Legislator Case Law & Legislation
1973/2017 AI generated

1973/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1973/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1973/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 23-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των, δευτέρου και τρίτου λόγων, της από 7-10-2015 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της 1586/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Keywords

AI generated
driving without authorization extreme speeding offence excessive speed traffic offence fitness to drive offenses against legal certainty
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1973 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1973/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 2) Δ. Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Δικαίο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χρόνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 238/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1586/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-10-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 23-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των, δευτέρου και τρίτου λόγων, της από 7-10-2015 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της 1586/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ’ άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρος ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Ο δε προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες, που σχετίζονται με την διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι για το ένδικο ατύχημα ευθύνονται οι οδηγοί των αυτοκινήτων με ποσοστό 50% έκαστος, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος και της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 23 παρ. 2 του ΚΟΚ, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την υπαγωγή, στις πιο πάνω διατάξεις, των, γενομένων δεκτών απ’ αυτή, πραγματικών περιστατικών.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 17-5- 2012 και περί ώρα 07:50 π.μ., ο δεύτερος ενάγων Δ. Τ. (ηλικίας 68 ετών) οδηγώντας το υπ’ αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο (εργοστασίου κατασκευής NISSAN τύπου ΝΑVARA), ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος Α. Κ., εκινείτο επί της διπλής κατευθύνσεως επαρχιακής οδού ..., στην περιοχή ..., με κατεύθυνση από Σκάλα Ωρωπού προς Αθήνα και πλησίαζε στο ύψος του 39,40 χλμ. της άνω οδού, όπου υπήρχε στα αριστερά, κατά την πορεία του, κάθετη, ανώνυμη ασφάλτινη οδός, που οδηγεί προς τον οικισμό της Μαλακάσας.

Την ίδια στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος Ι. Κ. (ηλικίας 39 ετών), οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (εργοστασίου κατασκευής HONDA, τύπου CIVIC), που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", εκινείτο ομόρροπα και πίσω από το αυτοκίνητο των εναγόντων.

Η άνω επαρχιακή οδός, στο ανωτέρω σημείο, είναι ευθεία και οριζόντια, έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνεχή, διπλή, διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή, που διακόπτεται στη συμβολή των άνω οδών, συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,20 μ. και ασφάλτινου ερείσματος, που υπάρχει στο άκρο δεξιό της οδού και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, 0,60 μ.

Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χλμ/ώρα, οριζόμενο με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα (Ρ-32). Κατά τον ως άνω χρόνο, που ήταν ημέρα, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η κατάσταση της οδού ξηρά και η κυκλοφορία πεζών μηδενική και οχημάτων κανονική, η δε ορατότητα δεν περιοριζόταν (βλ. ιδίως το προσκομιζόμενο πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος και την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τ.Τ.

Καπανδριτίου). Όταν ο δεύτερος ενάγων έφθασε στο ύψος της συμβολής των άνω οδών και προτιθέμενος να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου, διασχίζοντας το αντίθετο προς Σκάλα Ωρωπού ρεύμα πορείας, να εισέλθει στην ως άνω ανώνυμη ασφάλτινη οδό και να κατευθυνθεί προς τη Μαλακάσα, πλησίασε στον κεντρικό άξονα του οδοστρώματος και άρχισε να εκτελεί την προς τα αριστερά στροφή.

Τη στιγμή αυτή, ο πρώτος εναγόμενος, επιχειρώντας προσπέρασμα από αριστερά των προπορευομένων του οχημάτων, είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας της άνω επαρχιακής οδού, με αποτέλεσμα να προσκρούσει, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του, στο οπίσθιο αριστερό μέρος του ΙΧΦ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο δεύτερος ενάγων, το οποίο, κατά την εκτέλεση του προς τα αριστερά ελιγμού, είχε λάβει αριστερή κλίση, εισερχόμενο στο αντίθετο ρεύμα πορείας.

Λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, το τελευταίο αυτό όχημα (ΙΧΦ αυτοκίνητο) ωθήθηκε προς τα αριστερά, κατά την πορεία του και, στρεφόμενο περί τον άξονά του, ακινητοποιήθηκε στο ασφάλτινο έρεισμα του προς Σκάλα Ωρωπού ρεύματος πορείας, παράλληλα προς τον άξονα της οδού και με το μέτωπο προς την κατεύθυνση του ρεύματος αυτού, ενώ το ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, περιστρεφόμενο και αυτό περί τον άξονά του, προσέκρουσε και πάλι, με το οπίσθιο αριστερό τμήμα του, στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του ήδη ακινητοποιημένου ΙΧΦ αυτοκινήτου των εναγόντων και τελικά ακινητοποιήθηκε κάθετα, με μέτωπο προς τον άξονα της οδού, με το οπίσθιο τμήμα του στο ασφάλτινο έρεισμα, σε μικρή απόσταση από το εμπρόσθιο τμήμα του ΙΧΦ αυτοκινήτου και το εμπρόσθιο τμήμα του εντός του προς Σκάλα Ωρωπού ρεύματος πορείας, με συνέπεια να υποστούν εκτεταμένες βλάβες τα συγκρουσθέντα οχήματα και να τραυματισθεί ο δεύτερος ενάγων (βλ.

ιδίως την προσκομιζόμενη έκθεση αυτοψίας του Τ.Τ. Καπανδριτίου, όπου αναφέρονται οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των δύο ως άνω οχημάτων σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος μετά τη σύγκρουση, με τα συγκρουσθέντα οχήματα στις τελικές θέσεις τους, όπως περιγράφονται ανωτέρω).

Υπό τις ανωτέρω αποδειχθείσες συνθήκες του ένδικου ατυχήματος, η πρόκληση αυτού και η επέλευση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια των ως άνω οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος από αμέλειά του, ήτοι λόγω ελλείψεως της προσήκουσας σε κάθε συνετό οδηγό προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του αυτοκινήτου του, ενόψει και του ότι προσπερνούσε τα προπορευόμενα αυτού οχήματα, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα της άνω επαρχιακής οδού, μολονότι το προσπέρασμα αυτό απαγορευόταν, αφού υπήρχε συνεχής διπλή διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή, γεγονός που έπρεπε να τον καθιστά ιδιαίτερα προσεκτικό και χωρίς να βεβαιωθεί ότι η ενέργειά του αυτή δεν θα προκαλούσε κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της επαρχιακής οδού, ενώ παράλληλα είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα περί τα 100 χλμ/ώρα, που υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα (άρθρα 12 § 1, 16 § 4, 17 § 1 και 20 § 1 του ΚΟΚ), με αποτέλεσμα, κινούμενος στο αντίθετο ρεύμα πορείας, κατά το προσπέρασμα των προπορευομένων οχημάτων, να μην προλάβει να εκτελέσει κάποιον αποφευκτικό ελιγμό η να διακόψει διά τροχοπεδήσεως την πορεία του, αλλά να επιπέσει στο ΙΧΦ αυτοκίνητο των εναγόντων, που εκτελούσε ελιγμό προς τα αριστερά και να προκληθεί το ατύχημα που περιγράφηκε ανωτέρω.

Στο ανωτέρω όμως αυτοκινητικό ατύχημα και στην επέλευση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του συνετέλεσε και πταίσμα του δεύτερου ενάγοντος, οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, συνιστάμενο στο ότι από αμέλειά του, ήτοι λόγω ελλείψεως της προσήκουσας σε κάθε συνετό οδηγό προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του αυτοκινήτου του, προτιθέμενος δε να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, για να εισέλθει στην ως άνω ανώνυμη ασφάλτινη οδό, επιχείρησε τον προς τα αριστερά ελιγμό, χωρίς να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, με τη θέση σε λειτουργία του αντίστοιχου δείκτη κατεύθυνσης του οχήματός του (αριστερού φλας) και χωρίς προηγουμένως να ελέγξει με προσοχή την κίνηση των κινουμένων επί της άνω επαρχιακής οδού οχημάτων και να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο ασφαλώς, χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, κατεύθυνση και ταχύτητά τους, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί το κινούμενο ομόρροπα, πίσω από αυτόν, ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, που επιχειρούσε εκείνη τη στιγμή προσπέραση από αριστερά των προπορευομένων του οχημάτων και είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, το οποίο επρόκειτο να διασχίσει κάθετα, να παρεμβληθεί αιφνιδίως στην πορεία του και να προκληθεί το ατύχημα που περιγράφηκε ανωτέρω (άρθρα 12 § 1, 21 § 1 και 23 § 2 του Κ.O.K.).

Το ποσοστό ευθύνης των άνω οδηγών στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και στην επέλευση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του πρέπει να προσδιοριστεί σε 50% για τον καθένα. Κατόπιν τούτων, η ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του δεύτερου ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και στον τραυματισμό του, κατά ποσοστό 50%, που προβλήθηκε πρωτοδίκως, προβάλλεται δε και τώρα στην κατ’ έφεση δίκη, νόμιμη κατ’ άρθρο 300 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου Α.Κ, του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την υπαιτιότητα έκαστου οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος και στην επέλευση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε έκαστος οδηγός στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβιάσεις των διατάξεων του ΚΟΚ, με τις οποίες βαρύνεται έκαστος οδηγός και συγκεκριμένα ο οδηγός του ΙΧΕ, για να πραγματοποιήσει προσπέραση των προπορευομένων αυτού αυτοκινήτων ενώ αυτό απογορευόταν λόγω διπλής διαχωριστικής γραμμής, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς να βεβαιωθεί ότι η ενέργειά του αυτή δεν θα προκαλούσε κίνδυνο για τους λοιπούς οδηγούς και εκινείτο με ταχύτητα άνω των 100 χιλ/ώρα καθ’ υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου των 50 km την ώρα, και ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου ο οποίος επιχείρησε τον προς τα αριστερά ελιγμό χωρίς να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή με τη θέση σε λειτουργία του αντιστοίχου δείκτη κατευθύνσεως του αυτοκινήτου του, και χωρίς να ελέγξει με προσοχή την κίνηση των λοιπών αυτοκινήτων επί της άνω επαρχιακής οδού, και να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πραγματοποιήσει τον ελιγμό χωρίς κίνδυνο των λοιπών οδηγών.

Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους πρώτο και δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Καθ’ όσο μέρος όμως, υπό το πρόσχημα της επίκλησης της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, ο δεύτερος λόγος, κατά τη δεύτερη αιτίασή του είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο σκέλος του προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 περίπτωση γ’ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη "τα (υπό του πρώτου αναιρεσείοντος) προσαχθέντα και επικληθέντα έγγραφα, τιμολόγια, αποδείξεις αγοράς τούτου, τα πρόσθετα που έχει τοποθετήσει επ’ αυτού, κυρίως δε την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως" για τον προσδιορισμό της αξίας του αυτοκινήτου. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, η ποινική δικογραφία, οι φωτογραφίες, καθώς και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ κατά την οποία "οι αιτιολογίες τις οποίες προβάλει προκειμένου να καταλήξει στον προσδιορισμό της αξίας του φ/γ αυτοκινήτου τυγχάνουν παντελώς αόριστες και ανεπαρκείς".

Στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον μέρος τα εξής: "Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι το ως άνω υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος Α. Κ., ήταν εργοστασίου κατασκευής NISSAN, τόπου NAVARA, κοινό, ανοικτό, μη ανατρεπόμενο φορτηγό, διπλής καμπίνας, πετρελαιoκίνητο, μικτού βάρους 2.805 Kg και ωφέλιμου 499 Kg, που κυκλοφόρησε το πρώτον στις 11-3-2008 και είχε έδρα το ..., εχρησιμοποιείτο δε για τη μεταφορά φυσικών άμμων και επεξεργασμένων λίθων (βλ.

την προσκομιζόμενη άδεια κυκλοφορίας του σε φωτοτυπία). Κατά το χρόνο του ατυχήματος διατηρείτο σε καλή κατάσταση και είχε διανύσει περί τα 50.000 χιλιόμετρα (βλ. την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρα των εναγόντων) και η αγοραία αξία του ανερχόταν, με βάση την κατάστασή του κατά το χρόνο της σύγκρουσης, στο ποσό των 16.000 ευρώ (βλ.

ιδίως την προσκομιζόμενη από τους εναγομένους από 21-6-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα τροχαίων ατυχημάτων Ε. Φ.. σε συνδυασμό με τις συνημμένες στην άνω έκθεση ιστοσελίδες του περιοδικού αυτοκινήτων "car" με τιμές αυτοκινήτων της ίδιας μάρκας, παλαιότητας και λοιπών προδιαγραφών με αυτό του ενάγοντος).

Το εν λόγω αυτοκίνητο υπέστη, κατά το ένδικο ατύχημα, εκτεταμένες ζημίες, το κόστος αποκατάστασης των οποίων (αγορά ανταλλακτικών και αμοιβή εργασιών επισκευής του), υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ. Επομένως, το ως άνω. όχημα θεωρείται από οικονομοτεχνικής άποψης ως ολοσχερώς κατεστραμμένο, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους (βλ.

την ως άνω έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης). Ως εκ τούτου ο πρώτος ενάγων ζημιώθηκε κατά το ποσό της προ του ατυχήματος αγοραίας αξίας του αυτοκινήτου του, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι μεταβλήθηκε μέχρι το χρόνο συζήτησης της αγωγής του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ανερχόμενη στο ως άνω ποσό των 16.000 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 500 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία των υπολειμμάτων του εν λόγω αυτοκινήτου, ποσό που ο ίδιος ο ενάγων αφαιρεί από την αιτούμενη από αυτόν για την ανωτέρω αιτία αποζημίωση και, συνακόλουθα, ο τελευταίος έχει ζημιωθεί κατά το υπόλοιπο ποσό των 15.500 ευρώ, το οποίο πρέπει να μειωθεί, κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του δευτέρου ενάγοντος, οδηγού, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του άνω οχήματος, που κρίθηκε ανωτέρω (50%)...".

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι αιτιολογίες της αποφάσεως, όσον αφορά τον προσδιορισμό της αξίας του αυτοκινήτου είναι πλήρεις, ούτως ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν διά πληρεξουσίου δικηγόρου και κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-10-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...2015) αίτηση για αναίρεση της 1586/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία όριζε σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Και

Διατάζει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο με αριθμούς ... (Δημοσίου) και ... (ΤΑΧΔΙΚ)

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ