1972/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης (σύμφωνα με την υπ' άριθ. 75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη-Εισηγήτρια, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, και Στυλιανό Δαρέλλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1972/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσης του.
Full text
Απόφαση 1972 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1972/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης (σύμφωνα με την υπ' άριθ. 75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη-Εισηγήτρια, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, και Στυλιανό Δαρέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 15 Μαρτίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1338/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ν. Α. του Α., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά και με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Κ. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νεκταρία Μυγιάκη. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 5/7.2.2019 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 200/2019..
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α' του καταργηθέντος ΚΠΔ, ο οποίος εφαρμόζεται για την έρευνα του παραδεκτού της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 589 παρ.3 του ήδη ισχύοντος ΚΠΔ (Ν. 4620/2019), προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Κατά το άρθρο 229 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, ο οποίος εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση ως επιεικέστερος της νέας διάταξης του άρθρου 229 ΠΚ του ισχύοντος ΠΚ (Ν. 4619/2019), "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με αυτήν (ήτοι να σκόπευε) στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του προϊσχύσαντος ΠΚ, ο οποίος ομοίως περιέχει ευμενέστερες διατάξεις σε σχέση με τον ισχύοντα ΠΚ για τα προβλεπόμενα με αυτές αδικήματα, προκύπτει ότι για την πραγμάτωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη αυτού, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Ειδικά, όμως, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (κυρωθείσα με το ν.δ. 53/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 510 στοιχ.
Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά από τα οποία να πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Σε περίπτωση αθώωσης για το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης ή συκοφαντικής δυσφήμησης για έλλειψη δόλου πρέπει το δικαστήριο να αιτιολογεί ειδικά το στοιχείο αυτό, δηλαδή να αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο δράστης των εγκλημάτων αυτών δεν γνώριζε την αναλήθεια των όσων κατήγγειλε ή των όσων ψευδώς ισχυρίστηκε ή διέδωσε ενώπιον τρίτων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.1338/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο κατηγορούμενος Ν. Α. κηρύχθηκε αθώος λόγω έλλειψης του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου ως προς την αποδιδόμενη σ'αυτόν ψευδή καταμήνυση και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης για τον ίδιο λόγο μετετράπη η κατηγορία σε απλή δυσφήμηση και ακολούθως για την πράξη αυτή έπαυσε υφ' όρον η ποινική δίωξη, κατ' άρθρο 8 παρ.1 Ν. 4411/2016.
Το παραπάνω δικαστήριο για να στηρίξει την ως άνω απαλλακτική του κρίση και μετατροπή της κατηγορίας αντίστοιχα διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης την εξής αιτιολογία " Ο πολιτικώς ενάγων, υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας, είχε ορισθεί από την υπηρεσία του ως μέλος του αρμοδίου οργάνου αυτής για την κρίση και αξιολόγηση των υπαλλήλων της για το έτος 2006.
Στα πλαίσια αυτών των καθηκόντων του αξιολόγησε και τον κατηγορούμενο, υπάλληλο επίσης κατά τον άνω χρόνο της Τράπεζας, το αποτέλεσμα δε της κρίσης του κατέγραψε στο σχετικό, από 22-2-2007, δελτίο αξιολόγησης. Ο κατηγορούμενος στις 13-3-2012 υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών την από 15-2-2012 μήνυση κατά του πολιτικώς ενάγοντος, με την οποία ισχυρίστηκε γι' αυτόν τα εξής: "Ο εγκαλούμενος Π.
Κ., διευθυντής της Διεύθυνσης Απαιτήσεων σε καθυστέρηση και μέλος της συλλογικής μου αξιολόγησης (στο Δ.Α.Α. έτους 2006, ... κατά παράβαση διάταξης του άρθρου 10παρ.3 του Ν.2472/92, δεν έλαβε τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων που με αφορούσαν, τα οποία έχουν χαρακτηριστεί ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΑ και κυρίως την προστασία των από την απαγορευμένη διάδοση τους σε τρίτους ....
Ο μηνυόμενος Π. Κ., αντί να μου εγχειρίσει το ως άνω Δ.Α.Α. Υ. σε σφραγισμένο φάκελο με την ένδειξη "ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟ", με αριθμό πρωτοκόλλου εμπιστευτικού εγγράφου και επί υπογραφή μου στο ειδικό βιβλίο παράδοσης εμπιστευτικών εγγράφων, σύμφωνα με την πάγια διαδικασία διακίνησης της εμπιστευτικής αλληλογραφίας, παρέδωσε τούτο ανοικτό στη γραμματέα του Α.
Μ., η οποία την 29.03.07 μου το εγχείρισε χωρίς την στοιχειώδη διαφύλαξη του περιεχομένου του. Στο εν λόγω Δελτίο Αξιολόγησης μου περιλαμβάνετο αφ' ένός το ερώτημα του Α' κριτή Μ. Π. για έκπτωση μου από τη θέση του Υποδιευθυντή και αφετέρου πλήθος αστήρικτων, αναιτιολόγητων και κυρίως αναπόδεικτων μομφών των κριτών μου με μειωτικές κατά του προσώπου μου εκφράσεις.
Συνακόλουθα έγινα αντικείμενο χλευασμού και ειρωνικών σχολίων εκ μέρους των συναδέλφων καθόσον, σκοπός του μηνυομένου, Π. Κ. ήταν να με διασύρει εντός του εργασιακού μου χώρου, με το να καταστήσει γνωστό το περιεχόμενο του Δελτίου Αξιολόγησης μου στους συναδέλφους μου και να λάβουν γνώση περί του έωλου ερωτήματος του Α' κριτή...
το οποίο φρόντισε ο μηνυόμενος Β 'κριτής Π. Κ., κατά παράνομο τρόπο, να καταστήσει γνωστό στο εργασιακό μου περιβάλλον, επλήγη η προσωπικότητα μου και εθίγη η επαγγελματική τιμή και {υπόληψη μου...11.0 εγκαλούμενος Π. Κ. κατέστησε προσιτό το Δ.Α.Α.Υ. έτους 2006. σε τρίτο αναρμόδιο για τη συμπλήρωση του πεδίου "Β" κριτής...".
Καταμήνυσε, δηλαδή, ο κατηγορούμενος τον ήδη πολιτικώς ενάγοντα για παραβίαση του νόμου περί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που συνίστατο στη γνωστοποίηση αυτών με την παράδοση του δελτίου αξιολόγησής του για το έτος 2006 σε τρίτο πρόσωπο. Με την ΕΓ63-12/252/19 Δ/12 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών η άνω μήνυση απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη, απορριφθείσας, στη συνέχεια, και της προσφυγής που άσκησε κατ' αυτής ο κατηγορούμενος, με την 403/28-9-2012 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών.
Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η ως άνω μήνυση του κατηγορουμένου δεν ήταν αληθής, καθόσον δεν προέκυψε η αλήθεια των επικαλούμενων σε αυτή πραγματικών περιστατικών, ώστε να ασκηθεί κατά του μηνυομένου (ήδη πολιτικώς ενάγοντος) ποινική δίωξη, δεν προέκυψε δηλαδή η παράδοση του άνω δελτίου αξιολόγησης σε πρόσωπο μη δικαιούμενο να λάβει γνώση αυτού.
Επομένως στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της πρώτης από τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξης της ψευδούς καταμήνυσης. Από κανένα ωστόσο αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε η πλήρωση και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος αυτού. Ειδικότερα, το Δικαστήριο, κατά τη γνώμη που επικράτησε σ' αυτό, δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε δόλο τέλεσης της άνω πράξης της ψευδούς καταμήνυσης του πολιτικώς ενάγοντος, καθώς βρίσκονταν σε σύγχυση ως προς το αληθές ή μη των καταγγελλομένων εξαιτίας κυρίως της μακράς αντιδικίας στην οποία βρίσκονται με τα αρμόδια όργανα της Τράπεζας, αλλά και των δυσμενών πράγματι σχολίων για το πρόσωπο του που περιλαμβάνονταν στο άνω δελτίο αξιολόγησης.
Επομένως πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος, κατά πλειοψηφία, για την άνω πράξη, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Περαιτέρω, κατά την γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, για τους ίδιους ως άνω λόγους (έλλειψη δόλου) η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης του πολιτικώς ενάγοντος, με όσα ανωτέρω ισχυρίστηκε γι' αυτόν με τη προαναφερόμενη μήνυσή του, πρέπει, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να χαρακτηριστεί ως απλή δυσφήμηση (άρθρο 362 ΠΚ), αφού τα γεγονότα που ισχυρίστηκε με την άνω μήνυσή του για τον ήδη εγκαλούντα-πολιτικώς ενάγοντα, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτού.
Ως προς την πράξη, όμως, αυτή πρέπει να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 4411/2016, αφού τελέστηκε πριν την 31-3-2016 και η ποινή φυλάκισης που απειλείται γι' αυτήν δεν υπερβαίνει τα δύο έτη".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με αναφορά στα πραγματικά περιστατικά από τα οποία ήχθη σε αθωωτική για τον κατηγορούμενο απόφαση και δη ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του άμεσου δόλου τόσο για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης όσο και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ειδικότερα, ενώ από τα διαλαμβανόμενα περιστατικά δέχεται ότι η κατά του πολιτικώς ενάγοντος υποβληθείσα μήνυση για παραβίαση των προσωπικών δεδομένων ήταν ψευδής και ο κατηγορούμενος ήταν γνώστης των υπηρεσιακών θεμάτων των υπαλλήλων της Τράπεζας και επομένως γνώριζε ότι το δελτίο αξιολόγησής του παραδόθηκε σε αρμόδιο για την παραλαβή του πρόσωπο, εν τούτοις την κρίση του για την ανυπαρξία του δόλου στήριξε στην αντιφατική παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε σύγχυση ως προς το αληθές ή μη των καταγγελομένων, εξαιτίας της μακράς του αντιδικίας με την τράπεζα και των δυσμενών σχολίων της αξιολόγησης του (χωρίς κάποια σχετική παράθεση) με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια και ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς την υποκειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων εγκλημάτων.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ανυπαρξία του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατόπιν δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρο. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1338/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Δεκεμρβίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ