Legislator Case Law & Legislation
1974/2018 AI generated

Supreme Court dismisses robbery appeal due to lack of specific reasoning and erroneous interpretation of victim identity.

Case Number 1974/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for robbery, ruling the lower court's judgment lacked the specific and detailed reasoning required by law. The appellant argued the verdict was legally flawed because it assumed stolen money belonged to the business rather than the employees, yet the court found this distinction irrelevant to the crime's constitution. Consequently, the court rejected the appeal as baseless and ordered the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 380 para. 1 Penal Code; Art. 510 para. 1 item E of the Code of Civil Procedure: Robbery constitutes a complex crime requiring specific reasoning; the identity of the victim of violence may differ from the owner of the property, rendering an appeal based on this distinction inadmissible.

Keywords

AI generated
robbery conviction specific reasoning requirement complex crime elements victim identity distinction legal costs award appellate dismissal criminal procedure law

Cited Legislation

AI generated
Art. 380 para. 1 of the Penal Code
Art. 510 para. 1 item E of the Code of Civil Procedure
Art. 583 para. 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1974 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1974/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Αλεξάνδρα Σιούτη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου G. L. του S., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Δημήτριο Νικολαρέα, ο οποίος ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ.270/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.27, 28, 29/2018 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς και με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Κ. Π. του Β. και 2) Α. Β. του Α., κατοίκων ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γαλαζούλα.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18-5-2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 770/2018.

Αφού άκουσε Τον ορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντος, τον πληρεξούσιο δικηγόρο των πολιτικώς εναγουσών, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 18-5-2018 (αριθμ. εκθ. 34/18-5-2018) αίτηση του G. L. του S. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27, 28, 29/2018 καταδικαστικής απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. Με την αναίρεση ρητά προσβάλλεται η καταδικαστική διάταξη της απόφασης για μία από τις συρρέουσες πράξεις της ληστείας που τελέστηκε από τον αναιρεσείοντα στις 19-9-2011, στον ... σε βάρος της εταιρείας χονδρικής πώλησης κρεάτων με την επωνυμία "...", και η έκταση του αναιρετικού ελέγχου ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος του ενδίκου μέσου προσδιορίζεται, κατ' αρχή, στο ορισμένο αυτό μέρος της απόφασης.

Κατά την διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο.

Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι, αφενός μεν η κλοπή, αφετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. Έτσι η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (άρθρο 372 ΠΚ) και της παράνομης βίας (άρθρο 330 ΠΚ).

Το δεύτερο αυτό έγκλημα (παράνομη βία) είναι υπαλλακτικώς μικτό. Οι τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως μπορούν να εναλλαχθούν. Δηλαδή στην περίπτωση της ληστείας, η παράνομη βία μπορεί να συνίσταται είτε σε σωματική βία κατά του θύματος είτε σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής.

Ως σωματική βία νοείται εκείνη που επιδρά κατά τρόπο άμεσο στο σώμα του εξαναγκασμένου και υπερνικά την προβαλλόμενη ή αναμενόμενη αντίσταση του. Αν η ληστεία τελείται με την άσκηση σωματικής βίας, δεν απαιτείται να προκαλείται επικείμενος κίνδυνος σώματος ή ζωής. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου, τη θέληση να αφαιρέσει το πράγμα από την κατοχή του άλλου και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή στην κατοχή τρίτου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση και τη θέληση χρήσεως σωματικής βίας ή απειλών προς αφαίρεση του πράγματος.

Είναι αδιάφορο το είδος και η αξία του αντικειμένου της κλοπής, καθώς και αν η κυριότητα του αφαιρεθέντος πράγματος δεν ανήκει στο θύμα, αλλά σε άλλον αρκεί να είναι ξένο σε σχέση με το δράστη [ΑΠ 1433/2006). Από τις διατάξεις αυτές δε, περαιτέρω, προκύπτει ότι από το σύνθετο έγκλημα της ληστείας προσβάλλεται τόσο η προσωπική ελευθερία, όσο και η ατομική ιδιοκτησία (ΑΠ 1629/2009, ΑΠ 615/2003) και συνεπώς, το πρόσωπο που υφίσταται τη σωματική βία μπορεί να είναι διαφορετικό από τον κάτοχο, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που ασκείται σε βάρος προσώπου που υποστηρίζει ή κατά την αντίληψη του δράστη μπορεί να υποστηρίξει την ξένη ιδιοκτησία.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 Π Κ, συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεση της, ώστε καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεση της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων.

Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια αλλά αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Ειδικότερα, για την στοιχειοθέτηση κατά συναυτουργία του εγκλήματος της ληστείας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν σύμπραξη περισσοτέρων, είτε συγχρόνως μεταξύ τους, είτε διαδοχικώς, ως αμέσων αυτουργών, κατά την εκτέλεση του ενός από τα συνθετικά του εγκλήματος, με την ενέργεια από τον καθένα πράξεων που αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση αυτού, και υποκειμενικά συναπόφαση, δηλαδή κοινός δόλος για την εκτέλεση του εγκλήματος με την κοινή δράση και γνώση του καθενός της προθέσεως του άλλου (ΑΠ 413/17, ΑΠ 923/11).

Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι, αναφορικά με την προσβαλλόμενη πράξη της ληστείας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στον ...

στις 19-9-2011 και περί ώρα 1.50, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος μαζί με τον ομοεθνή του [Αλβανό υπήκοο] K. A., μετέβησαν στην κρεαταγορά του ... στο πίσω μέρος του καταστήματος της εταιρείας χονδρικής πώλησης κρεάτων με την επωνυμία "...", όπου γινόταν η φόρτωση των εμπορευμάτων, προκειμένου να ληστέψουν τους υπαλλήλους στο ταμείο της εταιρείας .......

ο ομοεθνής του αναιρεσείοντος πλησίασε το ταμείο του καταστήματος και απειλώντας συγχρόνως τους υπαλλήλους με τη χρήση όπλου για τη ζωή τους, κίνδυνο για τον οποίο αυτοί δεν αμφέβαλαν λόγω του προηγηθέντος περιστατικού (δηλαδή της προηγηθείσης από τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας του πελάτη του καταστήματος Π.

Β.) και αφαίρεσε απ'αυτό το ποσό των 1870 ευρώ που ήταν εκεί, αφού ως εκείνη την ώρα δεν υπήρχαν περισσότερες εισπράξεις, όπως είχε συναποφασίσει με τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, προκειμένου να το ενσωματώσουν στην περιουσία τους, ιδιοποιούμενοι τούτο παράνομα".

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα, εκτός των άλλων, ένοχο και για την υπό στοιχ. Γ' στο διατακτικό της απόφασης πράξη της ληστείας, ως προς την οποία διάταξη αυτή προσβάλλεται και ειδικότερα ως υπαίτιο του ότι: "Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού με άλλον, με τον οποίο είχε κοινό δόλο, με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής εναντίον προσώπων, αφαίρεσε από την κατοχή τους ξένα ολικά κινητά πράγματα προκειμένου να τα ιδιοποιηθεί παράνομα.

Συγκεκριμένα στον ..., στις 19-9-2011 και περί ώρα 01.50, ενεργώντας από κοινού με τον ομοεθνή του K. A., μετέβη στην εταιρεία χονδρικής πώλησης κρεάτων με την επωνυμία "...", συνιδιοκτησίας των Ι. Ν. του Β. και Δ. Ν. του Β. και υπό την απειλή ενός πολεμικού τυφεκίου, τύπου Kalashnikov που κρατούσε αφαίρεσε από την κατοχή τους το ποσό των 1870 ευρώ, που ευρίσκετο στο ταμείο της ως άνω εταιρείας, προκειμένου να το ιδιοποιηθεί παράνομα".

Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ληστείας κατά συναυτουργία, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 380 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.

Αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης επειδή θεωρεί ότι δημιουργεί αντίφαση η παραδοχή της απόφασης ότι τα χρήματα που αφαιρέθηκαν από το ταμείο της επιχείρησης με την επωνυμία "..." με την άσκηση της σωματικής βίας εναντίον των υπαλλήλων της, δεν ανήκαν σ' αυτούς αλλά στην επιχείρηση που απασχολούνταν αυτοί.

Σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα νομική σκέψη, το πρόσωπο που είναι αποδέκτης της σωματικής βίας μπορεί να είναι διαφορετικό από τον κάτοχο του πράγματος, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που ασκείται σε βάρος προσώπου που υποστηρίζει ή κατά την αντίληψη του δράστη, μπορεί να υποστηρίξει την ξένη ιδιοκτησία.

Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Π.Δ. λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 380 παρ. 1 ΠΚ, είναι αβάσιμος και μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν άλλοι αναιρετικοί λόγοι προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στην ουσία της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα [άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ] κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό ενώ απαραδέκτως προβάλλονται το πρώτον αναιρετικοί λόγοι με το από 9-10-2018 υπόμνημα αυτού.

Τέλος, σημειωτέον ότι εκ προφανούς παραδρομής, για την οποία δεν ευθύνεται ο αναιρεσείων, κλήθηκαν οι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου παρασταθείσες πολιτικώς ενάγουσες Κ. Π. και Α. Β., αφού η παράστασή τους στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αφορούσε την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση του συζύγου και υιού τους αντίστοιχα Π.

Β., πράξη για την οποία επίσης καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, χωρίς όμως κατά τούτο να προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως η ως άνω απόφαση του ΜΟΕ Πειραιώς. Επομένως, ο αναιρεσείων δεν θα καταδικαστεί στη δικαστική τους δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-5-2018 [αριθμ.εκθ.34/18] αίτηση του G. L. του S., κατοίκου ...ς και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ.27,28, 29/2018 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα [250] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ