Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling general power of attorney insufficient for challenging document authenticity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property sale dispute. The appellant argued that the lower court erred by accepting a challenge to the deed's authenticity based on a general power of attorney rather than a specific one. The court held that under Article 98 of the Code of Civil Procedure, challenging a document as forged requires specific authorization, which the appellant failed to provide retroactively.
Legislator headnote
AI generatedArticles 98, 269, 527 of the Code of Civil Procedure: A challenge to a document's authenticity as forged requires specific power of attorney; lack thereof renders the procedural act void unless the party later ratifies it through appearance or other means.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1974 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1974/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μάντεση-Θανασούλα.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Περδικάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-1993 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Α, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 455/1995 μη οριστική, 44/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1001/2000 μη οριστική και 609/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 11-10-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 20-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 261 και 262 ΚΠολΔ, στη δίκη κάθε διάδικος έχει το βάρος να απαντάει με σαφήνεια για την αλήθεια ή αναλήθεια των ισχυρισμών του αντιδίκου του που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα θεμελιούντα δε την συγκεκριμένη απάντηση πραγματικά περιστατικά μπορούν να διαλαμβάνονται σε οποιοδήποτε μέρος των προτάσεων, ακόμη και υπό διάφορο κεφάλαιο, αρκεί από αυτά, συνδεόμενα μεταξύ τους, να συνάγεται η για ορισμένο σκοπό προβολή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που εκτιμώνται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον Άρειο Πάγο, η αναιρεσίβλητη κατά τρόπο σαφή θεμελίωσε την -προς απόκρουση του ισχυρισμού του εναγομένου εναντίον της ένδικης αγωγής έχουσας ως ιστορική και νομική βάση ότι η δήλωση βουλήσεως της αρχικής ενάγουσας Α στη θέση της οποίας (αποβιωσάσης) υπεισήλθεν αυτή δεν περιεβλήθη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και ότι επομένως η γενόμενη πώληση είναι άκυρη ή ανίσχυρη κατά το άρθρα 1033 και 369 ΑΚ, ότι η πώληση αυτή εγένετο με το υπ' αριθ. ......
πωλητήριο συμβόλαιο που συνέταξε η συμβολαιογράφος Πύργου Ελένη Αντωνακοπούλου - Ψυχογιού και στο οποίο αναγράφεται ότι η ανωτέρω πωλήτρια δηλώνει ότι πωλεί και μεταβιβάζει κατά κυριότητα και κατά το εκ 2/5 ιδανικό της μερίδιο στον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) τα τρία ακίνητα που περιγράφονται έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος εκ 3.800.000 δρχ.
το οποίο καταβλήθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου στην πωλήτρια και ότι το συμβόλαιο υπεγράφη από την ίδια ενάγουσα, προβληθείσα ένστασή της, περί πλαστότητας του άνω συμβολαίου και ως προς την υπογραφή της που φέρεται να έχει τεθεί σ' αυτό από την ίδια και ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτό ως άνω γεγονότα (διανοητική πλαστογραφία) από τη συντάξασα το εν λόγω έγγραφο ως άνω συμβολαιογράφο, σε περιστατικά αναφερόμενα σε διάφορα σημεία των προτάσεών της και σε αυτά εστήριξε το Εφετείο την περί παραδοχής της ενστάσεως αυτής κρίση του.
Συνεπώς, ο περί αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ το Εφετείο, όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υποθέσεως, αφού έλαβε υπόψη εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από την βεβαίωση δε αυτή, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν απομένει αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα στο δεύτερο λόγο αναίρεσης έγγραφα και δη α) την από 20.12.1996 κατάθεση ενώπιον της Ανακρίτριας του Τμήματος Πλημμελειοδικών Ηλείας, της μάρτυρος Α και β) τα κεκυρωμένα φωτοτυπικά αντίγραφα τριών σελίδων του τηρουμένου από τη Συμβολαιογράφο Πύργου Ελένη Αντωνοπούλου - Ψυχογιού επισήμου βιβλίου καταχωρίσεως των πράξεων αυτής περιλαμβανουσών τας γενομένας από 23.8.1990 μέχρι 18.2.1993 καταχωρίσεις, μεταξύ των οποίων και του υπ' αριθ. ......
επίμαχου συμβολαίου πωλήσεως, μάλιστα δε την καταχώρηση αυτού ρητώς την μνημονεύει. Επομένως, ο εκ του αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ κατά τα άρθρα 336 παρ. 3, 340, 395, 457 παρ. 2 και 460 ΚΠολΔ, εάν επιτραπεί η με μάρτυρες απόδειξη, ο δικαστής μπορεί να συναγάγει κατά τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας από αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα συμπεράσματα για άλλα, υπό την προϋπόθεση ότι το τη βάση του τεκμηρίου αποτελούν γεγονός είναι βέβαιο και αναμφισβήτητο, η δε περαιτέρω ορθή στάθμιση αυτών εξαρτάται από την κρίση του δικαστηρίου.
Εάν όμως από τον αντίδικο του διαδίκου που προσκόμισε ιδιωτικό έγγραφο αμφισβητηθεί η γνησιότητά του, ως υπογεγραμμένου από πρόσωπο άλλο από τον φερόμενο ως εκδότη του εγγράφου, ο δικαστής δεν επιτρέπεται να το εκτιμήσει μόνο ή με άλλες αποδείξεις προς μόρφωση της πεποιθήσεώς του για το κατ' ουσία βάσιμο της αγωγής ή των προβληθεισών κατ' αυτής ενστάσεων, αν προηγουμένως δεν κρίνει και απορρίψει ως αβάσιμο τον περί μη γνησιότητας του εγγράφου ισχυρισμό, ο οποίος συνιστά νόμιμη δικονομική ένσταση (άρθρο 457 ΚΠολΔ) τουτέστιν πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και η μη λήψη υπόψη του οποίου επάγεται την αναίρεση της απόφασης κατά το άρθρο 559 αρ. 8β' ΚΠολΔ.
Περαιτέρω δε αν, κατά παράβαση των διαληφθεισών διατάξεων περί δικαστικών τεκμηρίων, λάβει υπόψη του το έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του αριθ. 11β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει αν περιλαμβάνεται στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα.
Εν προκειμένω, ως προκύπτει από τις ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη οριστική απόφαση Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος - εναγομένου, αυτός ρητώς αμφισβήτησε τη γνησιότητα των υπό της αναιρεσίβλητης επικληθέντων και προσκομισθέντων εγγράφων, προκειμένου αυτά να χρησιμεύσουν ως συγκριτικά στοιχεία για τη σύγκριση της εις αυτά γνησίας υπογραφής της αρχικής ενάγουσας προς την φερομένη ως πλαστή της ιδίας στο επίμαχο υπ' αριθ. ......
συμβόλαιο πωλήσεως και δη 1) του από 14.1.1991 δελτίου πρωταρχικής χρεωστικής δοσοληψίας, 2) του εντύπου υποδειγμάτων υπογραφών, το οποίο λήφθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδος την 14.1.1991, 3) του υπ' αριθ. ...... ομολόγου ποσού 3.000.000 δρχ. προθεσμιακής καταθέσεως του εν ...... καταστήματος του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου λήξεως 18.01.1991, 4) της από 25.3.1992 επιταγής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για τη σύνταξη αυτής μηνός Απριλίου 1992, 5) της από 25.5.1992 επιταγής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για τη σύνταξη αυτής μηνός Ιουνίου 1992, 6) της από 25.5.1993 επιταγής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για τη σύνταξη αυτής μηνός Ιουνίου 1993, 7) της από 9.7.1992 εξώδικης διαμαρτυρίας - δηλώσεως προς τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα, κοινοποιηθείσα και προς τους Β, Γ και Δ και 8) της από 4.1.1993 επιταγής του Ταμείου Παρακαταθηκών, ισχυρισθείς ότι άλλος υπέγραψεν αυτά, εν τούτοις όμως το Εφετείο, ως προκύπτει από την προσβαλλομένη οριστική του απόφαση κατ' εκτίμηση, έλαβε υπόψη και ερεύνησε την ως άνω ένσταση μη γνησιότητας των ανωτέρω εγγράφων, και συνεκτίμησε αυτά με τις λοιπές αποδείξεις για το ουσία βάσιμο της αγωγής, δεχθέν την πλαστότητα της υπογραφής της αρχικής ενάγουσας στο άνω συμβόλαιο, το οποίο και κήρυξε άκυρο, απορρίψαν εκ του πράγματος την εν λόγω ένσταση, αφού δέχθηκε ότι αυτά φέρουν την γνησία υπογραφή της αρχικής ενάγουσας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από τους αριθ. 8β' και 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και ο, κατ' εκτίμηση, περί του αντιθέτου τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως δεν ανακύπτει η πλημμέλεια αυτή, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, "πράγμα" δε υπό την ανωτέρω έννοια είναι και ο λόγος έφεσης.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη μη οριστική του απόφαση, το Εφετείο, ερευνώντας καθολικά και εξ υπαρχής τη διαφορά, έλαβε υπόψη, και τον τέταρτο λόγο εφέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείτο για την παραδοχή της ενστάσεως πλαστότητος της υπογραφής της αρχικής ενάγουσας στο ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο, ως υποβληθείσας χωρίς την απαιτουμένη ειδική πληρεξουσιότητα, και τον απέρριψε ως αβάσιμο. Επομένως ο 4ος λόγος, εκ του αριθ. 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη μη οριστική απόφαση, η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αντίστοιχο λόγο έφεσης, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως έχει αιτιολογίες αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι οι υπογραφές της αρχικής ενάγουσας στο επίδικο ως άνω συμβόλαιο είναι πλαστές και εντεύθεν προέβη σε παραδοχή της αγωγής μετά από απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος, αφού δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του περί πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά με τις εξής αιτιολογίες:
Δυνάμει του με αριθμό ...... πωλητήριου συμβολαίου της συμ/φου Πύργου Ελένης Αντωνακοπούλου- Ψυχογιού η αρχικώς ενάγουσα Α, ηλικίας τότε 75 ετών φέρεται να πώλησε και να μεταβίβασε στον εναγόμενο ανιψιό της Χ την κυριότητα νομή και κατοχή κατά ποσοστό 2/5 εξ αδιαιρέτου: α) ενός οικοπέδου 2.300 τ.μ., με ισόγεια οικοδομή 60 τ.μ., που βρίσκεται εντός του οικισμού ......, β) ενός αγροτεμαχίου 7.788 τ.μ.
υπαχθέντος στον αναδασμό με αριθμό κτηματολογικού πίνακος ..., και γ) ενός αγροτεμαχίου 11.049 τ.μ.., υπαχθέντος στον αναδασμό με αριθμό κτηματολογικού πίνακος ..., αντί τιμήματος εκ 3.800.000 δραχμών. Από τη σύγκριση της υπογραφής της ως άνω αρχικά ενάγουσας σε άλλα έγγραφα, προγενέστερα, σύγχρονα και μεταγενέστερα του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που φέρουν την αναμφισβήτητα γνήσια γραφή και υπογραφή της, ειδικότερα δε: 1) το με αριθμό ......
Δελτίο Αστυνομικής της Ταυτότητας, 2) το με αριθμό ...... ειδικό πληρεξούσιο της συμ/φου Πύργου Ελένης Μαρκογιαννάκη, 3) την από 27-8-1997 ιδιόχειρη διαθήκη της, 4) ένα δείγμα υπογραφής της ίδιας, που ελήφθη από την Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδος στις 14-1-1991, 5) το από 14-1-1991 δελτίο χρεωστικής πρωταρχικής δοσοληψίας της Αγροτικής Τράπεζας, 6) ένα ομόλογο προθεσμιακής κατάθεσης Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου από 12-2-1991, 7) την από 9-7-1992 εξώδικος διαμαρτυρία - δήλωσή της προς τον εναγόμενο, κοινοποιηθείσα και προς τους Β, Γ και Δ, 10) την από 25-3-1992 επιταγή του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για την πληρωμή σύνταξης μηνός Απριλίου 1992, 11) την από 25-5-1992 όμοια επιταγή για την σύνταξη μηνός Ιουνίου 1992, 12) την από 4-1-1993 επιταγή του Ταμείου Παρακαταθηκών και 13) την από 25-5-1993 επιταγή του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για την πληρωμή της σύνταξης μηνός Ιουλίου 1993, σε συνδυασμό με το ότι η ως άνω αρχικώς ενάγουσα Α είχε πολύ πριν τις 16-1-1991, οπότε και εισήχθη στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείου Αθηνών (από το οποίο εξήλθε στις 21-1-1991), υποστεί αγκύλωση του δεξιού της χεριού, δυσχρησία, καταβολή δυνάμεων κλπ.
και συνεπώς αδυνατούσε να γράψει και να υπογράψει με τον συνήθη τύπο της υπογραφής της και γενικότερα να υπογράψει με το δεξί της χέρι ή και παντελώς από τον Ιανουάριο 1991, η γραφή της δε εμφάνιζε τρόμο στην χάραξη, αστάθεια και διαφόρους διαφοροποιήσεις στους σχηματισμούς των γραμμάτων, ενώ αντιθέτως στο προσβαλλόμενο συμβόλαιο φέρονται επτά υπογραφές της, οι οποίες είναι "γραμματικού" τύπου, με γραφή στη φυσιογνωμία της ελεύθερη, χωρίς σημεία διακοπών στη χάραξή τους, χωρίς συνδέσεις στα κατ' ιδία αυτών γράμματα, στρογγυλής μορφής και μικρού μεγέθους, σε ποικιλία σχηματισμών, αποδεικνύεται ότι οι υπογραφές στο ως άνω συμβόλαιο δεν τέθηκαν με το χέρι της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την ένσταση της αναιρεσίβλητης περί πλαστότητας της υπογραφής της αρχικής ενάγουσας στο εν λόγω συμβόλαιο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο οδηγήθηκε σε απόλυτα σαφές αποδεικτικό πόρισμα με πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας ή μη της κρίσης του σχετικώς με την πλαστότητα της υπογραφής της αρχικής ενάγουσας και επομένως ο 5ος λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε εμμέσως ότι η υπογραφή της αρχικής ενάγουσας δεν είναι γνησία στο επίδικο συμβόλαιο, αφού αυτή από τον Ιανουάριο του 1991 και εντεύθεν είχε παντελή αδυναμία υπογραφής, ερχόμενη η παραδοχή αυτή σε αντίφαση με το τελικό της πόρισμα περί γνησιότητας της υπογραφής της αρχικής ενάγουσας, είναι αβάσιμος, καθ' όσον, ως εκ των άνω αιτιολογιών προκύπτει, το Εφετείο δεν προέβη στις ανωτέρω διαπιστώσεις.
ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1α ΚΠολΔ προκύπτει ότι η άσκηση της αγωγής είναι σύνθετη διαδικαστική πράξη και ολοκληρώνεται με την ενέργεια των επί μέρους διαδικαστικών πράξεων της καταθέσεως και της επιδόσεως, οι οποίες εκτιμώνται ως μια ενότητα, καθώς και ότι αφετήριο χρονικό σημείο για την επέλευση των δικονομικών συνεπειών της ασκήσεώς της όπως είναι και η εκκρεμοδικία, είναι η κατάθεσή της, υπό τον όρο ότι της καταθέσεως επακολούθησε και νόμιμη επίδοσή προς τον εναγόμενο προκειμένου να λάβει γνώση της εναντίον του ασκήσεώς της.
Μολονότι όμως η επίδοση αποτελεί όρο της ασκήσεως της αγωγής, γίνεται δεκτό ότι η παράλειψή της δεν καθιστά την αγωγή ανυπόστατη, εφόσον ο εναγόμενος συμμετέχει νόμιμα στην πρώτη συζήτηση της αγωγής και δεν προβάλει κατ' αυτήν ένσταση μη επιδόσεως, επικαλούμενος δικονομική βλάβη κατ' άρθρον 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 286 και επόμενα του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο καθολικός διάδοχος κάποιου από τους αρχικούς διαδίκους (ενάγοντος, εναγομένου ή κυρίως παρεμβάντος) είναι πρόσωπο νομικώς ταυτιζόμενο με αυτόν, υπεισερχόμενο στη δικονομική αυτού θέση και νομιμοποιούμενο να ενεργήσει οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη για την ολοκλήρωση της ασκήσεως της αγωγής και στην περάτωση της δίκης, που ανοίχθηκε με την κατάθεση του δικογράφου αυτής, με την έκδοση οριστικής απόφασης.
Έτσι ο καθολικός διάδικος μπορεί εγκύρως να προβεί και στην επίδοση της αγωγής προς τον εναγόμενο, επισπεύδοντας την συζήτησή της, εάν ο αρχικός ενάγων, μετά την κατάθεση του δικογράφου της αγωγής και πριν την επίδοση προς τον εναγόμενο, απεβίωσε. Αφού ο κληρονόμος αυτού τον διαδέχεται στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (άρθρ. 1713 ΑΚ), υπεισέρχεται αυτοδικαίως στην δικονομική του θέση, καθιστάμενος υποκείμενο της εννόμου σχέσεως της δίκης και δυνάμενος να ολοκληρώσει ο ίδιος της άσκηση της αγωγής με την νόμιμη επίδοσή της προς τον εναγόμενο.
Εν προκειμένω, ως εκ της προσβαλλομένης μη οριστικής απόφασης του Εφετείου προκύπτει, αυτό δέχθηκε τα εξής: Η αρχικώς ενάγουσα Α, μετά την κατάθεση της αγωγής στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 14.6.1993, απεβίωσε στις 2.9.1993. Μετά το θάνατο αυτής η αναιρεσίβλητη, ως εξ διαθήκης κληρονόμος της, προέβη σε επίδοση της ένδικης αγωγής προς την αναιρεσείοντα - εναγόμενο την 3.8.1994 με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμος της 1.3.1995.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο, ότι με την ενέργεια και των δύο διαδικαστικών πράξεων (κατάθεση και επίδοση) ολοκληρώθηκε η άσκηση της αγωγής, χωρίς να ασκεί καμία απολύτως επιρροή στο κύρος της διαδικαστικής πράξεως της ασκήσεως της αγωγής το γεγονός ότι άλλο πρόσωπο προέβη στην κατάθεση, με την οποία δημιουργείται η εκκρεμοδικία και καθιδρύεται η έννομη σχέση της δίκης και άλλο στην επίδοσή της, αφού τα πρόσωπα αυτά νομικώς ταυτίζονται, ανεξαρτήτως του αν επήλθε ή όχι βιαία διακοπή της δίκης με τον θάνατο της αρχικώς ενάγουσας.
Τέλος το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε ως αβάσιμο τον πρωτοδίκως προβληθέντα και με λόγο εφέσεως επαναφερθέντα στην έκκλητη δίκη ισχυρισμό του εναγομένου περί απαραδέκτου της αγωγής, ως εκ του ότι αυτή δεν του επεδόθη από την αποβιώσασα αρχικώς ενάγουσα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει εκκρεμοδικία.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά τα προαναφερθέντα και επομένως ο 6ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από την διάταξη αυτή, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ "έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού". Δημόσια έγγραφα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως είναι όσα έχουν συνταχθεί από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, εντός των ορίων της κατά λειτουργία, καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητάς του, μετά από τήρηση των νόμιμων τύπων.
Ως νόμιμος τύπος νοούνται οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για κάθε συγκεκριμένη κατηγορία δημοσίων εγγράφων, για δε το συμβολαιογραφικό έγγραφο ισχύουν τα οριζόμενα στα άρθρα 8-17 Ν. 670/1977. Η αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων, διαφοροποιείται, με βάση το είδος των πραγματικών γεγονότων που αναφέρονται στα εν λόγω έγγραφα.
Κατά την προαναφερθείσα διάταξη τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη απέναντι όλων ως προς τα γεγονότα που επιχειρήθηκαν από τον συντάκτη τους ή ενώπιόν του. Στα γεγονότα αυτά εντάσσονται οι βεβαιώσεις για τον τόπο και χρόνο σύνταξης του εγγράφου, για την εμφάνιση και παρουσία των μερών, για την ανάγνωση και παρουσία των μαρτύρων, για τη μέτρηση των χρημάτων ενώπιον του συμβολαιογράφου.
Ως προς τα ανωτέρω γεγονότα δεν χωρεί ανταπόδειξη, αλλά παρέχεται μόνο δυνατότητα προσβολής των εγγράφων ως πλαστών κατά τη διαγραφομένη από το νόμο διαδικασία (άρθρα 460 επομ. ΚΠολΔ). Περαιτέρω η πλαστογραφία ενός εγγράφου μπορεί να συνίσταται είτε στην κατάρτιση αυτού, δηλαδή στην από την αρχή σύνθεση από τον δράστη εγγράφου που δεν υπήρχε πριν, εμφανιζόμενο ότι προέρχεται από άλλο πρόσωπο, είτε στην αλλοίωση της έννοιας γνησίου εγγράφου, που γίνεται με εξάλειψη ή προσθήκη λέξεων, αριθμών ή σημείων.
Προκειμένου δε περί δημοσίου εγγράφου, ως πλαστογραφία νοείται και η διανοητικού περιεχομένου, συνισταμένη στην εκ μέρους του συντάκτη ή εκδότη βεβαίωση ψευδών περιστατικών. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 461 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσβολή ενός εγγράφου ως πλαστού μπορεί να γίνει με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή κατ' ένσταση, με το δικόγραφο της έφεσης ή την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ή και με τις προτάσεις εφόσον η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο.
Αν όμως η πλαστογραφία δεν αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, η προσβολή του εγγράφου ως πλαστού μπορεί να προταθεί μόνο κατ' ένσταση και υπό τους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, τα ίδια δε ισχύουν και όταν η πλαστογραφία αποδίδεται μεν σε ορισμένο πρόσωπο πλην όμως το αδίκημα παρεγράφη. Και στις ως άνω περιπτώσεις, όμως, προσβολής ενός εγγράφου ως πλαστού, για την εγκυρότητα αυτής, ως διαδικαστικής πράξεως, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα (άρθρο 98 περ.
β' ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας συνεπάγεται ακυρότητα της ως άνω πράξεως, η οποία όμως εγκυροποιείται και μάλιστα αναδρομικά με την έγκριση του διαδίκου, αν αυτός μεταγενεστέρως δώσει πληρεξουσιότητα για την πράξη αυτή ή με άλλο τρόπο (λ.χ. παράσταση στο δικαστήριο, συνυπογραφή προτάσεων) εκδηλώσει τη βούλησή του για την επιδοκιμασία της πράξεως (Ολ.ΑΠ 1408/1984, 626/1980).
Εν προκειμένω, ως προκύπτει εκ της προσβαλλόμενης μη οριστικής αποφάσεώς του, το Εφετείο, την προβληθείσα εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εναγούσης αιτίαση, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, περί πλαστότητας του ...... πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Πύργου Ελένης Αντωνοπούλου - Ψυχογιού, τόσο ως προς την υπογραφή της που φέρεται να έχει τεθεί σ' αυτό από την ίδια και ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα από την συντάξασα το εν λόγω έγγραφο ως άνω Συμβολαιογράφο, την έκρινε ως παραδεκτώς προβληθείσα και διέταξε τις δέουσες αποδείξεις, καίτοι ο παραστάς πληρεξούσιος δικηγόρος της είχε γενική και όχι ειδική πληρεξουσιότητα για να προσβάλει το ως άνω έγγραφο ως πλαστό, δεχθέν (το Εφετείο) ότι κατά τη δεύτερη συζήτηση της αγωγής εμφανίσθηκε η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη στο ακροατήριο του πρωτοδικείου, με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και με δήλωσή της που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά της δίκης, ενέκρινε την άνω διαδικαστική πράξη της προσβολής του πωλητηρίου συμβολαίου ως πλαστού και επομένως η αρχική έλλειψη της ειδικής πληρεξουσιότητας, εκαλύφθη αναδρομικώς, με τη μεταγενέστερη έγκριση.
Έτσι αποφανθέν το Εφετείο και μη κηρύξαν απαράδεκτη την προβολή της ενστάσεως πλαστογραφίας, δεν υπέπεσεν στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και, άρα, ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-11-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση των υπ' αριθ. 609/2006 οριστικής και 1001/2000 μη οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ