Supreme Court dismisses appeals against security measures, ruling they are provisional and do not bind the main trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by the appellants against a final judgment of the Single Member Court of Thessaloniki. The appellants argued that security measures taken by the Single Member Court of Kavala should have been reviewed, but the Court held that such measures are provisional and do not create binding precedent for the main trial. Consequently, the appeals were rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 695, 332, 693, 696, 698 of the Code of Civil Procedure; Security measures are provisional and do not establish binding precedent for the main trial, thus rejecting appeals based on their alleged finality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1973 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1973/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Β. - Σ. Π. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γκάνια.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μήτσιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
και
Β. Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μήτσιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. - Σ. Π. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γκάνια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2020 ανακοπή του ήδη Α. αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 313/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι διάδικοι με τις α) από 6-3-2023 αίτηση του Α αναιρεσείοντος και β) την από 10-01-2023 αίτηση του Β αναιρεσείοντος.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του Α. αναιρεσείοντος και Β. αναιρεσίβλητου ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αιτήματά του και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Εισάγονται προς συζήτηση: 1) η από 10.01.2023 αίτηση αναιρέσεως του ανακόπτοντος Γ. Μ. και 2) η από 06.03.2023 αίτηση αναιρέσεως του καθ' ου η ανακοπή Β.-Σ. Π., κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, υπ' αριθμόν 313/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η από 21.02.2022 έφεση του καθ' ου η ανακοπή κατά της υπ' αριθμόν 14/2022 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη και ακολούθως, αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή και κατ' ουσίαν η ανακοπή και ακυρώθηκε η υπ' αριθμόν .../2020 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως κινητού του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ξάνθης Β. Β. δυνάμει της οποίας ο καθ' ου επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του ανακόπτοντος στο λεπτομερώς περιγραφόμενο ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητό του για απαιτήσεις του προερχόμενες από δικαστικές δαπάνες και έξοδα επιδόσεως επιταγών προς πληρωμή που του είχαν επιδικασθεί δυνάμει των υπ' αριθμούς 81/2020, 211/2020 και 212/2020 αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
2.- Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δοθέντος ότι αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος της δεύτερης ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως Β.-Σ. Π. στον αντίδικό του στις 08.02.2023 και τα δικόγραφα των αιτήσεων αναιρέσεως κατατέθηκαν στην Γραμματεία του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της μεν πρώτης στις 10.03.2023, ήτοι εμπροθέσμως, αφού, όπως προκύπτει από το εν χρήσει ημερολόγιο, ο μήνας Φεβρουάριος του έτους 2023 είχε 28 ημέρες, της δε δεύτερης στις 06.03.2023 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, αφού ενωθούν και συνεκδικασθούν, κατά το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, το οποίο έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (573 παρ. 1 ΚΠολΔ), λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας καθότι πλήττουν την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χάριν του αξιώματος της οικονομίας της δίκης, να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).
3.- Επί της πρώτης -από 10.01.2023- αιτήσεως αναιρέσεως του ανακόπτοντος Γ. Μ.
3.Α.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά ο νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις ή απαράδεκτα, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως δικονομικές κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 159 έως 161 ΚΠολΔ, εκείνες δηλαδή που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 315/2013, ΑΠ 17/2000), σχετίζονται δε αυτές με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές, τριτανακοπές κλπ) ή δημιουργούνται κατά την διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008) και δεν αφορά σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου.
Με την άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διατάξεως δικονομικής φύσεως (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2100/2022, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται μόνο το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διατάξεως, η οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη (ΑΠ 215/2023) με συνέπεια η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 782/2024, ΑΠ 1429/2023, ΑΠ 1608/2022).
Κατά την έννοια της άνω διατάξεως το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, ήτοι εκείνες που ρυθμίζουν την έναρξη και εξέλιξη της έννομης σχέσης της δίκης και τείνουν στην δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης δικαστικής αποφάσεως επί της αιτούμενης έννομης προστασίας, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 49/2024, ΑΠ 257/2021, ΑΠ 350/2017).
Έτσι, με τον λόγο αυτό ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των εισαγωγικών δικογράφων (αγωγής, ανακοπής, τριτανακοπής κλπ, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1642/2018), το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκων μέσων (ΑΠ 2100/2022, ΑΠ 371/2008), το παραδεκτό των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ., 632, 933 ΚΠολΔ, ΑΠ 1873/2014) και των προσθέτων λόγων αυτών, το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018) και το παραδεκτό της επισπεύσεως αναγκαστικής εκτελέσεως με βάση έγγραφο που δεν αποδεικνύει την απαίτηση και το ποσό αυτής (ΟλΑΠ 43/2005, ΑΠ 498/2017).
Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος καταλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της δικονομικής αξιολογήσεως των διαδικαστικών πράξεων και συνεπώς την κρίση για το υποστατό, την ακυρότητα και το παραδεκτό αυτών (ΑΠ 343/2023). Ενόψει δε του ότι η ακυρότητα, κατά την έννοια της άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική, δεν ερείδεται στον αναιρετικό αυτό λόγο η διαδικαστική προϋπόθεση της συνδρομής εννόμου συμφέροντος, αφού το έννομο συμφέρον (όπως και η νομιμοποίηση του διαδίκου) συνιστά, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Τούτων παρέπεται ότι η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή ή μη της προϋποθέσεως αυτής, η παράβαση της οποίας αφορά ουσιαστικό απαράδεκτο (ΑΠ 1728/2009, ΑΠ 2001/2009), ελέγχεται αναιρετικώς με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 14 του ιδίου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν το δικόγραφο της αγωγής (της αιτήσεως ή της εφέσεως) δεν περιέχει τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 437/2025, ΑΠ 285/2025, ΑΠ 574/2024, ΑΠ 971/2023, ΑΠ 109/2022, ΑΠ 739/2019, ΑΠ 772/2014).
3.Β.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ανακόπτων Γ. Μ., ήδη αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την από 23.10.2010 ανακοπή αντιρρήσεων κατά της εκτελέσεως διατάξεων δικαστικών εξόδων τριών (3) αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, κατά του καθ' ου Β.-Σ.
Π., ήδη αναιρεσιβλήτου, και κατά της υπ' αριθμ. ....2020 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως κινητού του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ξάνθης Β. Β. δυνάμει της οποίας ο καθ' ου επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του στο περιγραφόμενο στην ανακοπή ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητό του για απαιτήσεις του προερχόμενες από επιδικασθείσες, με τις υπ' αριθμ. 81/2020, 211/2020 και 212/2020 αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, δικαστικές δαπάνες και αντίστοιχα έξοδα επιδόσεως επιταγών προς πληρωμή, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ως λόγους ακυρώσεως: 1) Ότι η επισπευδόμενη εις βάρος του εκτέλεση για απαιτήσεις δικαστικών εξόδων του καθ' ου είναι άκυρη διότι τα έξοδα αυτά επιδικάσθηκαν παρά το νόμο επειδή τα αιτήματα του καθ' ου για την επιδίκασή τους και στις τρεις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, τις οποίες άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας με αύξοντες αριθμούς καταθέσεως 444/2019, 37/2000 και 142/2020 και επί των οποίων εκδόθηκαν οι παραπάνω τρεις δικαστικές αποφάσεις υποβλήθηκαν από αυτόν απαραδέκτως και δη εκ των υστέρων, το πρώτον με τα σημειώματά του, που κατατέθηκαν μετά την συζήτηση των αιτήσεών του, και όχι όπως θα έπρεπε κατά την συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο και 2) ότι η επισπευδόμενη εκτέλεση αναφορικά με την είσπραξη απαιτήσεων των δικαστικών εξόδων είναι άκυρη διότι επί των ως άνω αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων με τις δύο πρώτες των οποίων ζητούσε την αναστολή κατά εξώσεως, που επισπεύδονταν δυνάμει της υπ' αριθμόν .../2019 συμβολαιογραφικής πράξης λύσεως συμβάσεως μισθώσεως και με την τρίτη την προσωρινή αποχή του καθ' ου από κάθε πράξη παρεμποδίσεως της εύρυθμης λειτουργίας της επιχειρήσεώς του (επειδή ο καθ' ου είχε επανεγκατασταθεί στο μίσθιο αυτογνωμόνως μετά την έξωσή του), ο καθ' ου έχοντας ως μοναδικό σκοπό την επιδίκαση υπέρ του δικαστικών εξόδων επεδίωξε την έκδοση των ως άνω, υπ' αριθμούς 81/2020, 211/2020 και 212/2020 τριών αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, παριστάμενος κατά την συζήτησή τους στις 21.01.2020, 07.07.2020 και 14.07.2020 αντιστοίχως:
α) παρά το γεγονός ότι στις δύο τελευταίες δεν είχε καν κλητευθεί για την συζήτησή τους αφού δεν του είχε επιδώσει τα δικόγραφά τους, ενώ στην πρώτη αίτηση (με αριθμό καταθέσεως 444/2019) προέβαλε αντίρρηση στην κατάργηση της δίκης που ο ίδιος επεδίωξε δηλώνοντας -ως αιτών- παραίτηση με το σημείωμά του, με αποτέλεσμα να καταδικασθεί με τις αποφάσεις αυτές, παρά το νόμο και δη κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 189 παρ. 2 του ΚΠολΔ, στην καταβολή δικαστικής δαπάνης του καθ' ου, ο οποίος υποβλήθηκε σε έξοδα από υπερβολική πρόνοια, β) παρά το γεγονός ότι οι παραπάνω αιτήσεις ήταν πλέον άνευ αντικειμένου επειδή είχαν απορριφθεί για κάθε μία τα σχετικά αιτήματα περί προσωρινής διαταγής, με συνέπεια, όπως εκτιμάται, να μην απολαμβάνει της επείγουσας προσωρινής δικαστικής προστασίας στην οποία αποκλειστικώς αποσκοπούσε με την χορήγηση προσωρινών διαταγών και γ) παρά το γεγονός ότι οι δύο τελευταίες αιτήσεις του (με αυξ.
αριθμ. καταθ. 37/2020 και 142/2020) συζητήθηκαν μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 155/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία κρίνοντας επί της βασικής ανακοπής κατά της εκτελέσεως του άρθρου 933 του ΚΠολΔ (στο πλαίσιο της οποίας ζητήθηκαν οι δύο αναστολές με αριθμ. καταθ. 444/2019 και 37/2020), ακύρωσε την επισπευδόμενη εκτέλεση δυνάμει της από 05.06.2019 επιταγής προς πληρωμή, με αποτέλεσμα η συζήτησή τους να είναι άνευ αντικειμένου, ο καθ' ου παρέστη και κατέθεσε σημειώματα.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε, αρχικά, η υπ' αριθμ. 14/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αυτής, δέχθηκε κατ' ουσίαν την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως κινητού και κάθε επόμενη πράξη εκτελέσεως που επιβλήθηκε στον ανακόπτοντα δυνάμει των υπ' αριθμ. 81/2020, 211/2020 και 212/2020, αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και των παρά πόδας αυτών από 05.06.2020, 01.09.2020 και 01.09.2020 επιταγών προς πληρωμή αντιστοίχως.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο καθ' ου η ανακοπή άσκησε την από 21.02.2022 έφεσή του και επ' αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η ήδη προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της ανακοπής, την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, στη συνέχεια, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν την ανακοπή, αφού ερεύνησε και τους λοιπούς λόγους που δεν είχαν ερευνηθεί πρωτοδίκως, την δέχθηκε και κατ' ουσίαν και ως προς τον τρίτο λόγο αυτής (που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω).
Ειδικότερα, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θράκης, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με τα ζητήματα της εγκυρότητας της παραιτήσεως του ανακόπτοντος από το δικόγραφο της από 23.07.2019 και με αύξοντα αριθμ.
καταθ. 444/2019 αιτήσεώς του περί αναστολής αναγκαστικής εκτελέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 81/2020 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, ως προς το παραδεκτό της συζητήσεως της από 22.04.2020 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 142/2020 αιτήσεώς του περί ρυθμίσεως καταστάσεως επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 211/2020 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του ιδίου ως άνω δικαστηρίου και ως προς την καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα του καθ' ου επί των ως άνω αιτήσεων και της από 22.01.2020 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 37/2020 αιτήσεώς του επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 212/2020 απόφαση του αυτού δικαστηρίου, τα οποία ερευνώνται με τους κάτωθι αναιρετικούς λόγους, πλην άλλων, και τα ακόλουθα: "Με την από 10-6-2019 επιταγή προς εκτέλεση με αντίγραφο του υπ' αριθμ. ...-2019 πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ. ...-2019 συμβολαιογραφικής πράξης λύσης μίσθωσης της συμβολαιογράφου Ξάνθης Σ.
Ε. Α. ο νυν εκκαλών Β.-Σ. Π. του Κ. και εφεξής "καθ' ου η ανακοπή", εκμισθωτής ζητούσε την απόδοση ακινήτου κείμενου στη Σκάλα Ποταμιάς Θάσου ΠΕ Καβάλας κυριότητάς του, του οποίου ο νυν εφεσίβλητος και εφεξής "ανακόπτων", μισθωτής χρησιμοποιούσε ως πρατήριο υγρών καυσίμων δυνάμει σύμβασης μίσθωσης. Σε βάρος του καθ' ου η ανακοπή, ο ανακόπτων κατέθεσε τη με αριθμ.
εκθ. καταθ. 145/2019 αίτηση προσωρινής ρύθμισης κατάστασης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θάσου, το οποίο με την 98/9-8-2019 απόφασή του παρέπεμψε την υπόθεση λόγω αναρμοδιότητας στο Μονομελούς Πρωτοδικείο Καβάλας, κρίνοντας ότι η ένδικη αίτηση συνιστά αναστολή της εκτέλεσης που επισπεύδεται δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2019 συμβολαιογραφικής πράξης.
Στα πλαίσια της ίδιας αίτησης εκδόθηκε η από 18-6-2019 προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη Θάσου, με την οποία επιτασσόταν ο καθ' ου η ανακοπή να απέχει από κάθε ενέργεια ικανή να διαταράξει την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία της επιχείρησης του ήδη ανακόπτοντος, μέχρι τη συζήτηση της αίτησης. Ακολούθως ο ανακόπτων άσκησε τη με αριθ.
εκθ. κατάθ. ...-2019 αίτηση αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης, ενόψει της ασκηθείσας από τον ίδιο με αριθμ. εκθ. καταθ. .../2019 ανακοπής κατά του προαναφερθέντος συμβολαιογραφικού εκτελεστού τίτλου και της παρά πόδας αυτού επιταγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, παραιτούμενος προφορικά, αυθημερόν κατά την κατάθεσή της, από αίτημα προσωρινής διαταγής που περιέλαβε σε αυτήν, καθόσον ίσχυε ακόμη η από 18-6-2019 προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη Θάσου.
Η με αριθμ. εκθ. κατάθ. 444/2019 αίτηση αναστολής εκδικάστηκε μετά από τρεις αναβολές (από 1-10-2019, 8-10-2019, 26-11- 2019) στις 21-1-2020. Τη δικάσιμο της 21-1-2020, ο ανακόπτων, παριστάμενος μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησής του με αριθμ. εκθ. καταθ. 145/2019 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θάσου, την οποία ο καθ' ου είχε ήδη προσδιορίσει προς συζήτηση με την 526/6-9-2019 κλήση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με αποτέλεσμα να παύσει εφεξής η ισχύς της από 18-6-2019 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Θάσου.
Η υπόθεση που αφορούσε τη με αριθμ. εκθ. καταθ. 444/2019 αίτηση συζητήθηκε την 21-1-2020 αντιμωλία των διαδίκων και χορηγήθηκε προθεσμία κατάθεσης σημειωμάτων ως τις 24-1-2020, ενώ εκδικάστηκε επί της έδρας και αίτημα του ανακόπτοντος για χορήγηση προσωρινής διαταγής περί αναστολής εκτέλεσης, το οποίο απορρίφθηκε αυθημερόν (βλ.
τη με αριθμ. πρωτ. ...-2020 βεβαίωση της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Καβάλας και το δικόγραφο της με αριθμ. εκθ. 444/2019 αίτησης). Στις 22-1-2020 και περί ώρα 7:46 π.μ. ο Δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Ξάνθης Β. Β., ήτοι το αμέσως επόμενο πρωί μετά την παύση ισχύος της προσωρινής διαταγής του Ειρηνοδικείου και της απόρριψης της προσωρινής διαταγής που συζητήθηκε κατά την εκδίκαση της με αριθμ.
εκθ. καταθ. 444/2019 αίτησης, προέβη σε αποβολή και εγκατάσταση στο μίσθιο του καθ' ου η ανακοπή, συντασσομένης της υπ'αριθμ. ...-2020 έκθεσης βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του προαναφερόμενου Δικαστικού Επιμελητή. Την ίδια ημέρα (22-1-2020) και περί ώρα 8:20 π.μ. ο ανακόπτων κατέθεσε τη με αριθμ. εκθ. κατάθ. 37/2020) αίτηση αναστολής, η οποία εκδικάστηκε στις 12:00 το μεσημέρι της 22-1-2020, το δε αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής απορρίφθηκε την 23-1-2020.
Στις 13:20 μ.μ. της ίδιας μέρας (22-1-2020) ο ανακόπτων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατέθεσε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων) σημείωμα επί της αριθμ. εκθ. καταθ 444/2019 αίτησης που είχε δικαστεί την προηγουμένη ημέρα (21-1- 2020), στο οποίο ανέφερε επί λέξει : "Ολοκληρωθείσης της προφορικής διαδικασίας και εκκρεμούσης της χορηγηθείσας από το Δικαστήριό Σας προθεσμίας για κατάθεση σημειώματος και σχετικών εγγράφων έως και την 24η-01-2020, ένεκα διαπιστώσεως της εκ παραδρομής χωρήσασας ασάφειας ως προς την ταυτότητα, το περιεχόμενο και την άσκηση της επικαλούμενης στο δικόγραφο της υπό αξιολόγησης από 23/07/2019 και με αριθ.
έκθεσης κατάθεσης Πρωτ. Καβάλας 444/2019 αιτήσεως αναστολής μου, ασκηθείσης ανακοπής, η οποία αποκλείει την όποια πιθανότητα ευδοκίμησης του δικογράφου, Σας δηλώνω ότι ΠΑΡΑΙΤΟΥΜΑΙ κατ' άρθρον 294 επ. ΚΠολΔ, όπως αυτά έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν σήμερα, του δικογράφου της υπό κρίση από 23-07-2019 και με αριθμ.
έκθεσης κατάθεσης της γραμματείας του Μονομελούς Πρωτοδικείου αίτησης αναστολής μου, και ζητώ να καταργηθεί η διανοιχθείσα δίκη". Επί της με αριθμ. εκθ. κατάθ. 444/2019 αίτησης αναστολής εκτέλεσης που δικάστηκε στις 21-1-2020, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 81/2020 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που απέρριψε την αίτηση λόγω μη πιθανολόγησης νομότυπης και εμπρόθεσμης άσκησης της από 13-6-2019 και με αριθμ.
εκθ. καταθ. ...-2019 ανακοπής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και καταδίκασε τον ήδη ανακόπτοντα σε πληρωμή 250,00 ευρώ ως δικαστικά έξοδα του καθ' ου, κατά παραδοχή αιτήματος του τελευταίου. Με την ίδια υπ' αριθμ. 81/2020 απόφαση, κρίθηκε ότι η με το 22-1-2020 σημείωμα, γενόμενη παραίτηση από το δικόγραφο της με αριθμ.
εκθ. καταθ. 444/2019 του νυν ανακόπτοντος (αιτούντος) δεν έγινε παραδεκτά και νόμιμα, ο δε αντίδικος και νυν καθ' ου η ανακοπή (καθ' ου η αίτηση) πρόβαλλε αντιρρήσεις δηλώνοντας με το από 24-1-2020 σημείωμά του ότι επιθυμεί την περάτωση της δίκης με την έκδοση απόφασης έχοντας πρόδηλο προς τούτο έννομο συμφέρον (βλ. 2° και 3° φύλλο της 81/2020 απόφασης).
Η κατά τον ανωτέρω τρόπο παραίτηση από το δικόγραφο της με αριθμ. εκθ. καταθ. 444/2019 αίτησης δεν τυγχάνει έγκυρη, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν έγινε κατά τους ανωτέρω τρόπους που ορίζονται αποκλειστικά (δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται) πριν την έναρξη της συζήτησης, οι οποίοι εφαρμόζονται και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αλλά μετά τη συζήτηση και κατά την ορισθείσα από το Δικαστή, προθεσμία υποβολής σημειωμάτων.
Η αναφορά στη σελίδα 8 της με αριθ. εκθ. καταθ. 37/22-1-2020 αίτησης αναστολής που κατατέθηκε στις 08.20 πμ της 22-1-2020 περί πλημμέλειας του δικογράφου της με αριθμ. εκθ. 444/2019 αίτησης αναστολής, η οποία αποκλείει την πιθανότητα ευδοκίμησης και ότι παραιτήθηκε από την 444/2019 αίτηση και ζήτησε την κατάργηση της δίκης δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή καθόσον δε συνιστά νόμιμο τρόπο κατάργησης της δίκης, η οποία, όπως συνομολογεί ο ανακόπτων, δεν επιδόθηκε.
Επομένως και δεδομένου ότι ο καθ' ου η ανακοπή αντέλεξε με το σημείωμα (βλ. φύλλο 3° της ανωτέρω απόφασης), η γενόμενη από το νυν ανακόπτοντα παραίτηση δεν ήταν έγκυρη, γεγονός που είχε ως συνέπεια ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας έπρεπε να προβεί σε εξέταση της βασιμότητας της αίτησης, όπως και έπραξε, και συνακόλουθα τα έξοδα κατάθεσης σημειώματος που έγιναν από τον καθ' ου η ανακοπή δεν ήταν από υπερβολική πρόνοια αλλά ήταν αναγκαία για τη διεξαγωγή της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων (αριθμ. εκθ. καταθ. 444/2019 αίτησης) και κατά συνέπεια ορθά επιβλήθηκαν στο νυν ανακόπτοντα τα δικαστικά έξοδα του νυν καθ' ου η ανακοπή ποσού 250,00 ευρώ.
Περαιτέρω η υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 37/2020 αίτηση αναστολής, η οποία προσδιορίσθηκε να δικασθεί κατά τη δικάσιμο της 18-2-2020 αναβλήθηκε λόγω αποχής δικηγόρων για τη δικάσιμο της 19-5-2020 κατά την οποία ματαιώθηκε κατ' εφαρμογή της ΚΥΑ ΔΙ.α/ΓΠ.δικ.30340/15-5-2020 και επαναπροσδιορίθηκε οίκοθεν δυνάμει της υπ' αριθμ. 287/2020 Πράξης του Προέδρου Πρωτοδικών Καβάλας για τη δικάσιμο της 7-7-2020 (βλ.
σημειώσεις επί του δικογράφου αυτής του Προέδρου της έδρας και την υπ' αριθμ. 287/3-6-2020 Πράξη αυτού). Ο ανακόπτων, δεν επέδωσε ποτέ στον καθ' ου την ανωτέρω αίτηση, γεγονός το οποίο συνομολογεί (βλ. σελίδα 13 ανακοπής) αλλ' ούτε βέβαια προσκομίσθηκε έκθεση επίδοσης ή αντίγραφο επιδοθέντος δικογράφου της αίτησης από τους διαδίκους.
Επί της με αριθμ. εκθ. κατάθ. 37/2020 αίτησης αναστολής που δικάστηκε στις 7-7-2020, ερήμην του ήδη ανακόπτοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 212/2020 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που απέρριψε την αίτηση διότι δεν πιθανολογούνταν η εμπρόθεσμη και νομότυπη άσκηση της με αριθμ. εκθ. καταθ. ...-2019 ανακοπής και του με αριθμ.
εκθ. καταθ. 265/30-8-2019 δικογράφου προσθέτων λόγων λόγω μη προσκόμισης αντιγράφου ανακοπής και πρόσθετων λόγων και έκθεσης επίδοσής αυτών, και καταδίκασε τον ανακόπτοντα στη δικαστική δαπάνη του καθ' ου η ανακοπή ποσού 200,000 ευρώ, κατά παραδοχή αιτήματος του τελευταίου που υποβλήθηκε με το σημείωμά του. Ακολούθως μετά την αποβολή του ανακόπτοντος και την εγκατάσταση την 22-1-2020, συζητήθηκε στις 25-2-2020 η υπ' αριθμ.
εκθ. κατάθ. .../2019 και οι με αριθμ. εκθ. καταθ. 265/2019 πρόσθετοι λόγοι αυτής. Στις 18-3-2020 επανεγκαταστάθηκε αυτοβούλως στο μίσθιο και, επικαλούμενος οχλήσεις της επιχείρησής του εκ μέρους του καθ' ου, ζήτησε με την υπ' αριθμ. εκθ. κατάθ. 142/22.4.2020 αίτησή του προσωρινή ρύθμιση κατάστασης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), να απέχει ο καθ' ου από κάθε πράξη που παρεμποδίζει τη λειτουργία της επιχείρησής του, σωρεύοντας και αίτημα προσωρινής διαταγής, η οποία συζητήθηκε αυθημερόν χωρίς κλήτευση του καθ' ου (κατ' άρθ. 3 §2β ΚΥΑ ΔΙα/Γ.Π.οικ 21159/27.3.2020) και απορρίφθηκε αυθημερόν, ενώ δικάσιμος για τη συζήτηση της αιτήσεως ορίσθηκε την 12-5-2020.
Ο ανακόπτων, δεν επέδωσε ποτέ στον καθ' ου την ανωτέρω αίτηση, γεγονός που συνομολογεί (σελ.16 ανακοπής) αλλ' ούτε προσκομίσθηκε έκθεση επίδοσης ή αντίγραφο επιδοθέντος δικογράφου της αίτησης από τους διαδίκους. Επί της με αριθμ. εκθ κατάθ. 142/2020 αίτησης προσωρινής ρύθμισης κατάστασης που δικάστηκε στις 14-7-2020 (μετ' αναβολή από 12-5-2020), ερήμην του ήδη ανακόπτοντος, εκδόθηκε η 211/2020 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που απέρριψε την αίτηση, λόγω μη προσκόμισης γραμματίου προείσπραξης εισφορών του δικηγορικού συλλόγου κατά την κατάθεσή της, και καταδίκασε τον ήδη ανακόπτοντα σε πληρωμή 200,00 ευρώ ως δικαστικών εξόδων του καθ' ου, κατά παραδοχή αιτήματος του τελευταίου.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 142/2020 αίτηση, η οποία προσδιορίσθηκε να δικασθεί κατά τη δικάσιμο της 12-5- 2020 ματαιώθηκε κατ' εφαρμογή της ΚΥΑ ΔΙ.α/ΓΠ.δικ. 30340/15-5-2020 και επαναπροσδιορίθηκε οίκοθεν δυνάμει της υπ' αριθμ. 286/2020 Πράξης του Προέδρου Πρωτοδικών Καβάλας για τη δικάσιμο της 14-7-2020 (βλ.
σημειώσεις επί του δικογράφου αυτής του Προέδρου της έδρας και την υπ'αριθμ.286/3-6-2020 Πράξη αυτού) με αποτέλεσμα να δικασθεί ερήμην. Με την από 5-6-2020 επιταγή προς πληρωμή που επιδόθηκε στον ανακόπτοντα αυθημερόν (βλ. την υπ' αριθ. ...-2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Ξάνθης Β.
Β.), ο ανακόπτων επιτάχθηκε να καταβάλει 250,00 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη της υπ' αριθμ. 81/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, 250 ευρώ για αμοιβή πληρεξουσίου δικηγόρου για τη σύνταξη της παρούσας επιταγής πλέον ΦΠΑ 24% ποσού 60 ευρώ ήτοι συνολικά 310 ευρώ,117,80 ευρώ για πορεία και αμοιβή δικαστικού επιμελητή και 44 ευρώ για ναυτιλιακά εισιτήρια του δικαστικού επιμελητή.
Ακολούθως την 1-9-2020 στις 16.26 μμ και 16.27μμ, ο καθ' ου επέδωσε δύο επιταγές προς πληρωμή (...-2020 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Ξάνθης Β. Β.), με την πρώτη εξ αυτών ο ανακόπτων επιτάχθηκε να καταβάλει 200 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη της υπ' αριθμ. 211/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, 200 ευρώ για αμοιβή πληρεξουσίου δικηγόρου για τη σύνταξη της παρούσας επιταγής πλέον ΦΠΑ 24% ποσού 48 ευρώ ήτοι συνολικά 248 ευρώ, 117,80 ευρώ για πορεία και αμοιβή δικαστικού επιμελητή και 56 ευρώ για ναυτιλιακά εισιτήρια του δικαστικού επιμελητή, ενώ με τη δεύτερη επίσης επιτάχθηκε να καταβάλει 200 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη της υπ' αριθμ. 212/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, 200 ευρώ για αμοιβή πληρεξουσίου δικηγόρου για τη σύνταξη της παρούσας επιταγής πλέον ΦΠΑ 24% ποσού 48 ευρώ ήτοι συνολικά 248 ευρώ, 117,80 ευρώ για πορεία και αμοιβή δικαστικού επιμελητή και 56 ευρώ για ναυτιλιακά εισιτήρια δικαστικού επιμελητή.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι πριν τη συζήτηση στις 7 και 14-7-2020 των υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 37 και 142/2020 αιτήσεων του νυν ανακόπτοντος αντίστοιχα είχε ήδη εκδοθεί η υπ' αριθμ. 155/20-5-2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών) η οποία επιδόθηκε στον καθ' ου η ανακοπή στις 12-6-2020 (βλ, την υπ' αριθμ. ...-2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Ξάνθης), η οποία είχε κρίνει επί της με αριθμ.
εκθ. καταθ. .../2019 ανακοπής και των με αριθ. εκθ. καταθ. 265/2019 πρόσθετων λόγων αυτής με αίτημα την ακύρωση της επισπευδόμενης, δυνάμει της από 10-6-2019 επιταγής προς εκτέλεσης κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου της υπ 'αριθμ. .../2009 συμβολαιογραφικής πράξης λύσης μίσθωσης της συμβολαιογράφου Ξάνθης Σ. Ε. Α. και είχε ακυρώσει την από 10- 6-2019 επιταγή προς εκτέλεση για την αναστολή της οποίας ο ανακόπτων είχε καταθέσει τη με αριθμ.
εκθ. καταθ. 37/2020 αίτηση αναστολής....... Η παράσταση του καθ' ου η ανακοπή (καθ' ου η αίτηση) κατά τη δικάσιμο της 14-7-2020 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας κατά τη συζήτηση της υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 142/2020 αίτησης προσωρινής ρύθμισης κατάστασης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων ερήμην του ανακόπτοντος (αιτούντος), με την οποία ο ανακόπτων (εκεί αιτών) ζητούσε να απέχει ο καθ' ου (εκεί καθ' ου) από κάθε πράξη που παρεμποδίζει τη λειτουργία της επιχείρησής του, η οποία αφορούσε μεταγενέστερο χρόνο ήτοι την 18-3-2020 και δε είχε σχέση με την επισπευδόμενη από 5-6-2019 επιταγή προς εκτέλεση δικαιολογούσε έννομο συμφέρον για τη συζήτηση της σχετικής αίτησης καθόσον υφίστατο κίνδυνος βλάβης των συμφερόντων του.
Το γεγονός ότι ο ανακόπτων, παρά το γεγονός ότι δεν κλήθηκε, εμφανίσθηκε και παρέστη προς υπεράσπιση των εννόμων συμφερόντων του δε συνιστά αντιδικονομική συμπεριφορά, και συνεπώς τα γενόμενα από αυτόν δικαστικά έξοδα δεν έγιναν κατόπιν υπερβολικής πρόνοιας δεδομένου ότι αν ο καθ' ου πληροφορηθεί με οποιονδήποτε τρόπο την εκδίκαση της αίτησης κατ' αυτού δύναται να προσέλθει εκούσια ενώπιον του Δικαστηρίου (ακολουθεί παραπομπή σε θεωρία) και επομένως ορθά με την υπ' αριθμ. 211/2020 απόφαση επιδικάσθηκε δικαστική δαπάνη ποσού 200 ευρώ στον καθ' ου η ανακοπή.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός και επομένως έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την εφαρμογή του νόμου (και δη της διάταξης 189 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως βάσιμα παραπονείται ο καθ' ου η ανακοπή με την έφεσή του. Ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση (άρθρο 535παρ.1 ΚΠολΔ) και δικάζοντας το Δικαστήριο τούτο στην ουσία, να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο δεύτερος λόγος ανακοπής.
Στη συνέχεια κατά τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ.1 και 536 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω η ανακοπή ως προς το παραδεκτό και βάσιμο και των λοιπών λόγων της για τους οποίους το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, μετά την ουσιαστική παραδοχή του προαναφερθέντος λόγου ότι παρέλκει η εξέτασή τους.
Με τον πρώτο λόγο ανακοπής του, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η υποβολή αιτήματος για καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα και στις τρεις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων υποβλήθηκε μόνον εκ των υστέρων με το σημείωμα ενώ θα έπρεπε να υποβληθεί επ' ακροατηρίω. Ο λόγος αυτός τυγχάνει νόμω αβάσιμος, δεδομένου ότι στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 682, 686 επ.
και 690 ΚΠολΔ, αλλά και από τη φύση των ασφαλιστικών μέτρων, η συζήτηση είναι προφορική και δεν υφίσταται υποχρέωση κατάθεσης προτάσεων, οι δε ισχυρισμοί και τα αιτήματα των διαδίκων πρέπει να προτείνονται κατά την προφορική συζήτηση (ακολουθεί παραπομπή σε νομολογία) και εφόσον και στις τρεις υπ' αριθ. 81, 211 και 212/2020 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας βεβαιώνεται ότι οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και συγκεκριμένα ο παριστάμενος καθ' ου η ανακοπή (καθ' ου η αίτηση), συνάγεται ότι αυτός (καθ' ου η ανακοπή-καθ' ου η αίτηση των τριών αιτήσεων) υπέβαλε προφορικά αίτημα καταδίκης του αιτούντος στα έξοδα το οποίο ανέφερε στα κατατεθέντα και στις τρεις δίκες ασφαλιστικών μέτρων, σημειώματα, σε διαφορετική περίπτωση το Δικαστήριο θα είχε απορρίψει τα σχετικά αιτήματα ως απαράδεκτα.
Επίσης ο ανωτέρω λόγος τυγχάνει νόμω αβάσιμος και για το λόγο ότι κατ' άρθρον 312 ΚΠολΔ η δικαστική απόφαση, ως δημόσιο έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη και ισχύει έναντι όλων ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα ενώπιον του συντάκτη της, για ό,τι αφορά την εμφάνιση και την εκπροσώπηση των διαδίκων και για την προβολή προφορικά στο ακροατήριο ισχυρισμών και την υποβολή αιτήσεων, προτάσεων και εγγράφων απ' αυτούς, μη επιδεχόμενες αμφισβήτησης, δεσμεύουσες το παρόν Δικαστήριο, δοθέντος ότι ο ανακόπτων (εφεσίβλητος) δεν προβάλει ταυτόχρονα με τον ως άνω λόγο της έφεσής του ισχυρισμό περί ανατροπής του ως άνω περιεχομένου της απόφασης με βάση τα πρακτικά της συζήτησης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ή με την προσβολή αυτής (πρωτόδικης απόφασης) ως πλαστής (ακολουθεί παραπομπή σε νομολογία).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος ανακοπής προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη ανακοπή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. ...-2020 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Ξάνθης Β.
Β. που επισπεύδεται δυνάμει των υπ' αριθμ. 81, 211 και 212/2020 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και των από 5-6-2020, 1-9-2020 και 1-9-2020 επιταγών κατά τα ποσά των 200 ευρώ που επιδικάσθηκαν ως δικαστικά έξοδα με την υπ' αριθμ. 212/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας .....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν ήταν έγκυρη η παραίτηση του ανακόπτοντος (τότε αιτούντος) από το δικόγραφο της υπ' αριθμόν καταθέσεως 444/23.07.2019 αιτήσεως αναστολής και κατά τούτο απέρριψε κατ' ουσίαν τον αντίστοιχο λόγο της ανακοπής του.
3.Γ.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε ως μη έγκυρη την από 22.01.2020 παραίτησή του από το δικόγραφο της από 23.07.2019 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 444/2019 αιτήσεως αναστολής του επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 81/2020 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, επικαλούμενος, ειδικότερα, ότι ενώ με το υπ' αριθμ.
καταθέσεως 37/22.01.2020 δικόγραφό του, με την κατάθεση του οποίου έλαβε γνώση ο αντίδικός του αφού την ίδια ημέρα παρέστη κατά τη συζήτηση του αιτήματος προσωρινής διαταγής, όσο και με το από 22.01.2020 σημείωμά του, που κατέθεσε επί της υπ' αριθμόν καταθέσεως 444/2019 αιτήσεως, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 23.07.2019 αιτήσεως αναστολής ζητώντας την επ' αυτής κατάργηση της δίκης λόγω τυπικής πλημμέλειας του δικογράφου της με αποτέλεσμα να μην έχει έννομο συμφέρον κάποιος διάδικος για την έκδοση αποφάσεως, εντούτοις το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η παραίτησή του δια του σημειώματος από το δικόγραφο της υπ' αριθμόν καταθέσεως 444/2019 αιτήσεως δεν ήταν έγκυρη διότι δεν έγινε παραδεκτά και νόμιμα και έτσι προχώρησε στην επί της ουσίας έρευνα της υποθέσεως επειδή ο καθ' ου με το έγγραφο σημείωμά του προέβαλε αντιρρήσεις στην κατάργηση της δίκης καίτοι ο τελευταίος δεν είχε πλέον έννομο συμφέρον για την έκδοση αποφάσεως, ενώ αν έκρινε ορθά, έπρεπε, όπως εκτιμάται, να θεωρήσει ότι η δίκη είχε ήδη καταργηθεί.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι προεχόντως δεν συνδέεται με παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, ώστε να ιδρύεται ο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, αλλά, αντιθέτως, η αποδιδόμενη πλημμέλεια αναφέρεται σε ουσιαστικό απαράδεκτο, όπως είναι και το έννομο συμφέρον του καθ' ου η ανακοπή που αντιλέγει σε δήλωση παραιτήσεως από το δικόγραφο του αντιδίκου του δηλώνοντας ότι επιθυμεί την περάτωση της δίκης με την έκδοση αποφάσεως (άρθρο 68 του ΚΠολΔ) και όχι σε δικονομικό απαράδεκτο, το οποίο, ας σημειωθεί, ότι πρέπει να οδηγεί σε απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος και όχι σε απαράδεκτο της συζητήσεως αυτού (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 1282/2015).
Η δε κρίση του Εφετείου για το αν ο καθ' ου είχε έννομο συμφέρον για την περάτωση της δίκης με την έκδοση αποφάσεως, αποτελεί κρίση ουσιαστικού κανόνα και η παραβίασή της δεν ιδρύει την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια, η οποία, κατά τις αμέσως προηγούμενες νομικές σκέψεις, τυγχάνει εφαρμογής μόνον επί παραβιάσεως δικονομικών κανόνων.
Σε κάθε περίπτωση, δεχόμενο (και) το Εφετείο με την προβαλλόμενη απόφασή του ότι η δήλωση παραιτήσεως του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της από 23.07.2019 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 444/2019 αιτήσεως αναστολής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας δεν ήταν νομότυπη, διότι δεν έγινε όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 294, 297 και 299 του ΚΠολΔ και εκ τούτου δεν επέφερε αντίστοιχη κατάργηση της δίκης κατά το άρθρο 295 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, πιθανολογώντας ότι ο καθ' ου η ανακοπή έχει έννομο συμφέρον να περατωθεί η δίκη με την έκδοση αποφάσεως, δεν κήρυξε παρά το νόμο "μη έγκυρη" την παραίτηση του αναιρεσείοντος, αφού ο καθ' ου η ανακοπή προέβαλε, με το από 24.01.2020 έγγραφο σημείωμά του, σε απάντηση της περί παραιτήσεως δηλώσεως του αναιρεσείοντος ενώπιον του άνω δικαστηρίου, αντίρρηση στην παραίτηση του τελευταίου επικαλούμενος έννομο συμφέρον για την περάτωση της δίκης με έκδοση αποφάσεως και το Εφετείο δέχθηκε (κατά πιθανολόγηση), ότι αυτός έχει έννομο συμφέρον στην περάτωση της δίκης, λαμβανομένου ιδιαιτέρως υπόψη και του ότι η (κατά πιθανολόγηση) κρίση του δικαστηρίου περί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας τέτοιου συμφέροντος του αντιλέγοντος στην παραίτηση είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 351/2024, ΑΠ 1080/2022, ΑΠ 368/2016, ΑΠ 138/2014).
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι (και) αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, ενόψει του ότι το Εφετείο ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για εσφαλμένη κρίση του Εφετείου ως προς την συνδρομή ή μη του εννόμου συμφέροντος του καθ' ου η ανακοπή στην περάτωση της δίκης, είναι, ομοίως, αβάσιμος, διότι, απορρίπτοντας το Εφετείο κατ' ουσίαν τον σχετικό λόγο της ανακοπής του με τις επακόλουθες συνέπειες (ήτοι, επιβολή εις βάρος του ανακόπτοντος δικαστικής δαπάνης για την κατάθεση σημειώματος εκ μέρους του καθ' ου), ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, δοθέντος ότι η κατά την διάρκεια της δίκης και αναλόγως με την δικονομική πορεία της υποθέσεως, όψιμη δήλωση του ανακόπτοντος ότι παραιτείται από το δικόγραφο της άνω αιτήσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στερεί από τον καθ' ου το υλικό (άμεσο, ενεστώς και ενεργό) έννομο συμφέρον για την περάτωση της δίκης με την έκδοση αποφάσεως, που κατατείνει στην άμεση άρση της αβεβαιότητας στις τεταμένες σχέσεις των διαδίκων, η οποία πάντως δεν αίρεται από την οψίμως εκδηλωθείσα δήλωση του αναιρεσείοντος για παραίτηση από το δικόγραφο της άνω αιτήσεώς του.
3.Δ.- Κατά την διάταξη του άρθρου 176 εδ. α' του ΚΠολΔ "ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα". Η διάταξη αυτή, όπως και οι επόμενες, οι οποίες αναφέρονται στη δικαστική δαπάνη, μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρου 189 παρ. 2 περ. β' του ΚΠολΔ, κατά την οποία "δεν αποδίδονται (στον διάδικο) τα έξοδα που έγιναν από υπερβολική πρόνοιά του", είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 667/2024, ΑΠ 461/2021, ΑΠ 461/2017, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 218/2003) και εκ τούτου δεν ελέγχονται αναιρετικώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ακόμη, κατά την διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), όπως το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε σε αυτό και ισχύει με το άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 4236/2014, "στις αποφάσεις που εκδίδονται κατά την διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων για αιτήσεις κάθε φύσης, επιδικάζονται πάντοτε έξοδα και αμοιβή του δικηγόρου του διαδίκου που νίκησε. Στις αποφάσεις που εκδίδονται για αιτήσεις χορήγησης αναστολής ή αναβολής εκτέλεσης ή πλειστηριασμού με καθορισμό δόσεων, οι πρώτες δόσεις πρέπει υποχρεωτικά να ορίζονται για την εξόφληση των δικαστικών εξόδων, δικηγορικών αμοιβών και εξόδων εκτέλεσης.
Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, τα έξοδα και η αμοιβή του δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση επιδικάζονται πάντοτε εις βάρος του αιτούντος". Η κρίση του δικαστηρίου για το αναγκαίο ή μη των εξόδων, με βάση τις άνω διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 337/2023, ΑΠ 961/2017, ΑΠ 1450/2009, ΑΠ 578/1971).
3.Ε.- Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ομοίως την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και πλέον συγκεκριμένα: 1) Με τον δεύτερο λόγο ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν "θεώρησε" απαράδεκτη τη συζήτηση της υπ' αριθμόν καταθέσεως 142/22.04.2020 αιτήσεώς του περί προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως κατά τη δικάσιμο της 14ης.07.2020, με την οποία ζητούσε να απέχει ο καθ' ου από κάθε πράξη εκτελέσεως που παρεμποδίζει τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του, η οποία έλαβε χώρα ερήμην του, εκδοθείσης επ' αυτής της υπ' αριθμόν 211/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, αφού ο καθ' ου, στον οποίο δεν είχε καν επιδώσει το δικόγραφο της άνω αιτήσεως, δεν είχε έννομο συμφέρον για την συζήτησή της καθώς η κύρια μεταξύ τους διαφορά είχε ήδη επιλυθεί με τις υπ' αριθμούς 154/2020 και 155/2020 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας με τις οποίες διαγνώσθηκε η ακυρότητα της αναφερόμενης μισθωτικής σχέσεως, ενώ αν έκρινε ορθά θα έπρεπε να θεωρήσει απαράδεκτη την συζήτηση της άνω αιτήσεως λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του καθ' ου προς συνέχιση της δίκης και να μην επιδικάσει δικαστικά έξοδα εις βάρος του και υπέρ του καθ' ου κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 189 παρ. 2 περ.
β' του ΚΠολΔ, διότι ο καθ' ου υποβλήθηκε σε αυτά χάριν υπερβολικής πρόνοιας. Και, ακόμη, 2) με τον τρίτο λόγο ισχυρίζεται ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτα -και στις τρεις ως άνω αιτήσεις του επί των οποίων εκδόθηκαν, αντιστοίχως, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων οι υπ' αριθμούς 81/2020, 211/2020 και 212/2020 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας- τα αιτήματα του καθ' ου για καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι τα αιτήματα του καθ' ου υποβλήθηκαν εκ των υστέρων με τα σημειώματά του και όχι προφορικώς κατά την συζήτηση των αιτήσεων στο ακροατήριο και, επιπλέον, εσφαλμένως δέχθηκε ότι τα αιτήματα του καθ' ου αναπτύχθηκαν προφορικώς κατά τη συζήτησή τους στο ακροατήριο.
Οι λόγοι αυτοί, ενιαίως ερευνώμενοι, είναι προεχόντως απαράδεκτοι καθόσον δεν συνδέονται με παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, ώστε να ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 68 και 189 παρ 2 περ.
β' του ΚΠολΔ. Αντιθέτως, οι με αυτούς αποδιδόμενες πλημμέλειες αναφέρονται σε ουσιαστικό απαράδεκτο, όπως είναι τόσο το έννομο συμφέρον (άρθρο 68 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με όσα επισημάνθηκαν ήδη και στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, όσο και η καταψήφιση εις βάρος του αιτούντος των δικαστικών εξόδων και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του καθ' ου επί των άνω αιτήσεών του περί χορηγήσεως αναστολής (κατά την διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, ν. 4194/2013, όπως ισχύει, η οποία είναι επίσης και αυτή ουσιαστικού δικαίου) και δεν ελέγχονται αναιρετικώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ η ρύθμιση περί των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, κατά την διάταξη του άρθρου 561 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1055/2021, ΑΠ 461/2021, ΑΠ 461/2017, ΑΠ 218/2003).
3.ΣΤ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, συνακόλουθα, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υφίσταται και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου όταν, μεταξύ άλλων, από τις παραδοχές της, οι οποίες περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου του κανόνα που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παντελή έλλειψη αιτιολογίας πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός από τις πλήρεις (και όχι αποσπασματικές) παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση, και ότι α) η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών, β) ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό, καθώς και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 357/2018).
3.Ζ.- Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από τη νόμιμη βάση της ως προς την παραδοχή της περί της συνδρομής εννόμου συμφέροντος του αντιδίκου του για την έκδοση αποφάσεως επί της από 23.07.2019 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 444/2019 αιτήσεώς του, κατόπιν της προηγηθείσας παραιτήσεώς του από το δικόγραφό αυτής, διότι, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο, ως προς το ζήτημα αυτό "δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογίες" και "εδέχθη άνευ καμίας, έστω στοιχειώδους, αιτιολογίας τη συνδρομή προδήλου εννόμου συμφέροντος του αντιδίκου" και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 περ. 19 ΚΠολΔ", καθώς η κρίση του περί του παραδεκτού ή μη της παραστάσεώς του ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αφού από αυτήν εξαρτάται η επιδίκαση δικαστικών εξόδων υπέρ του καθ' ου η ανακοπή.
Ο λόγος αυτός, έτσι διατυπωμένος, είναι προεχόντως απαράδεκτος ένεκα της αοριστίας του, αφενός διότι δεν διαλαμβάνεται σε αυτόν ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, η υφιστάμενη κατά τον αναιρεσείοντα έλλειψη των αιτιολογιών της ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα, εις τρόπον ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις περί "παντελούς ελλείψεως" (ΟλΑΠ 32/1996) και αφετέρου, διότι με τον λόγο αυτόν, υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, υπό τις προαναφερθείσες, στο σύνολό τους, πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της (και δη την απαιτούμενη σαφή, πλήρη αιτιολογία της, την οποία άλλωστε ούτε ο αναιρεσείων εξειδικεύει, κατά τα προεκτεθέντα), εξαιτίας παντελούς ελλείψεως αιτιολογιών αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και με πληρότητα και σαφήνεια το αποδεικτικό της πόρισμα ότι η γενόμενη παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της από 23.07.2019 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 444/2019 αιτήσεώς του, ενόψει του ότι ο καθ' ου η ανακοπή αντέλεξε με το σημείωμά του, δεν ήταν έγκυρη, ώστε να δικαιολογείται έτσι η έρευνα της βασιμότητας της εν λόγω αιτήσεως από το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας καθώς και η επιβολή εις βάρος του αναιρεσείοντος των εξόδων καταθέσεως του σημειώματος που έγιναν από τον καθ' ου, με την παραδοχή ότι αυτά δεν έγιναν από υπερβολική πρόνοια του τελευταίου καθότι ήταν αναγκαία για την διεξαγωγή της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων και ότι πρέπει να γίνει δεκτό το αντίστοιχο αίτημά του, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου της διατάξεως του άρθρου 68 του ΚΠολΔ (ως και εκείνης του άρθρου 189 παρ. 2 περ.
β του ΚΠολΔ) την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς αιτιολογίες. Αρκούσαν δε προς τούτο και δικαιολογούσαν την έρευνα της βασιμότητας της άνω αιτήσεως, ως προς το παραπάνω ζήτημα, οι συνοπτικές μεν, πλην σαφείς παραδοχές του Εφετείου ότι, "κρίθηκε με την υπ' αριθμόν 81/2020 απόφαση ότι η με το από 21-01-2020 σημείωμα γενόμενη παραίτηση από το δικόγραφο της με αριθμό καταθέσεως 444/2019 του ανακόπτοντος (αιτούντος) δεν τυγχάνει έγκυρη διότι ο καθ' ου η ανακοπή (καθ' ου η αίτηση) προέβαλε αντιρρήσεις δηλώνοντας με το από 24.01.2020 σημείωμά του ότι επιθυμεί την περάτωση της δίκης με έκδοση αποφάσεως έχοντας πρόδηλο προς τούτο έννομο συμφέρον...
Η κατά τον ανωτέρω τρόπο παραίτηση από το δικόγραφο της με αριθμ. εκθ. καταθ. 444/2019 αίτησης δεν τυγχάνει έγκυρη, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν έγινε κατά τους ανωτέρω τρόπους που ορίζονται αποκλειστικά (δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται) πριν την έναρξη της συζήτησης, οι οποίοι εφαρμόζονται και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αλλά μετά τη συζήτηση και κατά την ορισθείσα από το Δικαστή, προθεσμία υποβολής σημειωμάτων....
Επομένως και δεδομένου ότι ο καθ' ου η ανακοπή αντέλεξε με το σημείωμα (βλ. φύλλο 3° της ανωτέρω απόφασης), η γενόμενη από το νυν ανακόπτοντα παραίτηση δεν ήταν έγκυρη ,γεγονός που είχε ως συνέπεια ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας έπρεπε να προβεί σε εξέταση της βασιμότητας της αίτησης, όπως και έπραξε, και συνακόλουθα τα έξοδα κατάθεσης σημειώματος που έγιναν από τον καθ' ου η ανακοπή δεν ήταν από υπερβολική πρόνοια αλλά ήταν αναγκαία για τη διεξαγωγή της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων (αριθμ.
εκθ. καταθ. 444/2019 αίτησης) και κατά συνέπεια ορθά επιβλήθηκαν στο νυν ανακόπτοντα τα δικαστικά έξοδα του νυν καθ' ου η ανακοπή ποσού 250,00 ευρώ". Επομένως, ο τέταρτος, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
3.Η.- Ενόψει τούτων, η πρώτη, από 10.01.2023, αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Γ. Μ., στην οποία δεν περιλαμβάνεται άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο, κατά το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά του (άρθρο 106 του ΚΠολΔ) πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
4.- Επί της δεύτερης -από 06.03.2023- αιτήσεως αναιρέσεως του καθ' ου η ανακοπή Β.-Σ. Π.
4.Α.- Από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θράκης, σε συνέχεια των παραπάνω παραδοχών του, πλην των όσων εκτέθηκαν για την έρευνα της πρώτης ως άνω αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με το ζήτημα της ακυρότητας της αναγκαστικής εκτελέσεως κατά το μέρος που αφορά στα δικαστικά έξοδα που επιδικάσθηκαν με την υπ αριθμόν 212/2020 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, το οποίο ερευνάται με τον κάτωθι αναιρετικό λόγο, και τα ακόλουθα:
"..Περαιτέρω η υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 37/2020 αίτηση αναστολής, η οποία προσδιορίσθηκε να δικασθεί κατά τη δικάσιμο της 18-2-2020 αναβλήθηκε λόγω αποχής δικηγόρων για τη δικάσιμο της 19-5-2020 κατά την οποία ματαιώθηκε κατ' εφαρμογή της ΚΥΑ ΔΙ.α/ΓΠ.δικ.30340/15-5-2020 και επαναπροσδιορίθηκε οίκοθεν δυνάμει της υπ'αριθμ.287/2020 Πράξης του Προέδρου Πρωτοδικών Καβάλας για τη δικάσιμο της 7-7-2020 (βλ. σημειώσεις επί του δικογράφου αυτής του Προέδρου της έδρας και την υπ' αριθμ. 287/3-6- 2020 Πράξη αυτού). Ο ανακόπτων, δεν επέδωσε ποτέ στον καθ' ου την ανωτέρω αίτηση, γεγονός το οποίο συνομολογεί (βλ. σελίδα 13 ανακοπής) αλλ' ούτε βέβαια προσκομίσθηκε έκθεση επίδοσης ή αντίγραφο επιδοθέντος δικογράφου της αίτησης από τους διαδίκους. Επί της με αριθμ. εκθ. κατάθ. 37/2020 αίτησης αναστολής που δικάστηκε στις 7-7-2020, ερήμην του ήδη ανακόπτοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 212/2020 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που απέρριψε την αίτηση διότι δεν πιθανολογούνταν η εμπρόθεσμη και νομότυπη άσκηση της με αριθμ. εκθ. καταθ. ...-2019 ανακοπής και του με αριθμ. εκθ. καταθ. 265/30-8-2019 δικογράφου προσθέτων λόγων λόγω μη προσκόμισης αντιγράφου ανακοπής και πρόσθετων λόγων και έκθεσης επίδοσής αυτών, και καταδίκασε τον ανακόπτοντα στη δικαστική δαπάνη του καθ' ου η ανακοπή ποσού 200,000 ευρώ, κατά παραδοχή αιτήματος του τελευταίου που υποβλήθηκε με το σημείωμά του......
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι πριν τη συζήτηση στις 7 (και 14)-7-2020 των υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 37 (και 142)/2020 αιτήσεων του νυν ανακόπτοντος αντίστοιχα είχε ήδη εκδοθεί η υπ' αριθμ. 155/20-5-2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών) η οποία επιδόθηκε στον καθ' ου η ανακοπή στις 12-6-2020 (βλ, την υπ' αριθμ. ...-2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Ξάνθης), η οποία είχε κρίνει επί της με αριθμ.
εκθ. καταθ. .../2019 ανακοπής και των με αριθ. εκθ. καταθ. 265/2019 /πρόσθετων λόγων αυτής με αίτημα την ακύρωση της επισπευδόμενης, δυνάμει της από 10-6-2019 επιταγής προς εκτέλεσης κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου της υπ' αριθμ ..../2009 συμβολαιογραφικής πράξης λύσης μίσθωσης της συμβολαιογράφου Ξάνθης Σ. Ε. Α. και είχε ακυρώσει την από 10- 6-2019 επιταγή προς εκτέλεση για την αναστολή της οποίας ο ανακόπτων είχε καταθέσει τη με αριθμ.
εκθ. καταθ. 37/2020 αίτηση αναστολής. Επομένως η παράσταση του καθ' ου η ανακοπή (καθ' ου η αίτηση) κατά τη δικάσιμο της 7-7-2020 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας ερήμην του ανακόπτοντος (αιτούντος), παρά το γεγονός ότι είχε ήδη ακυρωθεί η από 5-6-2019 επιταγή προς εκτέλεση δυνάμει της οποίας επισπευδόταν εκτέλεση, γεγονός το οποίο γνώριζε, καθιστούσε την συζήτηση της ανωτέρω 37/2020 αίτησης αναστολής με αντικείμενο την αναστολή της επισπευδόμενης με την από 5-6-2019 επιταγή, εκτέλεσης χωρίς έννομο συμφέρον για τους διαδίκους αυτής καθόσον η επιταγή ως πράξη εκτέλεσης είχε ήδη ακυρωθεί από την έκδοση της υπ' αριθμ. 155/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και συνεπώς η εκδίκαση της αίτησης αναστολής δε συνδέεται με οποιαδήποτε προσδοκώμενη ωφέλεια από την αναστολή της εκτέλεσης.
Συνακόλουθα τα έξοδα στα οποία προέβη ο καθ' ου η ανακοπή έγιναν από υπερβολική πρόνοιά του με αποτέλεσμα η απαίτηση δικαστικών εξόδων ποσού 200,00 ευρώ που επιδικάσθηκαν με την υπ' αριθμ. 212/2020 απόφαση είναι άκυρη και επομένως κατά το ποσό αυτό η επισπευδόμενη εκτέλεση είναι άκυρη (ακολουθεί παραπομπή σε νομολογία)" ....
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος ανακοπής προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη ανακοπή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. ...-2020 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Ξάνθης Β.
Β. που επισπεύδεται δυνάμει των υπ' αριθμ. 81, 211 και 212/2020 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και των από 5-6-2020, 1-9-2020 και 1-9-2020 επιταγών κατά τα ποσά των 200 ευρώ που επιδικάσθηκαν ως δικαστικά έξοδα με την υπ' αριθμ. 212/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν τον δεύτερο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατ' ουσίαν τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε την ανακοπτόμενη έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως και την από 01.09.2020 επιταγή προς πληρωμή κατά το ποσό των 200 ευρώ που είχαν επιδικασθεί ως δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσείοντος με την υπ' αριθμόν 212/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
4.Β.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια (και όχι του άρθρου 560, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για την συζήτηση της από 22.01.2020 και με αριθμό καταθέσεως 37/2020 αιτήσεως αναστολής του ανακόπτοντος για την προσωρινή ρύθμιση καταστάσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 212/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, έγιναν από υπερβολική πρόνοιά του, παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα της ανακοπτόμενης εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως καθ' ο μέρος αφορά στην είσπραξη της δικαστικής δαπάνης ύψους 200 ευρώ που είχε επιδικασθεί υπέρ του με την ως άνω απόφαση, αφού η απαίτησή του ερείδονταν σε νόμιμο εκτελεστό τίτλο και δη στην ως άνω τελεσίδικη απόφαση ως προς την διάταξή της περί της δικαστικής δαπάνης, αλλά και διότι το Εφετείο όφειλε να προσδώσει πλήρη αποδεικτική δύναμη στην ομολογία του ανακόπτοντος ότι αυτός δεν παραστάθηκε κατά την συζήτηση της άνω αιτήσεώς του, ενώ αν έκρινε ορθώς έπρεπε να απορρίψει ως απαράδεκτη την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις προηγούμενες -υπό το στοιχείο 3.Α.- νομικές σκέψεις, οι αποδιδόμενες πλημμέλειες αναφέρονται σε ουσιαστικό απαράδεκτο, όπως είναι και οι διατάξεις περί των δικαστικών εξόδων που έγιναν από υπερβολική πρόνοια του διαδίκου, και δεν συνδέονται με παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, ώστε να ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
4.Γ.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά τα διαλαμβανόμενα στην υπό το στοιχεία 3.Α. νομική σκέψη. Κατά την διάταξη του άρθρου 934 παρ. 4 του ΚΠολΔ, που επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή: "1.
Αν αφορά ελαττώματα από την σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και την δημοσίευση του αποσπάσματος της σχετικής κατασχετήριας έκθεσης κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την απαίτηση ή σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ' ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης.
Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής......2. Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης". Δηλαδή για το παραδεκτό, εν προκειμένω, των αντιρρήσεων, ήτοι της ανακοπής κατά της εκτελέσεως της διατάξεως ως προς τα δικαστικά έξοδα αποφάσεως που διατάσσει (ή ανακαλεί) ασφαλιστικά μέτρα ή απορρίπτει τέτοια αίτηση, όπως εν προκειμένω, η οποία δικάζεται με την τακτική διαδικασία με τις αποκλίσεις των άρθρων 933 επ.
του ΚΠολΔ, η ανακοπή αυτή πρέπει να ασκηθεί σύμφωνα με το άρθρο 934, μέσα στα χρονικά όρια που τάσσονται από την τελευταία διάταξη, αφού με την πάροδο άπρακτων των ορίων αυτών, τυχόν ακυρότητα της αναγκαστικής εκτελέσεως για οποιονδήποτε και οποτεδήποτε προβαλλόμενο λόγο καλύπτεται, αποτέλεσμα που συνάδει στο πνεύμα της τελευταίας διατάξεως, με την οποία σκοπείται με το απαράδεκτο, το οποίο προβλέπει, αφενός η αποφυγή παρελκύσεως της διαδικασίας της εκτελέσεως και η ταχεία άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, ώστε να μην αποδυναμώνονται οι εκτελεστοί τίτλοι με την καθυστέρηση της εκτελέσεώς τους και αφετέρου η μη παρεμπόδιση του δικαιώματος ανταποδείξεως του καθ' ου η ανακοπή.
Οι κατά το άρθρο 934 παρ.1 του ΚΠολΔ οριζόμενες προθεσμίες για το παραδεκτό της κατά το άρθρο 933 ανακοπής (και των προσθέτων αυτής λόγων), είναι δικονομικές, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η πάροδός τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της οικείας πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας (ΟλΑΠ 12/2009, ΑΠ 1948/2022, ΑΠ 261/2017, ΑΠ 905/2011).
Ακόμη, κατά την διάταξη του άρθρου 933 παρ. 4 του ΚΠολΔ "αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 633 παράγραφος γ', αντίστοιχα". Όταν, όμως, ο εκτελεστός τίτλος, δυνάμει του οποίου επισπεύδεται η εκτέλεση, είναι απόφαση ασφαλιστικών μέτρων σχετικά με την εκτέλεση της διατάξεώς της ως προς τα δικαστικά έξοδα, οι αποφάσεις αυτές (όπως και οι προσωρινές διαταγές του άρθρου 691 Α παρ. 1 του ΚΠολΔ) συνιστούν εκτελεστούς τίτλους υπαγόμενους στην κατηγορία των διαταγών και πράξεων του άρθρου 904 παρ. 2 περ.
ζ' του ΚΠολΔ και όχι σε εκείνη της περίπτωσης α' της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, με συνέπεια να μην υπάγονται στους αποδεικτικούς περιορισμούς του άρθρου 934 παρ. 4 (και 5) του ΚΠολΔ. Οι δε αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων (όπως και οι προσωρινές διαταγές του άρθρου 691 Α παρ. 1 του ΚΠολΔ), είναι διαπλαστικές, έχουν προσωρινή ισχύ και δεν επηρεάζουν την κύρια υπόθεση (κατά το άρθρο 695 του ΚΠολΔ), οι δε απορριπτικές παράγουν προσωρινό δεδικασμένο, το οποίο δεν δεσμεύει ούτε κωλύει την κύρια δίκη μεταξύ των διαδίκων (ΑΠ 1782/2022, ΑΠ 1291/2019, ΑΠ 891/2011, ΑΠ 618/2003).
Η δε υφιστάμενη περί την αναγκαστική εκτέλεση διαφορά επιλύεται οριστικώς με την έκδοση αποφάσεως επί της κύριας δίκης, που ανοίγεται με την προς αυτό από το άρθρο 933 του ΚΠολΔ ανακοπή (αντιρρήσεις) κατά της εκτελέσεως του καθ' ού η εκτέλεση οφειλέτη.
4.Δ.- Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ομοίως την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια (και όχι του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, κατά το άρθρο 933 παρ. 4 του ΚΠολΔ, τον πρώτο λόγο της ανακοπής ως προς την επιδίκαση δικαστικών εξόδων με βάση την υπ' αριθμόν 211/2020 ανέκκλητη απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, ισχυριζόμενος ότι οι προβαλλόμενοι με τον λόγο αυτό ισχυρισμοί του ανακόπτοντος που αναφέρονται στην εν λόγω απαίτησή του για τα δικαστικά έξοδα αντιβαίνουν στο δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω ανέκκλητη απόφαση κατά το άρθρο 330 του ΚΠολΔ, δεχόμενο εσφαλμένως το Εφετείο, αφενός ότι ο ισχυρισμός του περί υπάρξεως δεδικασμένου είναι μη νόμιμος και αφετέρου ότι οι εκτελεστοί τίτλοι των υπ' αριθμούς 81/2020, 211/2020 και 210/2020 αποφάσεων για τα δικαστικά έξοδα υπάγονται στη διάταξη της παρ. 2 περ. ζ' του άρθρου 904 του ΚΠολΔ.
4.Ε.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θράκης, σε συνέχεια των παραπάνω παραδοχών του, πλην των όσων εκτέθηκαν για την έρευνα της αντίθετης πρώτης αναιρέσεως και του πρώτου ως άνω λόγου αναιρέσεως, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με το ζήτημα του παραδεκτού της προβολής του πρώτου λόγου της ανακοπής, το οποίο ερευνάται με τον κάτωθι αναιρετικό λόγο, και τα ακόλουθα: "Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις που αναφέρονται στην μείζονα σκέψη και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Παραδεκτά δε προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας του άρθρου 934παρ.1α καθόσον κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου αφορά την ύπαρξη της απαίτησης και όχι καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Με δεδομένο ότι οι εκτελεστοί τίτλοι δυνάμει των οποίων επισπεύδεται εκτέλεση είναι οι υπ' αριθμ. 81, 211 και 212/2020 αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας ως προς τις δικαστικές δαπάνες αυτών, οι οποίες συνιστούν εκτελεστούς τίτλους που ανήκουν στην περίπτωση διαταγών και πράξεων του άρθρου 904 παρ. 2 ζ' και όχι του 904 παρ. 2α, (παραπομπή σε θεωρία), αυτές (αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων) δεν υπάγονται στους αποδεικτικούς περιορισμούς του άρθρου 933 παρ. 4, 5 ΚΠολΔ (παραπομπή σε θεωρία), ενώ ο ισχυρισμός περί ύπαρξης δεδικασμένου που απορρέει από τις ανωτέρω αποφάσεις τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος διότι οι εκδιδόμενες αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων είναι διαπλαστικές, έχουν προσωρινή ισχύ και παράγουν προσωρινό δεδικασμένο (παραπομπή σε θεωρία), ενώ οι απορριπτικές όπως εν προκειμένω, παράγουν προσωρινό δεδικασμένο ως προς τη διάγνωση της ύπαρξη ή της ανυπαρξίας του λόγου στον οποίο στηρίζονται (ακολουθεί παραπομπή σε θεωρία).
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε: α) ότι η προβολή ακυρότητας της αναγκαστικής εκτελέσεως της διατάξεως δικαστικών εξόδων αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων αναφέρεται αποκλειστικώς στην ύπαρξη της απαιτήσεως (και όχι σε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος όπως είχε κριθεί πρωτοδίκως), β) ότι, εντεύθεν, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων η ανακοπή του οφειλέτη (ανακόπτοντος) με την οποία προβάλλεται λόγος ακυρώσεως της αναγκαστικής κατασχέσεως που αφορά την ύπαρξη της απαιτήσεως μπορεί να ασκηθεί εντός σαράντα πέντε ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως και γ) ότι, ενόψει αυτών, ο πρώτος λόγος της ανακοπής (κατά τον οποίο απαραδέκτως επιδικάσθηκε υπέρ του καθ' ου δικαστική δαπάνη), προβλήθηκε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 εδ.
α' του ΚΠολΔ, δοθέντος ότι η ανακοπτόμενη έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως, όπως τούτο προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, επιδόθηκε στον ανακόπτοντα στις 11.09.2020 και η ανακοπή του τελευταίου κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 26.10.2020 και επιδόθηκε αυθημερόν.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ως παραδεκτό τον πρώτο λόγο της ανακοπής κατά της εκτελέσεως διατάξεως δικαστικών εξόδων της άνω απορριπτικής αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, που αφορούσε την απαίτηση του καθ' ου και ως εκ τούτου μπορούσε να προβληθεί με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ εντός της προθεσμίας που προβλέπεται για την απαίτηση στην διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 α' του ΚΠολΔ, ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 933 παρ. 4, 904 παρ. 2 περ.
α' και 330 του ΚΠολΔ, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ενώ, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 α' του ΚΠολΔ και τις λοιπές ως άνω διατάξεις των άρθρων 933 και 904 παρ. 2ζ του ΚΠολΔ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες. Και τούτο, διότι: α) σε περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων οι αντιρρήσεις (ανακοπή) του οφειλέτη με την οποία ο τελευταίος προβάλλει, όπως εν προκειμένω, λόγους ακυρότητας της αναγκαστικής εκτελέσεως που αφορούν στην ύπαρξη της απαιτήσεως (ή στην απόσβεσή της) μπορεί να ασκηθούν εντός σαράντα πέντε ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως, β) οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει των οποίων επισπεύδεται εν προκειμένω η εκτέλεση των διατάξεών τους ως προς τα δικαστικά έξοδα, αποτελούν μεν εκτελεστούς τίτλους κατά το άρθρο 904 του ΚΠολΔ, ανήκουν όμως στην περίπτωση ζ' της παρ. 2 του άρθρου 904 (και όχι σε εκείνη της παρ. 2 περ.
α') και έτσι δεν υπάγονται στους αποδεικτικούς περιορισμούς του άρθρου 933 παρ. 4 του ΚΠολΔ, ενώ γ) οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, είναι διαπλαστικές, καθόσον δεν στηρίζονται σε αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσεως του ουσιαστικού δικαίου, και κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 695 του ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη προς εκείνες των άρθρων 332, 693, 696 και 698 του ΚΠολΔ, έχουν προσωρινή ισχύ και δεν επηρεάζουν την κύρια υπόθεση, οι δε απορριπτικές παράγουν προσωρινό δεδικασμένο ως προς την διάγνωση της υπάρξεως του λόγου επί του οποίου στηρίζονται.
Επομένως, το προσωρινό δεδικασμένο που απορρέει από την επικαλούμενη ως άνω απορριπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας δεν δεσμεύει ούτε κωλύει, κατά τα προεκτεθέντα, την κύρια δίκη μεταξύ των διαδίκων και η απόφαση αυτή, έχοντας εκδοθεί κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, είχε προσωρινή ισχύ και δεν επηρέαζε την κύρια υπόθεση, μη παράγοντας επ' αυτής ουσιαστικό δεδικασμένο, όπως ορθώς δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Επομένως, ο δεύτερος, εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για παρά το νόμο ακύρωση πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας, με τον οποίον ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
4.Δ.- Ενόψει τούτων, η δεύτερη, από 06.03.2023, αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Β.-Σ. Π., στην οποία δεν περιλαμβάνεται άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρο 106 του ΚΠολΔ) πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την ένωση και συνεκδικάζει: 1) την από 10.01.2023 αίτηση του ανακόπτοντος Γ. Μ. και 2) την από 06.03.2023 αίτηση του καθ' ου η ανακοπή Β.-Σ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 313/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Απορρίπτει την πρώτη, από 10.01.2023, αίτηση αναιρέσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την δεύτερη, από 06.03.2023, αίτηση αναιρέσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ