Legislator Case Law & Legislation
1972/2014 AI generated

1972/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1972/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1972/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β', γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Keywords

AI generated
renunciation of inheritance revocation of nationality post-flight political activities act of accession of Greece asylum application of Ethiopian intention of permanent residence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1972 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1972/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Έλλη Ανδριανάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 364/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-3-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 12-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β', γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 162/2011, ΑΠ 87/2011, ΑΠ 274/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 21-11-2012, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 18-9-2013 και ακολούθως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (7-5-2014), με σχετικές επισημειώσεις στο πινάκιο.

Από την ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Ε. Σ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 21-11-2012) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του, ως εάν και αυτός ήταν παρών.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.3 Εισ. (3.1), 14 Πανδ. (11.28), 20 πανδ. (29.2) βασ.17 (35.14), 7 Εισ. (2.19) , 1 και 2 Εισ. (2.19), καθώς και (3.1), 14 πανδ. (38,16), 11 πανδ. (28.2), 3 Κωδ. (6.30), που, κατά τη διάταξη του άρθρου 92 Εισ.ΝΑΚ εφαρμόζονται, εφ' όσον η κληρονομία έχει επαχθεί με το θάνατο του κληρονομουμένου, πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, επί μεν των οικείων δηλαδή των προσώπων, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του αποβιώσαντος κατά το χρόνο του θανάτου του, η κτήση της κληρονομίας τόσον από διαθήκη όσον και από κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου) γίνεται αυτοδικαίως από το νόμο, χωρίς τη γνώση ή τη βούληση αυτών, επί δε εξωτικών, οι τελευταίοι, προκειμένου να αποκτήσουν την κληρονομία, πρέπει να δηλώσουν τη σχετική βούλησή τους, η οποία δήλωση που αποτελεί την υπεισέλευση ή την αποδοχή της κληρονομίας, μπορεί να είναι ρητή, έγγραφη ή προφορική, ή σιωπηρή, συνιστάμενη σε κάθε πράξη ή συμπεριφορά του καλούμενου στην κληρονομία, από την οποία φανερώνεται ο σκοπός του προς κτήση της τελευταίας.

Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 994 1113 και 1884 ΑΚ, οι οποίες για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζονται και επί κληρονομιαίων ακινήτων, συνάγεται ότι ο συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα λογίζεται νεμόμενος αυτό στο όνομα των λοιπών συγκληρονόμων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστή τη βούλησή του, με οποιονδήποτε τρόπο, να νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό.

Εξάλλου σύμφωνα με τους ορισμούς των Νεαρών 53 και 117 του Ιουστινιανού και της Νεαράς 106 του Λέοντος Σοφού, όπως ερμηνεύτηκαν με το νόμο 2230/1920, το κληρονομικό δικαίωμα της χήρας προϋπόθεση έχει εκτός άλλων και την απορία της, εφόσον δεν λαμβάνει, μολονότι καλείται εξ' αδιαθέτου, πλήρες το προσήκον σ' αυτήν ποσοστό ως άπορη.

Για την απαίτηση του κληρονομικού δικαιώματος η χήρα πρέπει να προβεί σε δήλωση περί αποδοχής της κληρονομίας, όπως κάθε κληρονόμος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δηλαδή ρητώς ή σιωπηρώς. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Νικολάου Ευθυμίου., που μεταγράφηκε νόμιμα, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, μεταβίβασε λόγω πώλησης, στον Σ.

Π. (πατέρα του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου), τα παρακάτω δώδεκα ακίνητα, που βρίσκονται στο χωριό Π. (τέως ...) του Δήμου ... Ιωαννίνων..., τα οποία περιγράφονται ακολούθως στην προσβαλλομένη απόφαση κατά θέση, έκταση και όρια. Την 1-6-1942 αποβίωσε ο Σ. Π., χωρίς να έχει συντάξει διαθήκη. Έτσι αυτός κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ήτοι: 1) τα παιδιά του Ν.

και Α. Π. (ενάγοντα και πρώτο εναγόμενο), ηλικίας τότε 8 και 15 ετών αντίστοιχα, οι οποίοι μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία ζούσαν στην ίδια οικία με τους γονείς τους και βρίσκονταν υπό την εξουσία του πατέρα τους, κληρονομιά την οποία απέκτησαν αυτοδικαίως, λόγω του ότι ήταν ανήλικοι και 2) την σύζυγο του Ε. Π., η οποία τον κληρονόμησε γιατί ήταν άπορη, άλλωστε το γεγονός ότι αυτή κλήθηκε στην κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου της και αναμείχθηκε σ' αυτή, το συνομολογούν τόσο ο ενάγων όσο και οι εναγόμενοι.

Ως εκ τούτου έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση η οποία δέχθηκε ότι αυτή δεν κληρονόμησε γιατί δεν ήταν άπορη. Δυνάμει της πιο πάνω κληρονομικής διαδοχής, ο μεν ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος κατέστησαν συγκληρονόμοι σ' ολόκληρη την πιο πάνω περιουσία του πατέρα τους κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, η δε μητέρα τους κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, κληρονομιά στην οποία αυτή αναμείχθηκε.

Εξάλλου το έτος 1949 ο ενάγων ηλικίας τότε 15 ετών. μετοίκησε προς αναζήτηση εργασίας στην Αθήνα, όπου και εγκαταστάθηκε έκτοτε μόνιμα. Αντίθετα ο πρώτος εναγόμενος συνέχισε να κατοικεί στο χωριό, απασχολούμενος με την γεωργία και κτηνοτροφία, χρησιμοποιώντας τα πιο πάνω κληρονομιαία ακίνητα, για την καλλιέργεια σιταριού, βρώμης και φασολιών, καθώς επίσης και για την βόσκηση των προβάτων του.

Επίσης προέβαινε στην τοποθέτηση και επισκευή των περιφράξεων των ως άνω ακινήτων και γενικά είχε την εποπτεία αυτών, πλην όμως ουδέποτε κατέστησε γνωστή τη θέληση του στον ενάγοντα ότι νέμεται και το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του τελευταίου, ως κύριος μόνο για τον εαυτό του. Χαρακτηριστικό δε είναι το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος λόγω της κάρπωσης των πιο πάνω ακινήτων, έδινε στον ενάγοντα πάντοτε, ως αντάλλαγμα αρνί και γιαούρτια.

Η πράξη αυτή δεν μπορεί να εκληφθεί ότι γινόταν χάριν ελευθεριότητας, από αδελφό προς αδελφό, τούτο διότι αυτό γινόταν ανελλιπώς. Σημειωτέον ότι τα πιο πάνω ισχύουν και για το με αριθμ. ... κληρονομιαίο ακίνητο, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι σ' αυτό η σύζυγος του πρώτου εναγομένου, έκτισε ποιμνιοστάσιο και εξέτρεφε ζώα.

Τούτο διότι οι πράξεις αυτές νομής ασκούνταν ως αντιπρόσωπος του συζύγου της, λόγω της παράλληλης αυτού απασχόλησης ως μαρμαροποιού. Το ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν νεμόταν τα κληρονομιαία επίδικα ακίνητα, αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό και ως εκ τούτου δεν κατέστη αποκλειστικά κύριος αυτών, αποδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι αυτός δεν δήλωσε αυτά στο έντυπο Ε9 μετά το έτος 1997 που νομοθετήθηκε η σχετική υποχρέωση.

Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί το Δικαστήριο, να οδηγηθεί από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτόν δύο αντίγραφα δήλωσης στοιχείων ακινήτων που υπήρχαν την 1η Ιανουαρίου 1997(έντυπο Ε9). τα οποία δεν έχουν ημερομηνία και τα οποία δεν κατατέθηκαν στην αρμόδια ΔΟΥ. χαρακτηριστικό δε των δυο αυτών δηλώσεων είναι ότι στην μία αναφέρει, έχει την πλήρη κυριότητα ακινήτων.

στα οποία όμως δεν συμπεριλαμβάνονται και τα επίδικα, ενώ στην δεύτερη όλων των επιδίκων ακινήτων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 12-1-1985, αποβίωσε η μητέρα των πιο πάνω διαδίκων, χωρίς να αφήσει διαθήκη και έτσι αυτή κληρονομήθηκε, από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, δηλαδή από τα πιο πάνω τέκνα της.

κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα. Η τελευταία όμως, με το ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Αικατερίνης Τσικνιά, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα είχε μεταβιβάσει στον πρώτο εναγόμενο (άμεσο δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος) το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της δηλαδή 1/4 η 2/8 επί ορισμένων των προαναφερομένων κληρονομιαίων ακινήτων, ήτοι των υπ αριθμούς: ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...

και ..., έτσι ο μεν πρώτος εναγόμενος κατέστη συγκύριος των πιο πάνω ακινήτων κατά ποσοστό 5/8 εξ αδιαιρέτου (3/8+2/8), ο δε ενάγων κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, όσον αφορά δε τα υπόλοιπα των ως άνω κληρονομιαίων ακινήτων κατά ποσοστό 4/8 ες αδιαιρέτου ο καθένας (3/8+1/8). επομένως όσον αφορά τα επίδικα ακίνητα, ο ενάγων κατέστη συγκύριος αυτών κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου των υπ' αριθμόν ..., ..., ..., ..., ...

και ... και κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου των υπ' αριθμ. ΕΤ … και…, αφού ο πρώτος εναγόμενος και το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του ενάγοντος επί της κληρονομιάς της μητέρας τους. το νέμονταν χωρίς να καταστήσει γνωστή στον ενάγοντα την θέληση του, ότι το νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του. Το έτος 1999 ο ενάγων, ζήτησε από τον πρώτο εναγόμενο να διανείμουν την ως άνω κληρονομιαία περιουσία, πλην όμως ο τελευταίος συνεχώς ανέβαλλε την συνάντηση για την διευθέτηση του θέματος αυτού.

Κατόπιν αυτού ο ενάγων απέστειλε στον πρώτο εναγόμενο, καλώντας τον να διανείμουν την κληρονομιαία περιουσία, εξώδικη πρόσκληση, η οποία επιδόθηκε σ' αυτόν στις 30-9-2002. Ο πρώτος εναγόμενος δεν απάντησε στην πιο πάνω εξώδικη πρόσκληση του ενάγοντος. Αντίθετα αυτός μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα των επιδίκων ακινήτων στον δεύτερο εναγόμενο(υιό του), παρακρατώντας την επικαρπία επ' αυτών, γεγονός το οποίο απέκρυψε από τον ενάγοντα, παρά τις συνεχιζόμενες οχλήσεις αυτού για διανομή των επιδίκων κληρονομιαίων ακινήτων.

Της πιο πάνω μεταβίβασης ο ενάγων έλαβε γνώση, κατά τη σχετική έρευνα στο υποθηκοφυλακείο Ιωαννίνων. Εν όψει όλων αυτών. αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι νέμεται τα επίδικα κληρονομιαια ακίνητα, μόνο για τον εαυτό του, λογίζεται ότι νέμεται ονόματι και του ενάγοντος, επομένως δεν κατέστη κύριος αυτών κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας του ενάγοντος, για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος από ουσιαστική άποψη, η ένσταση ιδίας κυριότητας αυτού, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας.

Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο εκ του γεγονότος ότι ο πρώτος εναγόμενος το 1999, μεταβίβασε στον, ενάγοντα, λόγω δωρεάς, τμήμα του υπ' αριθμ. ... κληρονομιαίου ακινήτου (το οποίο δεν είναι επίδικο). Τούτο διότι η μεταβίβαση του συγκεκριμένου, τμήματος έγινε επειδή ο ενάγων ήθελε να ανεγείρει οικία στον γενέθλιο αυτού τόπο, μεταβίβαση που έγινε δυνάμει συμβολαίων, που μεταγράφηκαν νόμιμα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αναγνωριστική συγκυριότητας των επιδίκων ακινήτων, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχθηκε κατ' ουσίαν στο σύνολό της την αγωγή, απορρίπτοντας ως αβάσιμους κατ' ουσίαν τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί ίδιας κυριότητας του πρώτου τούτων στα επίκοινα ακίνητα, δικαίωμα που απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία και περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Περαιτέρω δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή ή μη των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε, με τις σαφείς παραδοχές ότι ο ενάγων, ο εναγόμενος αδελφός του και η μητέρα τους κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου τον πατέρα τους και σύζυγο της τελευταίας, αληθή προηγούμενο κύριο των επιδίκων ακινήτων, που πέθανε χωρίς να αφήσει διαθήκη το 1942, στην κληρονομιά του οποίου η μητέρα τους υπεισήλθε και αναμείχθηκε σ' αυτήν ως άπορη χήρα του τα προαναφερόμενα δε ανήλικα τέκνα του αυτοδικαίως και ότι ο συγκληρονόμος αδελφός ουδέποτε γνωστοποίησε στον ενάγοντα τη βούλησή του να νέμεται αποκλειστικά τα επίκοινα ακίνητα για λογαριασμό του, μέχρι τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας τούτων το 2002 στον εναγόμενο γιό του και έτσι δεν απέκτησε την κυριότητά τους με έκτακτη χρησικτησία και κατ' ακολουθίαν δεν απέκτησε και ο τελευταίος την ψιλή κυριότητα αυτών.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο λοιπές αιτιάσεις αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 556 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1,10,17 και 20 του άρθρου 559 παρ1 Κ.Πολ.Δ., ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 12 και 13 του ίδιου άρθρου είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, καθόσον εκτός από την αριθμητική επίκληση των παραπάνω διατάξεων δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένα στοιχείο από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση των αντιστοίχων αναιρετικών πλημμελειών.

Ειδικότερα δεν αναφέρεται ποιος κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκε, οι πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης σχετικά 1) με την αποδοχή πραγμάτων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, 2) με τις αντιφατικές διατάξεις αυτής στο διατακτικό της, 3) με την παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου και ειδικότερα δεν αναφέρεται το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το ακριβές περιεχόμενο του, το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε τούτο, 4) για την παράβαση των διατάξεων για τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή αν το δικαστήριο έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος ή παρά το νόμο έλαβε υπόψιν αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, 5) με τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και 6) την εσφαλμένη εφαρμογή τους ως προς το βάρος της αποδείξεως.

Παρεκτός του ότι οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, αφού ο αναιρεσείων υπό την επίκληση των προαναφερομένων πλημμελειών, πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή κατά το άρθρο 559 παρ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή εννόμου προστασίας (Ολ ΑΠ25/2003, Ολ ΑΠ12/2000).

Ως πράγμα νοείται και ο λόγος έφεσης μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, παραδεκτό, νόμιμο και ορισμένο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από άρθρα 520, 525 και 527 του Κ.Πολ.Δ., οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του εκκαλούντος εναγομένου, είτε είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε, ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει κάποιος λόγος από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος συγχωρεί την βραδεία προβολή τους, πρέπει για να είναι παραδεκτοί στην έκκλητη δίκη, ως λόγοι αποσκοπούντες στην εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, να προτείνονται με το εφετήριο ή με πρόσθετο λόγο εφέσεως που ασκείται με ιδιαίτερο δικόγραφο σε όποιες διαδικασίες το τελευταίο απαιτείται κατά νόμο.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας και περί παραγραφής, τους οποίους πρόβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός, εφ' όσον οι ως άνω ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν στο Εφετείο με λόγο έφεσης είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (176, 183 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-3-2009 αίτηση του Σ. Π. κατά της 364/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ