωνηθείσης με αυτή προς έκδοση της διαιτητικής απόφασης προθεσμίας (άρθρα 885 αρ. 2 και 897 αρ. 2 ΚΠολΔ), αφ' ετέρου δε αυτή ότι εκδόθηκε από πρόσωπο που ορίστηκε ως διαιτητής, κατά παράβαση της συμφωνίας περί διαιτησίας (άρθρο 897 παρ. 3).

Ως εκ τούτου, μετά την κρίση περί αβασιμότητας όλων των λόγων αναίρεσης, κυρίων και προσθέτων, με τους οποίους πλήττεται η αυτοτελώς στηρίζουσα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης κύρια αιτιολογία, περί ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης ως εκ του ότι αυτή εκδόθηκε μετά την παρέλευση της ως άνω δίμηνης προθεσμίας, οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, κύριοι και πρόσθετοι, με τους οποίους πλήττεται η άλλη αιτιολογία περί ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης για το λόγο ότι αυτό εκδόθηκε από πρόσωπο που δεν είχε ορισθεί νομίμως διαιτητής, είναι αλυσιτελείς.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.12.2007 αίτηση και τους από 20.02.2009 πρόσθετους λόγους των ..., ... και ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5887/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ