1973/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Α. Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρου Κανδαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated1973/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 190/2004 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 9510/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Full text
Απόφαση 1973 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1973/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρου Κανδαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ' ων η κλήση: 1) Ψ1, 2) Ψ2, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολικής διαδόχου κατόπιν απορρόφησης της αρχικά αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", πρώην "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοπακάκη και κατέθεσε προτάσεις, 4) Ψ4, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 5) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "EUROSTAR AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Πατσούρη και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολικής διαδόχου κατόπιν απορρόφησης της αρχικά αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", πρώην "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κοπακάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων- καθ' ων η κλήση: 1) Χ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρου Κανδαράκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ4, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "EUROSTAR AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Πατσούρη και κατέθεσε προτάσεις.
Γ. Των αναιρεσειόντων: 1) Ψ4, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "EUROSTAR AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Πατσούρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρου Κανδαράκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ1, 3) Ψ2, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολικής διαδόχου κατόπιν απορρόφησης της αρχικά αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", πρώην "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοπακάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Απριλίου 1998 αγωγή του υπό στοιχείο Α. αναιρεσείοντος και υπό στοιχεία Β. και Γ. αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1025/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9510/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο υπό στοιχείο Α. αναιρεσείων και υπό στοιχεία Β. και Γ. αναιρεσίβλητος με την από 10/4/2003 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 190/2004 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 9510/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 522/2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν ο υπό στοιχείο Α. αναιρεσείων με την από 5/4/2005 αίτησή του, οι υπό στοιχείο Β. αναιρεσείοντες με την από 22/2/2005 αίτησή τους και οι υπό στοιχείο Γ. αναιρεσείοντες με την από 2/3/2005 αίτησή τους. Επί των από 5/4/2005 και 22/2/2005 αιτήσεων, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 1739/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση των δύο αυτών αιτήσεων απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση ο υπό στοιχείο Α. αναιρεσείων με την από 8/12/2006 κλήση του, οι υπό στοιχείο Β. αναιρεσείοντες με την από 22/1/2007 κλήση τους και οι υπό στοιχείο Γ. αναιρεσείοντες με την από 24/9/2007 κλήση τους .
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 31/12/2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Γεωργίου Βούλγαρη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή οι κρινόμενες, από 22-2-2005, 2-3-2005 και 5-4-2005, αιτήσεις αναιρέσεως της ίδιας, υπ' αριθμ. 522/2005, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διότι, έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
ΙΙ. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. και 104 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου εμφανίζεται στο δικαστήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικώς απών. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 του ίδιου Κώδικα, εάν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο παριστάμενος ομόδικος του απολιπομένου διαδίκου ή ο αντίδικος αυτού, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο, που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής της στο πινάκιο είναι, ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως, με τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως όταν κατ' αυτή εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, για τον οποίο δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη σχετικής πληρεξουσιότητας, και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επισπεύσεως της συζητήσεως ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η αναγραφή αυτή για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του, για τη νέα δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παρά πόδας των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως, από 22-2-2005, 22-3-2005 και 18-4-2005, αντιστοίχως, πράξεις του Προέδρου του Τμήματος τούτου, ορίστηκε αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών η 7-4-2006, κατά την οποία, όπως περαιτέρω προκύπτει από την επισκόπηση του οικείου πινακίου, οι εκ των αναιρεσιβλήτων στην πρώτη αίτηση Ψ4 και ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "EUROSTAR AE" και ο αυτός άνω αναιρεσίβλητος στην τρίτη αίτηση Ψ4 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γ.
Πέτσο. Κατά τη συνεδρίαση του Τμήματος στη δικάσιμο αυτή η συζήτηση όλων των αιτήσεων αναιρέσεων αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 22-9-2006, κατά την οποία συνεκδικάστηκαν οι δύο αυτές αιτήσεις αναιρέσεως, αλλά οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι σε κάθε αίτηση δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο, οπότε με τη 1739/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως, λόγω μη κλητεύσεως των αναιρεσιβλήτων αυτών.
Η δεύτερη αίτηση δεν εκφωνήθηκε. Με τις από 22-1-2007, 8-12-2006 και 24-7-2007, αντίστοιχα, κλήσεις των αναιρεσειόντων οι τρεις αιτήσεις αναιρέσεως επαναφέρθηκαν προς συζήτηση, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 11-1-2008, οπότε αναβλήθηκαν για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Από τα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση των ως άνω υποθέσεων στη σειρά του οικείου πινακίου:
α) Στην αίτηση αναιρέσεως των Ψ1 κλπ παραστάθηκαν όλοι οι διάδικοι, πλην του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ψ4, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, δεν προκύπτει δε επίσπευση της συζήτησης από αυτόν, ούτε αποδεικνύεται ότι ο ίδιος έχει κλητευθεί με επιμέλεια κάποιου από τους παρόντες διαδίκους.
β) Στην αίτηση αναιρέσεως των Ψ4 κλπ δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες Ψ4 και οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι Ψ1 και Ψ2. Σ' αυτή την επίσπευση για τον Ψ4 επιμελήθηκε ο φερόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ευθύμιος Πατσούρης, όμως δεν προκύπτει ότι είχε πληρεξουσιότητα και άρα είναι άκυρη η επίσπευση για τον ίδιο και για τους απολιπομένους δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους για την αρχική δικάσιμο της αιτήσεως στις 11-1-2008.
Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η από την αρχική ως άνω δικάσιμο αναβολή της συζητήσεως της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως και η εγγραφή της στο πινάκιο για τη δικάσιμο της 31-10-2008 δεν ισχύει ως κλήτευση του πρώτου αναιρεσείοντος και των δευτέρου και τρίτου αναιρεσιβλήτων για την τελευταία δικάσιμο. γ) Στην αίτηση αναιρέσεως του Χ δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ο τέταρτος αναιρεσίβλητος Ψ4.
Η αίτηση αυτή επαναφέρθηκε για συζήτηση με την ως άνω από 8-12-2006 κλήση του αναιρεσείοντος κατά τη δικάσιμο της 11-1-2008, στην οποία, κλήση, ο ανωτέρω απολιπόμενος καθού-αναιρεσίβλητος φέρεται ως κάτοικος ....., στην οδό ..... . Επίδοση σ' αυτόν της εν λόγω κλήσης δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, ούτε προσκομίζεται.
Ο καλών-αναιρεσείων επικαλείται και προσκομίζει τη ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., με την οποία επιχειρήθηκε επίδοση της ..... βεβαίωσης του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, που βεβαιώνει ότι η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης του άνω αναιρεσείοντος κατά τη δικάσιμο της 11-1-2008 αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (31-10-2008).
Αλλά η βεβαίωση αυτή, όπως προκύπτει από την πιο πάνω έκθεση επιδόσεως, επιδόθηκε όχι στην αναφερόμενη στην κλήση του αναιρεσείοντος κατοικία του παραπάνω αναιρεσιβλήτου στη ....., επί της οδού ....., αλλά στη φερόμενη ως (νέα) κατοικία του επί της οδού ..... αρ. ... στο ....., όπου όμως ο δικαστικός επιμελητής, όπως βεβαιώνει, δεν βρήκε κανέναν, αλλά την πόρτα κλειστή και ο ιδιοκτήτης της κατοικίας αυτής τον πληροφόρησε πως ο αναιρεσίβλητος μετώκησε σε άγνωστη διεύθυνση, οπότε και θυροκόλλησε τη βεβαίωση.
Και ναι μεν προκύπτει ότι από το χρόνο της κλήσης, στην οποία ο αναιρεσίβλητος φέρεται ως κάτοικος ....., έως την επίδοση της ανωτέρω βεβαίωσης του Γραμματέα του Αρείου Πάγου μεσολάβησε η προαναφερθείσα από 24-9-2007 κλήση, εκτός άλλης, και του εν λόγω αναιρεσιβλήτου, με την οποία επαναφέρθηκε προς συζήτηση η δική τους αίτηση αναιρέσεως και στην οποία αναγράφεται ως διεύθυνση της κατοικίας του η οδός .....
αρ. ... στο ....., καθώς και η επίδοση της κλήσης αυτής στον αναιρεσείοντα στις 6-11-2007 (βλ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .....), πλην όμως τόσο η κλήση, όσο και η επίδοση καθόσον αφορά τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο δεν είναι έγκυρες διότι την πρώτη την υπογράφει και τη δεύτερη παρήγγειλε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του ο Ευθύμιος Πατσούρης, για τον οποίο κατά τα προεκτεθέντα δεν προσκομίζεται σχετικό πληρεξούσιο.
Επομένως, δεν πρόκειται για έγκυρη αναφορά νέας διεύθυνσης κατοικίας του αναιρεσιβλήτου κατά το άρθρο 119 ΚΠολΔ, ώστε η επίδοση της βεβαίωσης στη διεύθυνση αυτή να είναι έγκυρη κατά το άρθρο 120 του ίδιου Κώδικα. 'Αρα ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν έχει κλητευθεί νομίμως. Κατά συνέπεια, λόγω μη κλητεύσεως των προαναφερόμενων απολιπομένων σε κάθε αίτηση αναιρέσεως διαδίκων, πρέπει η συζήτηση των υποθέσεων να κηρυχθεί απαράδεκτη για όλους τους διαδίκους αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 22-2-2005, 2-3-2005 και 5-4-2006 αιτήσεις των: α) Ψ1 και λοιπών, β) Ψ4 και λοιπών και γ) Χ, αντιστοίχως, περί αναιρέσεως της αυτής 522/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και των τριών ως άνω αιτήσεων αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ