Supreme Court dismisses appeal for vague Article 560 violations in inheritance partition case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision on inheritance partition. The appellant alleged the lower court ignored specific facts regarding the will and ownership claims, but the court found these arguments vague and failed to demonstrate how they would affect the outcome. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1)(a) and 571 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging violation of Article 560(1)(a) must be specific, stating the exact facts found by the lower court and the reasons why they were decisive, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1972 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1972/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Σ. του Ε. και της Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Πολίτη και Εμμανουήλ Αναστασάκη, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Σ. του Χ. και της Χ., κατοίκου ..., 2) Γ. Σ. του Χ. και της Χ., κατοίκου ..., 3) Θ. Σ. του Χ. και της Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Καλλιντερίδου, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σητείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-5-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 11-05-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 161/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, δικάσαντος ως Εφετείο. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση της ερημοδικασθείσας στον πρώτο βαθμό, εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 7/2021 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Σητείας, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια έγινε δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη η, στρεφόμενη κατά της ανωτέρω εναγομένης, διεκδικητική αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζητούσαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου καθένας ενός τμήματος μείζονος ακινήτου αναλυτικά περιγραφόμενου στην αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους το αποδώσει.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ.38/2020, ΑΠ 1551/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, για το ορισμένο αυτών των λόγων, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010).
Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό , από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτεθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ) 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό (ΑΠ 972/2022, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 892/2019).
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).
Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει, εκτός των άλλων, να εκτίθεται ο λόγος για τον οποίον ο ισχυρισμός θα ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 387/2019) και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η παράβαση, εφόσον η υπόθεση εξετάστηκε κατ' ουσίαν (ΑΠ 579/2024, 712/2016, 1277/2015).
1. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τον παραπάνω λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση κανόνων δικαίου και δη των διατάξεων των άρθρων 1033, 1041 επ., 1094 επ.
ΑΚ και 262 παρ1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι εσφαλμένως δέχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και απέρριψε την ένστασή της ιδίας κυριότητας. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο διαλαμβάνονται τελείως αποσπασματικά και κατ' επιλογήν της αναιρεσείουσας οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για την κτήση κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους αναιρεσίβλητους και, αντιθέτως, για τη μη απόκτηση από την αναιρεσείουσα της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία παραβίαση των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου (σημειωτέον ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί κανόνα δικονομικού δικαίου).
Επιπλέον δεν αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1εδ. α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
2. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον δέχθηκε τον αντιφατικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί κτήσης κυριότητας του επιδίκου τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο, δεν γίνεται μνεία της διάταξης, ή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, ούτε το περιεχόμενο αυτής ή αυτών, επί πλέον δε δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
3. Με όλους τους λοιπούς δε λόγους αναίρεσης (δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο) και με την επίκληση πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, που δίκασε ως Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα: α) δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι κληρονόμησαν σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου καθένας το επίδικο ακίνητο με την από 02-10-1997 μυστική διαθήκη, χωρίς περαιτέρω αναφορά στο περιεχόμενο της διαθήκης, β) αφού η ίδια (αναιρεσείουσα) αμφισβήτησε την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο, οι τελευταίοι είχαν την υποχρέωση να καθορίσουν με τις προτάσεις τους τον τρόπο με τον οποίο οι δικαιοπάροχοί τους απέκτησαν την κυριότητα εωσότου φθάσουν σε πρωτότυπο τρόπο.
Πλην όμως οι αναιρεσίβλητοι (όπως επακριβώς διατυπώνεται στο αναιρετήριο) ...."...δεν εκπλήρωσαν την παραπάνω υποχρέωση.... Δεν αποδεικνύουν τη χρονικά πρώτη πρωτότυπη κτήση"..... γ) δέχθηκε την αγωγή και απέρριψε την έφεσή της, αν και στους τίτλους των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων περιλαμβάνονται και τίτλοι αναγόμενοι σε προγενέστερο της ισχύος του ΑΚ χρόνο, κατά τον οποίο ίσχυαν οι διατάξεις του προισχύσαντος β.ρ.
δικαίου (τις οποίες εκθέτει η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο) και δ) δέχθηκε, όπως επί λέξει αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι "αμφότερα τα μέρη ομολογούν, τόσο το ακίνητο των εναγόντων όσο και τμήμα του ακινήτου της εναγομένης τουλάχιστον 4 στρεμμάτων ήταν ακαλλιέργητα......", χωρίς να υφίσταται καμία σχετική ομολογία από την πλευρά της αναιρεσείουσας.
Με το προαναφερθέν περιεχόμενο όλοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος τους που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται, κατά τα προαναφερθέντα, ούτε οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε οι λόγοι για τους οποίους οι ισχυρισμοί αυτοί θα ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επιπρόσθετα οι ως άνω λόγοι είναι και απαράδεκτοι, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 11-05-2023 αίτηση αναίρεσης κατά της 161/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που δίκασε ως Εφετείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-05-2023 αίτηση για αναίρεση της 161/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ