1973/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης (σύμφωνα με την υπ' άριθ. 75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, Εισηγήτρια και Στυλιανό Δαρέλλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1973/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε προκύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1973 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1973/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης (σύμφωνα με την υπ' άριθ. 75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, Εισηγήτρια και Στυλιανό Δαρέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 15 Μαρτίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου N. Α. του A., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γλύκα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 359, 391/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9.10.2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1552/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 9-10-2018 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου A. N. του A. ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ... για αναίρεση της υπ' αριθμ.359, 391/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 315 ετών και εκτιτέα ποινή κάθειρξης 25 ετών και χρηματική ποινή 3.150.000 ευρώ για την πράξη της μεταφοράς λαθρομεταναστών κατά συναυτουργία (64 τον αριθμό), εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο κατά συρροή, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, ως περιέχουσα μοναδικό λόγο αναίρεσης την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σύμφωνα με το Σύνταγμα και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ., κατ' εκτίμηση του δικογράφου (άρθρα 465 παρ.1 εδ.α, 473 παρ. 1,3, 474 παρ. 1,2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ.).
Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 30 ν.4251/2014 "Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης κλπ διατάξεις" "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της Χώρας ή στο έδαφος κράτους-μέλους της Ε.
Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α. με κάθειρξη μέχρι-δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) έως τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β. με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου η τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού, γ.
με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, δ. με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν στην περίπτωση γ' επήλθε θάνατος".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματώνεται, με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους, από τα πρόσωπα που (μεταξύ άλλων) αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο έδαφος της ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας τη μη νόμιμη είσοδο τους στο ελληνικό έδαφος, ενώ για την κατάφαση της υποκειμενικής του υπόστασης απαιτείται δόλος, αρκεί δε και ενδεχόμενος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι καταρχάς αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Όταν όμως πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε προκύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ.359,391/2017 απόφασής του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ήτοι από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, από τις από 30-7-2015 εκθέσεις κατάσχεσης και παράδοσης του Αρχικελευστή Λ.
Σ. Ι. Σ., τις από 30-7-2015 εκθέσεις σωματικής έρευνας του ιδίου Αρχικελευστή, από την απολογία του κατηγορουμένου και από την όλη αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Στον κάτωθι αναφερόμενο τόπο και χρόνο, διευκόλυνε με πλωτό μέσο τη μεταφορά, από κοινού με τρίτο άτομο, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της Χώρας.
Συγκεκριμένα, στη θαλάσσια περιοχή (διεθνή ύδατα) μεταξύ νήσου ... και νήσου ... (στίγμα Φ: 38° 35 9 β λ:025° 05' 5°), στις 27-7-2015, επιβίβασε και διευκόλυνε τη μεταφορά μαζί με τον T. Z. με ιστιοφόρο σκάφος, χρώματος μπλε, αγνώστων λοιπών στοιχείων, από παραλιακή, μη επακριβώς προσδιορισθείσα, τοποθεσία της περιοχής της ...
της ....και με προορισμό την ..., εξήντα τέσσερα (64) άτομα συριακής και κουρδικής καταγωγής (42 άνδρες, 12 γυναίκες και 10 παιδιά μικρής ηλικίας), που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, είχαν δε καταβάλει για το σκοπό αυτό επτά χιλιάδες δολάρια ΗΠΑ ο καθένας. Το εν λόγω ιστιοφόρο, ενώ βρισκόταν στη θαλάσσια περιοχή που αναφέρεται παραπάνω, έμεινε ακυβέρνητο, εξαιτίας βλάβης (βραχυκύκλωμα) της μηχανής αυτού, η οποία προκάλεσε συνεχόμενη εισροή υδάτων σε αυτό, με αποτέλεσμα να κινδυνεύσει άμεσα η ζωή των επιβαινόντων, ο κίνδυνος δε αυτός αποτράπηκε, διότι οι επιβαίνοντες κάλεσαν το κέντρο επιχειρήσεων του Λιμενικού Σώματος, το οποίο έδωσε εντολή και περισυνελέγησαν αυτοί από το διερχόμενο δεξαμενόπλοιο (Δ/Ξ) με το όνομα "...", σημαίας ..., ο πλοίαρχος του οποίου M.
A. συνέταξε λίστα των επιβαινόντων ("LIST OF REFUGEES") καταγράφοντας τα ονόματα, την ηλικία, το φύλο και την εθνικότητα εκάστου. Το πλοίο "..." αγκυροβόλησε την 30-7-2015 και περί ώρα 00.45' στο αγκυροβόλιο … και όλοι οι παράνομοι μετανάστες μετεπιβιβάστηκαν, με μέριμνα της Λιμενικής Αρχής … σε λάντζες, αποβιβάστηκαν με ασφάλεια στην ακτή … και μεταφέρθηκαν με λεωφορεία της Ακτοφυλακής στη Διεύθυνση Αλλοδαπών για τις περαιτέρω ενέργειες και την παροχή υπηρεσιών πρώτης ανάγκης.
Στην κατοχή του κατηγορουμένου κατά τον έλεγχο από τα αρμόδια όργανα ευρέθησαν και κατασχέθηκαν το χρηματικό ποσό των 550 ευρώ και των 100 τουρκικών λιρών, τέσσερις αποδείξεις χρηματικών συναλλαγών και μια ταμπλέτα μάρκας LENOVO, όπως αποδεικνύεται από την αναγνωσθείσα από 30-7-2015 έκθεση κατάσχεσης και παράδοσης.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνονται και από τις αναγνωσθείσες ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων M. A. και K. V. που εξετάσθηκαν κατά την προανάκριση με διερμηνέα τον Β. Κ., Υποπλοίαρχο του Λιμενικού Σώματος. Ειδικότερα, ο τελευταίος που ήταν Ύπαρχος στο Δ/Ξ ... χαρακτηριστικά καταθέτει ότι την 30 -7-2015 του ζήτησε ένας λιμενικός να μιλήσει στη ρωσική γλώσσα, που είναι η μητρική του, με έναν από τους μετανάστες, ότι τον ρώτησε στα ρωσικά πώς τον λένε και αυτός κατάλαβε την ερώτηση και του απάντησε, πως τον λένε Ν., ότι το όνομα αυτό σίγουρα δεν είναι ρωσικό, ότι του απάντησε πως είναι από το Τουρκμενιστάν, ότι είναι ο ιδιοκτήτης του μπλε ιστιοφόρου, το οποίο βρήκαν τους μετανάστες, ότι όταν τον ρώτησε αν είναι ο καπετάνιος του ιστιοφόρου, εκείνος φάνηκε μπερδεμένος, δεν απάντησε και έκανε μια γκριμάτσα, ότι του είπε, όμως, πως μέσα στο ιστιοφόρο του είχε ένα φίλο με μακρύ μούσι και σκουλαρίκι, ότι ακολούθως εκείνος (μάρτυρας) μίλησε στο δεύτερο άτομο με τα μούσια στα αγγλικά, αλλά δεν "του" απαντούσε σαν να μην γνώριζε τη γλώσσα και ρωτούσε μέσω άλλου ατόμου που πηγαίνουν, ενώ μετά από λίγο άρχισε να μιλά κανονικά αγγλικά, ότι του έκανε εντύπωση αυτό, ότι, όταν τον ρώτησε αν είναι φίλος με τον προηγούμενο που είπε ότι ήταν ιδιοκτήτης του σκάφους, του κούνησε το κεφάλι καταφατικά.
Περαιτέρω, ο μάρτυρας υπερασπίσεως Α. H. A., που εξετάστηκε, αφού τον πρότεινε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατέθεσε ότι γνωρίζει τον πατέρα του κατηγορουμένου, ο οποίος τον ενημέρωσε για την υπόθεση και ότι "θεωρεί ό,τι έκανε το έκανε από επιπολαιότητα...", ότι τον κατηγορούμενο τον είδε ένα μήνα πριν το συμβάν μια φορά και τότε είχε μούσι και σκουλαρίκι, ότι έμενε παράνομα στην Ελλάδα σε κάποιον που έφτιαχνε αραβικά φαγητά, ότι τον είχε επισκεφθεί για να του ζητήσει εργασία, ότι ήθελε να φύγει από την Ελλάδα και να πάει στη ….
Αντίθετα προς τα ανωτέρω, ο κατηγορούμενος απολογούμένος, χωρίς να παρέχει κάποια περαιτέρω εξήγηση ή άλλες διευκρινήσεις επί των κατατεθέντων από τον άνω μάρτυρα περιστατικών, αρνήθηκε την κατηγορία που του αποδίδεται και δήλωσε ότι δεν είχε έλθει ποτέ στην Ελλάδα ούτε γνωρίζει τον ανωτέρω μάρτυρα - μολονότι ο ίδιος τον πρότεινε- ο οποίος επιβεβαίωσε την τέλεση της αποδιδόμενης σε αυτόν αξιόποινης πράξης, την οποία απέδωσε απλώς σε επιπολαιότητα του κατηγορουμένου.
Επιπροσθέτως, η περιγραφή των χαρακτηριστικών του κατηγορουμένου από τους ανωτέρω ταυτίζεται απολύτως με τα χαρακτηριστικά της φωτογραφίας του στο διαβατήριο του. Τέλος, το ιστιοφόρο με το οποίο μεταφέρθηκαν οι μετανάστες δεν ήταν προορισμένο για να μεταφέρει τόσο μεγάλο αριθμό ατόμων, στερείτο σωστικών μέσων και δεν παρείχε οποιαδήποτε ασφάλεια για θαλάσσιο ταξίδι τέτοιας απόστασης, ο δε κίνδυνος για τη ζωή των επιβαινόντων αποτράπηκε με ενέργειες του Λιμενικού Σώματος.
Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν την αξιόποινη πράξη της μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στη Χώρα, τους οποίους παρέλαβε από σημείο των εξωτερικών συνόρων για να τους προωθήσει στο εσωτερικό της Χώρας, από την οποία πράξη μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος για άνθρωπο, αποδείχθηκαν πλήρως και πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής κατά το διατακτικό, την πράξη δε αυτή τέλεσε από κερδοσκοπία, ήτοι αντί ποσού 7.000 δολαρίων Η ΠΑ, το οποίο εισέπραξε από καθένα από τους λαθρομετανάστες για τη μεταφορά που θα πραγματοποιούσαν και περαιτέρω κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δεδομένου ότι από την υποδομή που είχε διαμορφώσει (χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή σε συνδυασμό με συνεννόηση, μέσω συσκευής κινητού τηλεφώνου, με τρίτα πρόσωπα για τον καθορισμό της πορείας και την ολοκλήρωση του πλου του ιστιοφόρου σκάφους) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Από την πράξη του δε αυτή μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος για άπαντες τους επιβαίνοντες στο ιστιοφόρο σκάφος, ενόψει του ότι αυτό έμεινε στην προαναφερθείσα θαλάσσια περιοχή ακυβέρνητο, εξαιτίας βλάβης (βραχυκύκλωμα) της μηχανής αυτού, η οποία προκάλεσε συνεχόμενη εισροή υδάτων στο σκάφος." Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης δέκα πέντε (15) ετών για καθένα μεταφερόμενο άτομο και χρηματική ποινή διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για καθένα μεταφερόμενο άτομο και συνολικά σε ποινή κάθειρξης 315 ετών και χρηματική ποινή 3.150.000 ευρώ, όρισε δε εκτιτέα ποινή για τον κατηγορούμενο τα 25 έτη, με το ακόλουθο διατακτικό: " στον κάτωθι αναφερόμενο τόπο και χρόνο, από κοινού ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο με τον T.
Ζ. διευκόλυνε την δια πλωτού μέσου μεταφορά από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, ενήργησε δε εκ κερδοσκοπίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια ενώ από την ανωτέρω πράξη μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Συγκεκριμένα, στη θαλάσσια περιοχή (διεθνή ύδατα) μεταξύ νήσου ...
και νήσου ... (στίγμα Φ: 38°35 9 β λ:025° 05' 5°) εντός της ελληνικής Επικράτειας, στις 27-7-2015, διευκόλυνε τη μεταφορά από κοινού με τον T. Z. με ιστιοφόρο σκάφος, χρώματος μπλε, αγνώστων λοιπών στοιχείων, από άγνωστη παραλιακή τοποθεσία της περιοχής της ... της … και με προορισμό την …, εξήντα τέσσερα (64) άτομα συριακής και κουρδικής καταγωγής (42 άνδρες, 12 γυναίκες και 10 παιδιά μικρής ηλικίας), που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος και τα οποία αναφέρονται σε, εμπεριεχόμενη στη σχηματισθείσα δικογραφία, λίστα ("List of refugees") που συνέταξε ο πλοίαρχος του δεξαμενόπλοιου (Δ/Ξ) "...", το οποίο περισυνέλεξε άπαντες τους επιβαίνοντες στο προαναφερθέν ιστιοφόρο σκάφος, που είναι οι ακόλουθοι : (ακολουθεί λίστα 64 ονομάτων με τα παραπάνω στοιχεία).
Την πράξη δε αυτή τέλεσε από κερδοσκοπία, ήτοι αντί ποσού 7.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο εισέπραξαν από κοινού με τον Τ. Ζ. από έκαστο λαθρομετανάστη για τη μεταφορά που θα πραγματοποιούσαν και περαιτέρω κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δεδομένου ότι από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει (χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή σε συνδυασμό με συνεννόηση, μέσω συσκευής κινητού τηλεφώνου, με τρίτα πρόσωπα για τον καθορισμό της πορείας και την ολοκλήρωση του πλου του ιστιοφόρου σκάφους) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Από την πράξη του δε αυτή μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος για άπαντες τους επιβαίνοντες στο ιστιοφόρο σκάφος, ενόψει του ότι αυτό έμεινε στην προαναφερθείσα θαλάσσια περιοχή ακυβέρνητο, εξαιτίας βλάβης (βραχυκύκλωμα) της μηχανής αυτού, η οποία προκάλεσε συνεχόμενη εισροή υδάτων στο σκάφος." Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η δικαστική κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη Χώρα, αφού στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων, με τον τρόπο της διευκόλυνσης μεταφοράς τους δια πλωτού μέσου και δη με το προσδιοριζόμενο ιστιοφόρο σκάφος από άγνωστη παραλιακή τοποθεσία της περιοχής της ...
της … στην …, από κοινού με τρίτο πρόσωπο που κατονομάζεται και κατά συρροή, εφόσον αφορά σε 64 άτομα συριακής και κουρδικής καταγωγής, όπως αυτά καταγράφηκαν στα αρχεία του δεξαμενόπλοιου "...", σημαίας ..., από τον πλοίαρχο αυτού, ο οποίος συνέταξε κατάλογο των επιβαινόντων του ιστιοφόρου που περισυνέλεξαν με το όνομα, την ηλικία, το φύλο και την εθνικότητα εκάστου, ο οποίος (κατάλογος) ενσωματώνεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ενήργησε δε αυτός από κερδοσκοπία, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από την πράξη του αυτή, για την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο (άρθρο 30 παρ.1 περ.γ' ν.4251/2014). Για την κατάφαση της περί ενοχής κρίσεως του δικαστηρίου, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αναφερόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το είδος και την κατηγορία τους, αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που αποτελούν τις παραδοχές του, στα οποία στήριξε τη δικαστική του πεποίθηση και περιέχονται οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στις προμνημονευόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Ειδικότερα, το ανωτέρω Δικαστήριο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις δύο ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας M. A. και K. V., οι οποίοι αποτελούσαν το πλήρωμα του δεξαμενόπλοιο "... ", το οποίο περισυνέλεξε τους άτυχους πρόσφυγες που είχαν ναυαγήσει, χωρίς να αγνοήσει τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, παρά την ιδιαίτερη μνεία που κάνει περί αυτών στο σκεπτικό του.
Δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή ή να γίνεται ειδική μνεία του τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ούτε, επίσης, έπρεπε να αναφέρει ειδικότερα στοιχεία για το δόλο του αναιρεσείοντος αφού αυτός ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την αντικειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για την υποκειμενική υπόσταση του οποίου ο νόμος αρκείται στην ύπαρξη κοινού (όχι άμεσου ή υπερχειλούς) δόλου, καταφάσκεται δε αποδεικτικά από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική για το δόλο αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το ως άνω Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί τον ισχυρισμό του περί μεταβολής της κατηγορίας σε απλή συνέργεια στην πράξη, την απόρριψη του οποίου δεν αιτιολόγησε, είναι αβάσιμη, εφόσον το Δικαστήριο με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το υπόψη έγκλημα, στο οποίο τον καταδίκασε.
Ενόψει των ανωτέρω, οι αντίθετες αιτιάσεις που με τον λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλονται για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. Εξάλλου, οι διαλαμβανόμενες στον αναιρετικό αυτόν λόγο ειδικότερες αιτιάσεις περί την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, υπό το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και μη στοιχειοθέτησης της, κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά της στοιχεία, πράξης του άρθρου 30 παρ.1 περ.
β'και γ' του ν.4251/2014, προσβάλλουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα δικαστική κρίση και είναι απαράδεκτες.
Ως προς την επιβληθείσα ποινή, όμως, θα πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του κυρωθέντος με τον ν.4619/2019 (ΦΕΚΑ'95/11-6-2019) και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του νόμου) Ποινικού Κώδικα "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".
Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση (in concreto) και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου. Επιεικέστερος είναι ο νόμος όταν διαφοροποιεί το πραγματικό του κανόνα δικαίου, εφόσον εκ τούτου ωφελείται ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 511 εδ. τελ. και 514 Κ.Π.Δ., όπως αυτός ισχύει από 1-7-2019 μετά την κύρωσή του με τον ν.4620/2019 (ΦΕΚΑ'96/11-6-2019- βλ. άρθρο δεύτερο του νόμου) προκύπτει, ότι στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς όσον αφορά στα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και στην προβλεπόμενη κύρια ή παρεπόμενη ποινή, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 2 παρ.1 Π.Κ., το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και μάλιστα ανεξάρτητα από την εμφάνιση του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας.
Ευμενέστερη είναι η ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου κατά τη διάταξη του άρθρου 52 του Νέου Π.Κ., η οποία καθιέρωσε διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης από πέντε μέχρι δέκα πέντε έτη και συνεπώς, μειώθηκε το ανώτατο όριο αυτής. Εξάλλου, στο άρθρο 13 του νέου Π.Κ. καταργήθηκε η περίσταση της "κατά συνήθεια τέλεσης " του εγκλήματος, εφόσον, κατά τις σύγχρονες αντιλήψεις, η ροπή του εγκληματία στην τέλεση ενός εγκλήματος δηλώνει ανικανότητα αυτού να αντισταθεί, που πρέπει να εκτιμηθεί υπέρ του και όχι εναντίον του, συνεπώς, καταργουμένης της σχετικής επιβαρυντικής περίστασης, υφίσταται ευνοϊκότερη αντιμετώπιση για τον κατηγορούμενο.
Τέλος, στο άρθρο 94 παρ.1 του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα ορίζεται ότι: "1. Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσοτέρων εγκλημάτων που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη.
Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ιδίου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο κάθε συντρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι έτη, όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη και τα οκτώ έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση".
Η διάταξη αυτή είναι ευμενέστερη σε σχέση με την αντίστοιχη προϊσχύσουσα, καθόσον με αυτήν: α) καταργείται το ελάχιστο όριο επαύξησης της ποινής βάσης για κάθε συντρέχουσα ποινή, β) το ανώτατο όριο της επαύξησης μειώνεται στο 1/2 αντί των 3/4 κάθε συντρέχουσας ποινής που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, γ) μειώνονται τα ανώτατα όρια της συνολικής ποινής από τα 25 έτη στα 20 έτη σε περίπτωση κάθειρξης και από τα 10 έτη σε 8 έτη σε περίπτωση φυλάκισης.
Εξάλλου, καταργήθηκε το άρθρο 4 και το προβλεπόμενο από το άρθρο 74 του προϊσχύσαντος Π.Κ. μέτρο της απέλασης αλλοδαπού.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, που ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών που δεν είχαν το δικαίωμα εισόδου στη χώρα τελεσθείσα κατά συναυτουργία εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, κατά συρροή, η οποία τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα πέντε (15) ετών (άρθρο 30 παρ.1 περ. β' και γ' Ν.4251/2014) και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) Ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, πρέπει, κατ1 αυτεπάγγελτη εφαρμογή κατά τα άρθρα 2 παρ.1 ΠΚ και 511 εδ. τελ. ΚΠΔ. των προαναφερόμενων ευμενέστερων διατάξεων των άρθρων 52, 94 παρ. 1 και 13 του ΠΚ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την επιβολή ποινής, τον καθορισμό συνολικής ποινής και την εκτιτέα συνολική ποινή.
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ιδίου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης ερευνά αυτεπαγγέλτως. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 του κυρωθέντος με τον ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 Νέου Π.Κ. μεταξύ άλλων και
I) η υπό στοιχείο α'1 που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα",
II) η υπό στοιχείο β' που συνίσταται στο "ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης,
III) η υπό στοιχείο ε' που συνίσταται στο "ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του". Κατά το άρθρο 84 παρ.2 α1 του ισχύοντος κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης Π.Κ., θεωρείτο ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, κατά δε το άρθρο 84 παρ.2 ε' θεωρείτο ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά από την πράξη του, ενώ δεν υφίσταται διαφοροποίηση στη διατύπωση του άρθρου 84 παρ.2 β'.
Κριτήριο επομένως για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης υπό στοιχ. α" είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυναμένου να κρίνει στο πλαίσιο και τους ορισμούς του άρθρου 178 Κ.Π.Δ.
Εν όψει των ανωτέρω, η νυν διάταξη είναι προφανώς επιεικέστερη της ισχυσάσης προηγουμένως, αφού με τη νέα διάταξη αυτή διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, δεδομένου ότι αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου του "έντιμης" ζωής υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία του ατόμου στο πλαίσιο της προσωπικής ή οικογενειακής του ζωής και να αναδεικνύεται ο υπεύθυνος πολίτης που συμμορφώνεται στον νόμο.
Επίσης, η υπό στοιχείο ε' νυν διάταξη που αξιολογεί την καλή συμπεριφορά μετά την πράξη ως ελαφρυντική περίσταση ακόμη και όταν υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλακής, είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας. Ανεξαρτήτως τούτων, η συνδρομή περισσότερων ελαφρυντικών περιστάσεων, επιφέρει πλέον περαιτέρω μείωση της επιβαλλόμενης ποινής, εφαρμοζομένης της αρχής της αναλογικότητας, κατά τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 83, 84 και 85 του Π.Κ., όπως νυν ισχύουν μετά την κύρωση του Νέου Π.Κ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α', ε" και β'Π.Κ. (πρότερου έντιμου βίου, μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς και ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια).
Το δικαστήριο απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς. Ειδικότερα: Α) αναφορικά με την αιτηθείσα ελαφρυντική περίσταση της μη ύπαρξης ταπεινών αιτίων στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε το εξής σκεπτικό: "Όπως αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος διευκόλυνε τη μεταφορά των ως άνω μεταναστών χωρίς να απειληθεί από κάποιον και χωρίς άσκηση βίας από τρίτους εναντίον του, αλλά αντίθετα αυτός ενήργησε ως άνω αποδεχόμενος τον κίνδυνο ζωής που διέτρεχαν οι επιβαίνοντες κατά τη ουδενί κρίνεται ικανό να θεμελιώσει μη ταπεινά κίνητρα του κατηγορουμένου".
Το Δικαστήριο της ουσίας με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 β' Π.Κ., τον οποίο είχε υποβάλει ο κατηγορούμενος, σύμφωνα και με τις παραδοχές της απόφασης που έκρινε ένοχο αυτόν, ήδη αναιρεσείοντα, για τις κρινόμενες πράξεις, συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του τελευταίου, οι οποίες περιλαμβάνονται στο πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού που εδράζεται στο άρθρο 84 παρ.2 β' του Π.Κ., είναι αβάσιμες.
Και Β) Αναφορικά με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' του ΠΚ για την απόρριψη των οποίων το Εφετείο, διέλαβε τα εξής : "Ειδικότερα, ο συνήγορος ανέφερε ότι 1) ο κατηγορούμενος, όπως αποδεικνύεται από το ευρισκόμενο στη δικογραφία ποινικό του μητρώο, το οποίο επικαλείται έζησε έως το χρόνο που έγινε το αδίκημα έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή, δεν έχει απασχολήσει ποτέ τις αρχές, ούτε έχει ποτέ καταδικαστεί για οποιοδήποτε αδίκημα και 2) μετά την πράξη του επέδειξε πολύ καλή διαγωγή.
Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αόριστοι, καθόσον, ως προς μεν τον στηριζόμενο στο άρθρο 84 παρ.2 εδ.α' Π.Κ. (πρότερος έντιμος βίος), ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται επαρκή στοιχεία προς θεμελίωσή του, αφού δεν αρκεί για τη θεμελίωση του πρότερου εντίμου βίου η ανυπαρξία άλλης καταδίκης, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην πιο πάνω διάταξη, ως προς δε τον στηριζόμενο στο άρθρο 84 παρ.2 εδ.ε' Π.Κ.
ισχυρισμό (μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά), ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται και πάλι στοιχεία που να τον θεμελιώνουν, πέραν του ότι δεν υπέπεσε σε άλλο αδίκημα και ότι έχει επιδείξει καλή διαγωγή κατά τη διάρκεια της κράτησής του", σύμφωνα με τα προεκτεθέντα συντρέχει περίπτωση εφαρμογής αυτεπαγγέλτως, κατά τα άρθρα 2 παρ.1 Π.Κ.
και 511 εδ. τελ. Κ.Π.Δ., των επιεικεστέρων διατάξεων των αντίστοιχων άρθρων του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει: Α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει κατ' αυτεπάγγελτη από τον Άρειο Πάγο εφαρμογή των προαναφερθεισών επιεικέστερων για τον αναιρεσείοντα διατάξεων α) ως προς την επιβολή ποινής και τον καθορισμό της συνολικής τοιαύτης για τις πράξεις του άρθρου 30 παρ.1 περ.β' και γ' του ν.4251/2014, καταργηθείσας της επιβαρυντικής περίστασης της κατά συνήθεια τέλεσης, των ορίων της κάθειρξης και διαφοροποιηθέντων των όρων καθορισμού συνολικής ποινής επί των συρρεόντων εγκλημάτων, πλην όμως διατηρούμενων κατά τα παραπάνω των περιστάσεων της κατ' επάγγελμα τέλεσης και του κινδύνου που προέκυψε για άνθρωπο και β) ως προς τις διατάξεις της για την απόρριψη των ισχυρισμών περί της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α'και ε' ΠΚ. Και Β) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές (άρθρο 522 ΚΠΔ), απορριπτόμενης κατά τα λοιπά της αιτήσεως αναίρεσης. Τέλος, ενόψει της κατάργησης με το νέο ΠΚ του άρθρου 74 που προέβλεπε την απέλαση αλλοδαπού, πρέπει η σχετική διάταξη να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ.359, 391/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς και δη κατά τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής, καθορισμού συνολικής ποινής και συνολικής εκτιτέας ποινής, περί απόρριψης του ισχυρισμού περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' Π.Κ., καθώς και ως προς το μέτρο ασφαλείας της απέλασης από τη Χώρα μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυσή του από τις φυλακές και την απαγόρευση επανεισόδου αυτών στη χώρα για δέκα (10) έτη.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως.
Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση την διάταξη που αφορά την απέλαση του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος από τη Χώρα μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυσή του από τις φυλακές και την απαγόρευση επανεισόδου αυτού στη χώρα για δέκα (10) έτη.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 9.10.2018 αίτηση αναίρεσης του A. N. του A. και Η. που γεννήθηκε στη Συρία για αναίρεση της υπ' αριθμ. 359, 391/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ