Legislator Case Law & Legislation
1972/2017 AI generated

1972/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1972/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1972/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 18-5-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 2919/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Keywords

AI generated
fitness to drive driving without authorization excessive speed traffic offence aggravated drunk driving extreme speeding offence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1972 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1972/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Δ. Κ., κατοίκου ... και 3) Μ. Δ. Κ., εκ των οποίων ο 2ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσατσάνη και η 1η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τσατσάνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) η 3η των αναιρεσειόντων Μ. Δ. Κ. απεβίωσε στις 21-9-2013 και β) η από 27-10-2015 αίτηση αναιρέσεως δεν εισάγεται προς συζήτηση ως προς τους 12ο, 13η και 14ο των αναιρεσιβλήτων, Μ. Μ. του Β., Ζ. Τ. του Α. και Α. Μ. του Μ., αντίστοιχα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Α. Τ., το γένος Κ., κατοίκου ... Αττικής, 2) Α. Τ. του Α., ατομικά, 3) Δ. Τ. συζ. Α. Τ., ατομικά, 4) Α. Τ. του Α., 5) Γ. Τ. του Α., 6) Α. Τ. του Α., 7) Θ. - Π. Τ. του Α., 8) Σ. Τ. του Α., κατοίκων ..., όπως οι 4ος, 5ος, 6η, 7ος και 8ος εκπροσωπούνται νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς τους Α. Τ. και Δ. Τ. (2ο και 3η ως άνω, αντίστοιχα), 9) Μ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της 10) Α. Τ. του Ι., 11) Α. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 12) Μ. Μ. του Β. και 13) Ζ. Τ. του Α., κατοίκων ..., ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του 14) Α. Μ. του Μ., 15) Κ. Λ. του Μ., 16) Α. Τ. του Α., κατοίκων ... και 17) Κ. Τ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, εκ των οποίων οι 1η, 9η (ατομικά), 11ος και 16η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Διαλεχτή Κοτζαμανίδου, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3214/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2919/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-10-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 18-5-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 2919/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανισθεί η δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή μετά η διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως.

Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β’ και γ’ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ’ άρθρο 575 εδάφ. β’ του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκαν και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι δεύτερος, τρίτη, τέταρτος, πέμπτος, έκτη, έβδομος, όγδοος, δεκάτη, δέκατος πέμπτος και δέκατος έβδομος: Α. Τ., Τ. Δ., Α. Τ., Γ. Τ., Ά. Τ., Θ. - Π. Τ., Σ. Τ., Α. Τ., Κ.

Λ. και Κ. Τ., αντίστοιχα. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τις: ...19-2-2016 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ά. Π., ... /15-2-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ε. Γ., ... /19-1-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.

Κ. και ... /22-1-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Κ. που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Β. Τ., ο οποίος υπογράφει την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και στον οποίο, όπως προκύπτει από το ...4-11-2015 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Γ., η πρώτη αναιρεσείουσα έχει χορηγήσει ειδική πληρεξουσιότητα για την κατάθεση, προσδιορισμό, εκπροσώπηση και υποστήριξη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, και με τον οποίο ο δεύτερος αναιρεσείων παραστάθηκε "μετά" κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε στους προαναφερθέντες αναιρεσιβλήτους ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την έκθεση καταθέσεως, την πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 27-5-2016 και κλήση προς συζήτηση και κατά την οποία συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείοντες με βάση τα προαναφερόμενα, επέσπευσαν τη συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 27-5-2016 και για την οποία είχαν κλητεύσει νόμιμα τους απολιπομένους αναιρεσιβλήτους, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, ισχύει ως κλήτευση τους για την νέα δικάσιμο, πρέπει δε ο Άρειος Πάγος να συζητήσει την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και παρά την απουσία εκείνων που έχουν κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων 62α’ , 73, 159 αριθ. 2, 160 αριθ. 1, 536 αριθ. 1 ΚΠολΔ και της διάταξης του άρθρου 35 Α.Κ., η οποία ορίζει την παύση της ύπαρξης του φυσικού προσώπου με θάνατο αυτού, συνάγεται ότι σε άσκηση αναίρεσης δικαιούται και φυσικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔ, που είναι εν ζωή, πράγμα το οποίο βέβαια σημαίνει ότι το δικόγραφο αναίρεσης, που φέρει ως αναιρεσείοντα πρόσωπο που πέθανε πριν από το χρόνο κατάθεσής του -με την οποία κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, συντελείται η άσκηση της αναίρεσης- είναι άκυρο, ως τέτοιο, η δε ακυρότητά του αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της υπό του άρθρου 62 εδ. α’ ΚΠολΔ ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικο, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 73 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 2919/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν μεταξύ άλλων την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 3214/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ασκήθηκε στις 30-10-2015, όπως από τη σχετική έκθεση κατάθεσης αυτής προκύπτει, ενώ η τρίτη αναιρεσείουσα Μ. Δ. Κ. απεβίωσε στις 21-9-2013, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. .../24-9-2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Κηφισιάς.

Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που ασκήθηκε από την τρίτη αναιρεσείουσα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, δήλωσε, ότι η ένδικη από 27-10-2015 αίτηση αναιρέσεως δεν εισάγεται προς συζήτηση ως προς τους 12ο, 13η και 14ο των αναιρεσιβλήτων, Μ.

Μ. του Β., Ζ. Τ. του Α. και Α. Μ. του Μ. αντίστοιχα. Η δήλωση αυτή, η οποία εκτιμάται ως παραίτηση από την αναίρεση ως προς αυτούς, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 573, 299, 294 εδ. α’ και β’ και 297 του ΚΠολΔ και συνεπώς η ένδικη αίτηση πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε (άρθρ. 295 παρ. 1, εδ.

α’ ΚΠολΔ) ως προς τους παραπάνω αναιρεσιβλήτους. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 330, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε αιτιώδους συνάφειας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Εξάλλου η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) ορίζεται "ότι ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και ότι ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν". Επίσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1, 4 εδ. δ’ , ε’ και ζ’ του ιδίου κώδικα "Οι πεζοί υποχρεούνται να χρησιμοποιούν το πεζοδρόμιο ή τα ειδικά γι’ αυτούς ερείσματα.

Κατ’ εξαίρεση μπορούν να χρησιμοποιούν το οδόστρωμα, αφού λάβουν τις αναγκαίες προφυλάξεις. Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α)..., δ) Σε διαβάσεις που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων τα οποία πλησιάζουν.

ε) Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίσουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του. ζ) Να διασχίσουν το οδόστρωμα κάθετα χωρίς να βραδυπορούν ή να σταματούν σε αυτό αδικαιολόγητα".

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος για αναίρεση απόφασης, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, έκρινε ότι συνυπαίτιος του ένδικου ατυχήματος κατά ποσοστό 70% είναι ο αναιρεσείων οδηγός Κ. Κ., διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα ή μη του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού, η οποία αποτελεί μία από τις βασικές προϋποθέσεις για τη συγκρότηση της αδικοπραξίας κατά την έννοια του άρθρων 914, 330, 297 και 298 ΑΚ και του άρθρ. 10 Ν. ΓΠΝ/1911 και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Όπως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 09.02.2012 και ώρα 21:15 περίπου, ο Α. Τ. του Α., ηλικίας 89 ετών, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας των δεύτερου, ένατης, δέκατης τρίτης και δέκατης έκτης εναγόντων, παππούς των τέταρτου, πέμπτου, έκτης, έβδομου, όγδοου, δέκατης, ενδέκατου και δέκατου τέταρτου εναγόντων, αδελφός του δέκατου έβδομου ενάγοντος και πεθερός των τρίτης, δωδέκατου και δέκατου πέμπτου εναγόντων, βάδιζε στο αριστερό κατά τη φορά της κυκλοφορίας πεζοδρόμιο της οδού ..., οδού μονής κατεύθυνσης κυκλοφορίας με μία λωρίδα κυκλοφορίας πλάτους 5,10 m., της οποίας η φορά κυκλοφορίας είναι από Κηφισιά προς Λυκόβρυση.

Κατά το ως άνω τοπικό και χρονικό σημείο η οδός ήταν ευθεία με μικρή κατωφέρεια, το οδόστρωμα ξηρό, επικρατούσε σκοτάδι λόγω νύχτας και το σημείο φωτιζόταν επαρκώς με τεχνητό φωτισμό. Όταν αυτός έφθασε σε σημείο της οδού που απέχει περί τα 5,00 m. περίπου από την προηγούμενη διασταύρωση της οδού αυτής με την κάθετη προς αυτήν οδό ..., επιχείρησε να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα, προκειμένου να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Εκείνη τη στιγμή ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ’ αριθ. κυκλ. ... Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο της κυριότητας της δεύτερης εναγομένης, η οποία τον είχε προστήσει στην οδήγηση του αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη των κατά νόμο ασφαλιζόμενων προσώπων από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγομένη και κινούμενος στην οδό ...

με φορά προς Λυκόβρυση, μόλις πέρασε από τη διασταύρωση αυτής με την οδό ..., αντιλήφθηκε τον πεζό στο οδόστρωμα και τροχοπέδησε ακαριαία, πραγματοποιώντας ταυτόχρονα και ελιγμό προς τα δεξιά του. Επειδή ο πεζός συνέχισε να διασχίζει το οδόστρωμα, ο πρώτος εναγόμενος πραγματοποίησε δεύτερο αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά του, συνεχίζοντας την τροχοπέδηση (βλ.

ιδίως φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, όπου απεικονίζονται τα ίχνη τροχοπέδησης, μήκους μερικών μόνο μέτρων, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι η ταχύτητα του οχήματός του ήταν σαφώς κάτω από το επιτρεπόμενο εκεί ως κατοικημένη περιοχή όριο των 50 km/h), πλην όμως οι ελιγμοί του αυτοί ήταν αναποτελεσματικοί και αυτός παρέσυρε τον προαναφερθέντα πεζό με το μπροστινό δεξιό μέρος του αυτοκινήτου και τον έριξε βίαια προς τη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος σε απόσταση περίπου 2,00 m.

από το αυτοκίνητο, προξενώντας του βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων αυτός υπέστη και αναπνευστική ανεπάρκεια και καρδιακή ανακοπή και έχασε τη ζωή του στο νοσοκομείο "Κ.Α.Τ.", όπου διακομίστηκε αυθημερόν, στις 23.04.2012, ήτοι μετά από νοσηλεία 73 ημερών. Συνυπαίτιοι της παράσυρσης και θανάτωσης του θύματος ήταν τόσο ο πρώτος εναγόμενος οδηγός, όσο και ο ίδιος ο θανών.

Ο πρώτος γιατί από αμέλεια, που συνίσταται στην έλλειψη της επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, ενώ μπορούσε να αντιληφθεί τη διέλευση του πεζού θανόντος από το σημείο της παράσυρσης από μεγαλύτερη απόσταση, λόγω του ότι η οδός είναι ευθεία και χωρίς παρεμπόδιση της ορατότητας, έτσι ώστε να προλάβει να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο πριν παρασύρει τον πεζό ή τουλάχιστον να τον παρασύρει με πολύ μικρότερη ορμή και να του προκαλέσει απλώς σωματικές βλάβες, τον αντιλήφθηκε καθυστερημένα σε χρόνο που δεν του επέτρεπε πλέον αποφυγή της παράσυρσης.

Ο δεύτερος δε (θανών) γιατί δεν βεβαιώθηκε πριν διασχίσει το οδόστρωμα ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων που κινούνταν στην οδό και συγκεκριμένα αυτού που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος. Η υπαιτιότητα του καθενός προσδιορίζεται, με βάση τα παραπάνω, σε 70% εις βάρος του υπαίτιου οδηγού και σε 30% εις βάρος του θανόντος πεζού.

Εντούτοις, ο παραπάνω σχετικός με τη συνυπαιτιότητα του θύματος λόγος της δεύτερης έφεσης αλυσιτελώς προβάλλεται, δεδομένου ότι το ερευνώμενο με τις εφέσεις συνεχόμενο προς την υπαιτιότητα κεφάλαιο είναι μόνο αυτό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης (ΑΚ 932) και τυχόν συνυπαιτιότητα του θανόντος στην πρόκληση της θανάτωσής του (ΑΚ 300) δεν οδηγεί σε ευθεία μείωση της επιδικασθησόμενης χρηματικής ικανοποίησης κατά το λόγο συνυπαιτιότητας του παθόντος, αλλ’ απλώς αποτελεί έναν από τους περισσότερους προσδιοριστικούς παράγοντες του ύψους αυτής, το οποίο καθορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει ελλιπείς, ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου διότι: Α) δεν αναφέρει: 1) σε ποιά απόσταση ήταν ορατός ο πεζός από τον οδηγό και σε ποιά απόσταση ο τελευταίος τον αντιλήφθηκε ή μπορούσε να τον αντιληφθεί, εν όψει των συνθηκών που συνέβη το ατύχημα (ευθεία οδός, χωρίς παρεμπόδιση της ορατότητας, και το σημείο του ατυχήματος φωτιζόταν επαρκώς με τεχνητό φωτισμό), 2) σε ποιο σημείο του οδοστρώματος ήταν ο πεζός όταν ο οδηγός τον αντιλήφθηκε επ’ αυτού, 3) εάν η κάθοδος του πεζού στο οδόστρωμα ήταν αιφνίδια, 4) ποια ήταν η ταχύτητα του αυτοκινήτου με ανώτατο όριο τα 50 km/h, 5) ποιο το μήκος των ιχνών τροχοπεδήσεως επί του οδοστρώματος και Β) διότι δέχεται αντιφατικά ως προς το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του: "Ο πρώτος γιατί από αμέλεια, που συνίσταται στην έλλειψη της επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, ενώ μπορούσε να αντιληφθεί τη διέλευση του πεζού θανόντος από το σημείο της παράσυρσης από μεγαλύτερη απόσταση, λόγω του ότι η οδός είναι ευθεία και χωρίς παρεμπόδιση της ορατότητας, έτσι ώστε να προλάβει να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο πριν παρασύρει τον πεζό ή τουλάχιστον να τον παρασύρει με πολύ μικρότερη ορμή και να του προκαλέσει απλώς σωματικές βλάβες, τον αντιλήφθηκε καθυστερημένα σε χρόνο που δεν του επέτρεπε πλέον αποφυγή της παράσυρσης".

Η ελλειπής, ασαφής, ανεπαρκής και αντιφατική αιτιολογία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 10 του v. ΓΠΝ/1911, 300, 330 εδ. α’ και 914 ΑΚ, δηλαδή ως προς την ορθότητα η μη της εξειδικεύσεως της αόριστης νομικής εννοίας της υπαιτιότητας.

Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος.

Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτός και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος αναφέρεται στο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, διότι στο κεφάλαιο της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται και το κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (Ολ.ΑΠ 10/2015). Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως γίνει δεκτή, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης και, ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες σ’ αυτούς (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ). Τέλος οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν στην δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο δικαστικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 27-10-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. ... 2015) αίτηση αναιρέσεως ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη Μ. Δ. Κ..

Αποφαίνεται ότι δεν ασκήθηκε η πιο πάνω αίτηση αναιρέσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2919/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσιβλήτους Μ. Μ. του Β., Ζ. Τ. του Α. και Α. Μ. του Μ..

Αναιρεί την υπ’ αριθμό 2919/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους διαδίκους της προκειμένης δίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ