1973/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1973/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 14 § 1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώνταςτους νόμους του Κράτους, ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται. Επίσης, κατά το άρθρο 10 § 1 της ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 52/1974) "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1973 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1973/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Α. Τ. του Σ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητάς του, 2. Ι. Β. του Χ., κατοίκου ..., 2. Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 4.Κ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., οι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τεγόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως, χωρίς την σύμπραξη πληρεξουσίου δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Απριλίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4946/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2286/2013 του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30 Οκτωβρίου 2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 17 Μαρτίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων και πληρεξούσιος των λοιπών αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Τ., που προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνισή του κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε αυτός στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 226 § 4 εδ. γ' και δ', 575 εδ. β' και 576 § 2).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2286/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των από 28-12-2009 και 7-6-2011 εφέσεων του των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου αντίστοιχα κατά της υπ' αριθμ. 4946/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 13-4-2006 αγωγή του τελευταίου.
Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).
Κατά το άρθρο 14 § 1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώνταςτους νόμους του Κράτους, ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται. Επίσης, κατά το άρθρο 10 § 1 της ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 52/1974) "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως.
Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 § 2 της ΕΣΔΑ (και 19 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, Ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο μόνο § 1 του N.1178/1981, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχουν στον συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή τον διευθυντή συντάξεως του εντύπου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και η υπόληψη, δηλαδή η κοινωνική αξία κάθε ανθρώπου, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στην αντίληψη και την εντύπωση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι:
α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 § 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα (Ολ.
ΑΠ 2/2008). Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57§2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ, που μπορεί να περιέχονται και σε δημοσίευμα εφημερίδας, αφού η κατοχυρωμένη με το άρθρ. 14 §§ 1 και 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρ. 25 § 3 του Συντάγματος).
Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρ. 361-363 ΠΚ και επομένως με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με δημοσιεύματα εξυβριστικά ή δυσφημιστικά για το άτομο. Ειδικότερα κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.
Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Ωστόσο ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 § 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.
Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (ΠΚ 367 § 1γ ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και κοινωνική αποστολή του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, όπως προπάντων είναι οι δημοσιογράφοι, αλλά και γενικότερα όσοι κάνουν χρήση του τύπου για τη δημοσίευση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.
Έτσι είναι επιτρεπτά για τα πρόσωπα αυτά δημοσιεύματα προς ενημέρωση του κοινού, ακόμη και αν περιέχουν οξεία κριτική και δυσμενείς σε βάρος τους χαρακτηρισμούς. Κατ' εξαίρεση όμως το αποτέλεσμα αυτό της άρσης του αδίκου της απλής δυσφήμησης δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 § 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος παρέχει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Τέλος μορφές υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (ΑΠ 19/2012, 170/2010) Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Η πρώτη εναγόμενη είναι ιδιοκτήτρια της εφημερίδας "ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ", με πανελλήνια κυκλοφορία, στην οποία ο δεύτερος εναγόμενος είναι εκδότης, ο τρίτος εναγόμενος δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης, στα καθήκοντα του οποίου ανήκει η επιμέλεια και η διάρθρωση της ύλης της εφημερίδας και ο έλεγχος του περιεχομένου των καταχωρηθέντων σε αυτή άρθρων και ο τέταρτος εναγόμενος δημοσιογράφος και υπεύθυνος του ένθετου στο κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας περιοδικού "ON OFF", με καθήκοντα ανάλογα με αυτά του διευθυντή.
Στο ένθετο αυτό περιοδικό "ON OFF" του φύλλου της άνω εφημερίδας, που κυκλοφόρησε στις 13 Μαρτίου 2005, ημέρα Κυριακή, δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο "ΤΟ ΒΡΩΜΙΚΟ 98", συντάκτης του οποίου είναι ο πέμπτος εναγόμενος. Στο ως άνω άρθρο αναφέρεται ειδικότερα ότι: "Το Βρώμικο 98. Η ΕΡΤ δε μας δείχνει ποτέ τι έγινε στο Μπέρμπινχαμ, εφτά χρόνια πριν.
Κι όμως παραλίγο να φτάσει η ...χάρη μας ως τον Μπλερ! Το 1998 είναι σαν να μην υπάρχει για την αναδρομή της ΕΡΤ στους διαγωνισμούς της Γιουροβίζιον. Το βλέπουμε κάθε χρόνο η Μαρινέλα ανοίγει τη αναδρομή σε ασπρόμαυρο τόνο, γίνεται μία μεγάλη στάση στο "μάθημα σολφέζ" και μετά οι αναμνήσεις γίνονται έγχρωμες με νότες που επανέρχονται κάθε χρόνο γύρω στο Μάρτιο.
Όπως, το εμβατήριο της παρέλασης. Ωστόσο το 1998 έχει διαγραφεί πλήρως. Κανείς δεν θυμάται την ελληνική συμμετοχή εκείνης της χρονιάς. Και δεν αποκλείεται στην ΕΡΤ να έχουν καταστρέψει ακόμα και το αρχειακό υλικό. Κρίμα γιατί η υπόθεση είναι εξοργιστικά φαιδρή. Το βρώμικο 98, λοιπόν, ο διαγωνισμός φιλοξενήθηκε στο Μπέρμπιγχαμ της Βρετανίας και η ΕΡΤ αποφάσισε να επιλέξει τραγούδι με δημοκρατικές διαδικασίες, ζητώντας τη ψήφο των τηλεθεατών.
Το αποτέλεσμα εξέπληξε πολλούς, όχι όμως και όσους παρακολουθούσαν από στενά την πορεία του Γ. Β. από την ΙΝΤΡΑΚΟΜ και τον Flash μέχρι το Μπέρμπιγχαμ. Τελικά η Δ. Κ. και το συγκρότημα "Θ." κατέλαβαν την τελευταία θέση, μεταφέροντας στις αποσκευές τους το δωδεκάρι της Κύπρου. Η αποστολή γύρισε πίσω ταπεινωμένη...
ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΚΑΙ Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ Γ. Β. που παρέμεινε στη Βρετανία ζητώντας να δει τον Τόνι Μπλερ, καταγγέλλοντας και τη σιωνιστική συνωμοσία.. Εκείνη τη χρονιά άλλωστε, κέρδισε το Ισραήλ. Και όμως. Λίγες ημέρες πριν από το διαγωνισμό ο Γ. Β. έκανε όνειρα. Η διαδρομή του έχει ενδιαφέρον. Ξεκίνησε από την ΙΝΤΡΑΚΟΜ και γρήγορα εξελίχθηκε σε προσωπικό τεχνικό του Σ.
Κ., αφού ανελάμβανε τις τηλεπικοινωνιακές εργασίες στην κατοικία του προέδρου. Κάπως έτσι μεταπήδησε και στον Flash ως τεχνικός υποδιευθυντής. Όταν συνέθεσε το τραγούδι "Μία κρυφή ευαισθησία" αποφάσισε να κατακτήσει την Ευρώπη αξιοποιώντας κάθε μέσο που είχε στη διάθεση του. Ο Ολυμπιακός τότε έπαιζε στο ΟΑΚΑ.
Την Κυριακή της ψηφοφορίας για την επιλογή του τραγουδιού οι φίλαθλοι έπαιρναν στα χέρια τους φυλλάδιο που τους προέτρεπε να ψηφίσουν το τραγούδι "του Ολυμπιακού Γ. Β.". Επισήμως η ΠΑΕ δεν είχε καμία ανάμειξη, αλλά επέδειξε ανοχή. Από δίπλα και ο Flash, προωθούσε το τραγούδι όσο ... άντεχαν οι παραγωγοί του σταθμού.
Κάποιες φήμες, που δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ, λένε ότι το βράδυ της ψηφοφορίας υπολογιστές της ΙΝΤΡΑΚΟΜ είχαν ρυθμιστεί ώστε να κάνουν συνεχείς κλήσεις προς το κέντρο που μετρούσε τα τηλεφωνήματα. Αποτέλεσμα: επελέγη ο Β., αποκλείστηκε η Η. (το τραγούδι της "..." έγινε επιτυχία), ο τενόρος Π. και η Μ. Ε.. Το συγκρότημα "Θ." πήγε στην Αγγλία και τα έκανε όπως ακριβώς επιτάσσει ο τίτλος του.
Θ.. Ο Β. απαίτησε να ανέβει στην εξέδρα μαζί με το υπόλοιπο συγκρότημα αλλά έτσι θα ξεπερνούσαν το επιτρεπόμενο όριο ατόμων. Οι Άγγλοι αγρίεψαν. Απείλησαν να τον συλλάβουν. Την επόμενη ο δημιουργός βγήκε στον Flash και ανακοίνωσε ότι θα θέσει το θέμα στον Μπλερ. Έδωσε μάλιστα και εκτενή συνέντευξη σε άλλο σταθμό.
Η Ε. Κ. πρόεδρος του Flash, μόλις που γλίτωσε το εγκεφαλικό, αλλά ο Β. δεν γλίτωσε τη δουλειά του. Σήμερα τα ίχνη του αγνοούνται...". Το παραπάνω άρθρο τέθηκε σε δισέλιδο σχετικό αφιέρωμα στη Γιουροβίζιον, πάνω ακριβώς από το άρθρο που αφορούσε τον επικείμενο διαγωνισμό του 2005 και συνοδευόταν από φωτογραφία που εμφάνιζε βρετανό αστυνομικό έξωθεν οικίας.
Τα όσα αναφέρονται στο παραπάνω δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικά για τον ενάγοντα, ήτοι ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την επαγγελματική και κοινωνική υπόληψη αυτού, καθόσον ο τελευταίος με τα αναφερόμενα στο εν λόγω άρθρο εμφανιζόταν ως ένα. πρόσωπο, που φρόντισε να προωθήσει το τραγούδι του στο διαγωνισμό της Γιουροβίζιον του 1998 με κάθε μέσο που είχε στη διάθεσή του και δη με μη επιτρεπόμενα μέσα και μη Η.
την αξιοκρατία και τους προβλεπόμενους όρους συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό (όπως με τη διανομή φυλλαδίων σε αγώνα Ολυμπιακού πριν την ψηφοφορία στην ΕΡΤ για την επιλογή του τραγουδιού, τα οποία προέτρεπαν τους φιλάθλους να ψηφίσουν το τραγούδι του, με την προώθηση του τραγουδιού μέσω του ραδιοσταθμού Flash πριν τη ψηφοφορία στην ΕΡΤ, με ρυθμισμένους ηλεκτρονικούς υπολογιστές να κάνουν συνεχείς κλήσεις το βράδυ της ψηφοφορίας προς το κέντρο της ΕΡΤ που μετρούσε τα τηλεφωνήματα), αλλά και ως πρόσωπο που κατά τη συμμετοχή του στο διαγωνισμό της Γιουροβίζιον προκάλεσε τελικά προβλήματα, αφενός μεν με το να απαιτήσει να ανέβει στη σκηνή μαζί με το συγκρότημα υπερβαίνοντας τον απαιτούμενο αριθμό ατόμων, με αποτέλεσμα να τον απειλήσουν οι Βρετανοί διοργανωτές ότι θα τον συλλάβουν, αφετέρου δε μετά το διαγωνισμό διότι παρέμεινε στην Μεγάλη Βρετανία για να καταγγείλει στον Τόνι Μπλέρ σιωνιστική συνωμοσία και που εξαιτίας όλων αυτών έχασε τότε τη θέση που κατείχε στο ραδιοσταθμό Flash.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πέμπτος εναγόμενος συνέταξε το παραπάνω άρθρο γνωρίζοντας ότι τα γεγονότα που ανέγραψε σε αυτό για τον ενάγοντα ήταν ικανά να πλήξουν την τιμή και την υπόληψή του και έχοντας τη θέληση να διαδώσει σε τρίτους τα βλαπτικά αυτά για τον ενάγοντα γεγονότα, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος ως εκδότης, ο τρίτος εναγόμενος ως δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης και ο τέταρτος εναγόμενος ως δημοσιογράφος και υπεύθυνος του ένθετου στο κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας περιοδικού "ΟΝ OFF", παρέλειψαν να επιθεωρήσουν την ύλη πριν την δημοσίευσή της, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί στο περιοδικό αυτό και να δημοσιευτεί μέσω της εφημερίδας το προαναφερόμενο επιλήψιμο άρθρο.
Προς άρση του παρανόμου της παραπάνω προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως και εμμένουν με την κρινόμενη έφεσή τους, ότι το επίμαχο δημοσίευμα συνέταξε ο πέμπτος αυτών από δικαιολογημένο ενδιαφέρον στα πλαίσια της άσκησης από αυτόν ως δημοσιογράφου του καθήκοντος ενημέρωσης του κοινού και ειδικότερα, στο πλαίσιο ενός αφιερώματος για τη Γιουροβίζιον στις παραμονές του διαγωνισμού τραγουδιού του έτους 2005 ως μια ιστορική αναδρομή στη χειρότερη ελληνική παρουσία σε συνδυασμό με την προηγούμενη χρονιά που είχε υπάρξει η καλύτερη ελληνική παρουσία στον ετήσιο αυτό ευρωπαϊκό διαγωνισμό τραγουδιού (367 παρ. 1γ' ΠΚ).
Περαιτέρω, οι ίδιοι εναγόμενοι αρνούνται ότι τα αναφερόμενα στο άνω άρθρο συνιστούν συκοφαντική δυσφήμηση και ότι υπήρχε σκοπός εξύβρισης εκ μέρους του συντάκτη του κειμένου, ισχυρισμούς που κατ' αντένσταση προέβαλε ο ενάγων καθ' υποφοράν ήδη από την αγωγή του (367 παρ. 2 ΠΚ). Από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο αποδείχθηκε ότι πράγματι το έτος 1998 ο ενάγων συμμετείχε με το συγκρότημα "Θ." ως συνθέτης και ερμηνευτής του τραγουδιού με τίτλο "..." στον πανευρωπαϊκό διαγωνισμό της Γιουροβίζιον στο Μπέρμπιγχαμ της Μεγάλης Βρετανίας, εκπροσωπώντας την Ελλάδα, όπου σε σύνολο 25 τραγουδιών έλαβε την 20η θέση.
Με τη συμμετοχή αυτή πράγματι είχε ασχοληθεί ο τύπος κατά την εποχή εκείνη με κάποιες εφημερίδες να αναφέρονται στη χειρότερη εμφάνιση της Ελλάδας (βλ. ιδίως τα φύλλα ΝΕΑ της 11-5-1998, ΕΘΝΟΣ της 11-5-1998 και ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ της 11-5-1998), αλλά και σε θλιβερά επεισόδια στο παρασκήνιο του διαγωνισμού της Γιουροβίζιον (βλ.
ιδίως το φύλλο της εφημερίδας ΝΕΑ της 12-5-1998). Ανεξάρτητα, όμως, από τις δημοσιεύσεις του τύπου εκείνη την περίοδο δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω ότι τα αναφερόμενα στο επίμαχο άρθρο περιστατικά συνιστούν αντικειμενικά την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Αλλά και στην περίπτωση που τα περιστατικά αυτά είναι ψευδή δεν αποδείχθηκε ότι ο συντάκτης τους γνώριζε την αναλήθεια.
Ωστόσο, όμως, δεν αίρεται η άδικη πράξη της κατά τα άνω απλής δυσφήμησης (362ΠΚ), αφού πράγματι από το όλο περιεχόμενο του πιο πάνω δημοσιεύματος, διαφαίνεται σκοπός του συντάκτη του να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος. Ειδικότερα, ο συντάκτης του δημοσιεύματος ξεπέρασε κατά πολύ το επιβαλλόμενο μέτρο, αφού θα μπορούσε με άλλες εκφράσεις να αποδώσει το περιεχόμενο αυτού, χωρίς να θιγεί η προσωπικότητα του ενάγοντος.
Η απόδοση στον τελευταίο προθέσεων όπως πχ να συναντήσει τον Μπλερ και να καταγγείλει τη σιωνιστική συνωμοσία, ή πράξεων πχ διανομή φυλλαδίων στους φιλάθλους του Ολυμπιακού, ηλεκτρονικές παρεμβολές στην τηλεψηφοφορία, που καταχωρήθηκαν στο περιεχόμενό του, αλλά ακόμη και ο τίτλος του άρθρου "το βρώμικο 98" και η συνοδεύουσα αυτό φωτογραφία, είτε -μεμονωμένα ληφθούν, είτε συνολικά ενταγμένα στο πιο πάνω δημοσίευμα, περιέχουν το στοιχείο της καταφρόνησης του προσώπου του ενάγοντος, και χρησιμοποιήθηκαν εν γνώσει της υβριστικής τους σημασίας και με σαφή σκοπό προσβολής της τιμής και υπόληψης αυτού.
Το επίμαχο άρθρο θα μπορούσε ευχερώς να έχει συνταχθεί διαφορετικά, με τρόπο που να προσφέρεται για την εξυπηρέτηση του σκοπού που επικαλούνται οι εναγόμενοι (ενημέρωση του κοινού), χωρίς τη προβολή των ισχυρισμών αυτών, οι οποίοι δεν ήταν απαραίτητοι. Ειδικότερα, θα μπορούσε να γίνει αναδρομή στο παρελθόν του διαγωνισμού αυτού με μια συγκριτική επισκόπηση των ελληνικών συμμετοχών στη Γιουροβίζιον, εστιάζοντας στις πιο αποτυχημένες από αυτές και περιγράφοντας τις συνθήκες που διαμόρφωσαν το κακό αποτέλεσμα την κάθε χρονιά.
Έτσι, ο σκοπός εξύβρισης, που αποδείχθηκε ότι είχε ο συντάκτης του άνω δημοσιεύματος, αποκλείει εν προκειμένω να ενήργησε αυτός ως δημοσιογράφος, στα πλαίσια της άσκησης κατοχυρωμένου δικαιώματος της πληροφόρησης του αναγνωστικού κοινού και του καθήκοντος πληροφόρησης της κοινής γνώμης. Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο συντάκτης του επίμαχου άρθρου ενήργησε στα πλαίσια της ενάσκησης του δημοσιογραφικού του καθήκοντος, καθώς και της ενημέρωσης και πληροφόρησης της κοινής γνώμης δεν μπορεί να οδηγήσει στην άρση της παραπάνω (362 ΠΚ) άδικης συμπεριφοράς, κατά ουσιαστική παραδοχή της καθ' υποφοράν προβληθείσας με την αγωγή αντένστασης του ενάγοντος περί ύπαρξης σκοπού εξύβρισης (367 παρ. 2ΠΚ)".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε ότι "...εξαιτίας της προπεριγραφείσας παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος ο τελευταίος υπέστη ηθική βλάβη, εξαιτίας της θλίψης και της στεναχώριας που δοκίμασε και δικαιούται χρηματική ικανοποίηση...." και "...λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής του ενάγοντος, την επαγγελματική του ιδιότητα, τις συνθήκες τέλεσης της προσβολής, το βαθμό του πταίσματος των εναγομένων και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλεται στον ενάγοντα ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 30.000 ευρώ, εκ των οποίων, σύμφωνα με το αίτημά του πρέπει να του επιδικαστεί με καταψηφιστική διάταξη το ποσό των 3.000 ευρώ".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας έλλειψης αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, και τα πραγματικά γεγονότα, που εκείνο δέχθηκε, τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τα αναλυτικώς προεκτιθέμενα.
Ειδικότερα, την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσειόντων και την κατ' ουσίαν παραδοχή της ένδικης αγωγής δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι 1) τα όσα αναφέρονται στο παραπάνω δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικά για τον αναιρεσίβλητο, ήτοι ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την επαγγελματική και κοινωνική υπόληψη αυτού, καθόσον ο τελευταίος με τα αναφερόμενα στο εν λόγω άρθρο εμφανιζόταν ως ένα πρόσωπο, που φρόντισε να προωθήσει το τραγούδι του στο διαγωνισμό της Γιουροβίζιον του 1998 με κάθε μέσο που είχε στη διάθεσή του και δη με μη επιτρεπόμενα μέσα και μη τηρώντας την αξιοκρατία και τους προβλεπόμενους όρους συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό (όπως με τη διανομή φυλλαδίων σε αγώνα Ολυμπιακού πριν την ψηφοφορία στην ΕΡΤ για την επιλογή του τραγουδιού, τα οποία προέτρεπαν τους φιλάθλους να ψηφίσουν το τραγούδι του, με την προώθηση του τραγουδιού μέσω του ραδιοσταθμού Flash πριν τη ψηφοφορία στην ΕΡΤ, με ρυθμισμένους ηλεκτρονικούς υπολογιστές να κάνουν συνεχείς κλήσεις το βράδυ της ψηφοφορίας προς το κέντρο της ΕΡΤ που μετρούσε τα τηλεφωνήματα), αλλά και ως πρόσωπο που κατά τη συμμετοχή του στο διαγωνισμό της Γιουροβίζιον προκάλεσε τελικά προβλήματα, αφενός μεν με το να απαιτήσει να ανέβει στη σκηνή μαζί με το συγκρότημα υπερβαίνοντας τον απαιτούμενο αριθμό ατόμων, με αποτέλεσμα να τον απειλήσουν οι Βρετανοί διοργανωτές ότι θα τον συλλάβουν, αφετέρου δε μετά το διαγωνισμό διότι παρέμεινε στην Μεγάλη Βρετανία για να καταγγείλει στον Τόνι Μπλέρ σιωνιστική συνωμοσία και που εξαιτίας όλων αυτών έχασε τότε τη θέση που κατείχε στο ραδιοσταθμό Flash, 2) ο τέταρτος των αναιρεσειόντων συνέταξε το παραπάνω άρθρο, γνωρίζοντας ότι τα γεγονότα που ανέγραψε σε αυτό για τον αναιρεσίβλητο ήταν ικανά να πλήξουν την τιμή και την υπόληψή του και έχοντας τη θέληση να διαδώσει σε τρίτους τα βλαπτικά αυτά για τον ενάγοντα γεγονότα, ενώ ο πρώτος των αναιρεσειόντων ως εκδότης, ο δεύτερος εξ αυτών ως δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης και ο τρίτος ως δημοσιογράφος και υπεύθυνος του ένθετου στο κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας περιοδικού "ΟΝ OFF", παρέλειψαν να επιθεωρήσουν την ύλη πριν την δημοσίευσή της, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί στο περιοδικό αυτό και να δημοσιευτεί μέσω της εφημερίδας το προαναφερόμενο επιλήψιμο άρθρο, 3) η απόδοση στον αναιρεσίβλητο προθέσεων όπως πχ να συναντήσει τον Μπλερ και να καταγγείλει τη σιωνιστική συνωμοσία, ή πράξεων πχ διανομή φυλλαδίων στους φιλάθλους του Ολυμπιακού, ηλεκτρονικές παρεμβολές στην τηλεψηφοφορία, που καταχωρήθηκαν στο περιεχόμενό του, αλλά ακόμη και ο τίτλος του άρθρου "το βρώμικο 98" και η συνοδεύουσα αυτό φωτογραφία, είτε -μεμονωμένα ληφθούν, είτε συνολικά ενταγμένα στο πιο πάνω δημοσίευμα, περιέχουν το στοιχείο της καταφρόνησης του προσώπου του αναιρεσιβλήτου, και χρησιμοποιήθηκαν εν γνώσει της υβριστικής τους σημασίας και με σαφή σκοπό προσβολής της τιμής και υπόληψης αυτού, 4) το επίμαχο άρθρο θα μπορούσε ευχερώς να έχει συνταχθεί διαφορετικά, με τρόπο που να προσφέρεται για την ενημέρωση του κοινού, όπως αναφορικά δέχθηκε το Εφετείο κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης χωρίς την προβολή των ισχυρισμών αυτών, οι οποίοι δεν ήταν απαραίτητοι και 5) ο σκοπός εξύβρισης, που αποδείχθηκε ότι είχε ο συντάκτης του άνω δημοσιεύματος, αποκλείει εν προκειμένω να ενήργησε αυτός ως δημοσιογράφος, στα πλαίσια της άσκησης κατοχυρωμένου δικαιώματος της πληροφόρησης του αναγνωστικού κοινού και του καθήκοντος πληροφόρησης της κοινής γνώμης.
Κατόπιν τούτων, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ, με αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση από την προσβαλλομένη των άνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι Με το άρθρο 25 § 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 § 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (ΑΚ 914 επ.) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (ΟλομΑΠ 6/2009).
Εξάλλου, το Δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ, μπορεί να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών.
Ο προσδιορισμός από το Δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 703/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής του αναιρεσιβλήτου, την επαγγελματική του ιδιότητα, τις συνθήκες τέλεσης της προσβολής, το βαθμό του πταίσματος των αναιρεσειόντων και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, έκρινε ότι οφείλεται στον αναιρεσίβλητο ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 30.000 ευρώ.
Οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επικαλούμενοι τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλουν ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο το ως άνω ποσό ως χρηματική ικανοποίηση, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 10 § 2 της ΕΣΔΑ, καθώς και τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ.
Έτσι όμως, υπό την επίκληση της παραβίασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων, προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Εξάλλου, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίασή της.
Κατ' ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος στο σύνολό του.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης
. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ