1972/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1972 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated1972/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1972 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 1972 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1972/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: X1, από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Μαυρίδου.
Του αναιρεσιβλήτου:Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Μηλιώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5067/2001 προδικαστική, 8355/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1262/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2006 αίτησή της και με τους από 26-4-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 24-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αρ. 1) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην πληττομένη νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι ασάφειες.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμεvος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγoυ αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα, ούτε με αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμέvη περίπτωση η αναιρεσείουσα ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του εφετείου αποδίδοντας σ' αυτό και τις εξής πλημμέλειες: 1) ότι με το να απορρίψει την νομίμως προταθείσα από αυτή προς απόκρουση της αγωγής του αντιδίκου της, ένσταση της από το άρθρο 1401 ΑΚ παραγραφής, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου αυτή διάταξη, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια (πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου) 2) ότι με το να μη προβεί το Εφετείο και συνυπολογισμό της αποκτηθείσας κατά τη διάρκεια του γάμου από τον ενάγοντα περιουσίας, μολονότι μάλιστα δέχεται ότι αυτός εισέπραξε χρηματικό ποσό 6.700.000 δραχμών από τη μεταβίβαση της εταιρικής του μερίδας στην εταιρία ".......
ΟΕ", παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, υποπίπτοντας στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες (δεύτερος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι) 3) ότι με μολονότι το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ενάγων συνέβαλε στην αποκτηθείσα από την εναγομένη κατά τη διάρκεια του γάμου περιουσία κατά ποσοστό 1/3, δεν υπελόγισε την εις χρήμα συμβολή αυτού με τις υπηρεσίες του, παραβιάζοντας έτσι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ και υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια (τρίτος πρόσθετος λόγος) 4) ότι λαμβάνοντας υπόψη και συνυπολογίζοντας, για τον καθορισμό της αποκτηθείσας από αυτή κατά τη διάρκεια του γάμου περιουσίας, και την αξία της συμμετοχής της στην εταιρία με την επωνυμία "ΠΡΟΦΑΣΙΟΝ ΤΕΞΤΙΛ ΑΕ" παραβίασε την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια (έκτος πρόσθετος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αόριστοι διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά εντελώς αποσπασματικά, οι πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι αποδιδόμενες με αυτούς πλημμέλειες, ούτε επίσης αναφέρεται στο αναιρετήριο, προς αντιμετώπιση ποίων νομίμως προταθέντων ουσιωδών για την έκβαση της δίκης ισχυρισμών υπέπεσε το Εφετείο στις ανωτέρω πλημμέλειες.
ΙΙ. Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική και ποιοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο εκτός αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του περί του νόμου βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα καίτοι διαλαμβάνονται στην αγωγή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 λόγοι αναίρεσης.
Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής (ποσοτική και ποιοτική) πρέπει να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 562 παρ. 2, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος και επαναφερόμενος νομίμως στο εφετείο δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξ αιτίας των οποίων δεν παρέχεται στον εναγόμενο η δυνατότητα να αμυνθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης του κυρίου δικογράφου η αναιρεσείουσα αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσίβλητου ως αόριστη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο και επαναφέρθηκε νομίμως στο εφετείου.
ΙΙΙ. Με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου η αναιρεσείουσα αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση ότι μετ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε ως αβάσιμη την νομίμως προταθείσα ένσταση της, σύμφωνα με το άρθρο 1400 εδ. β ΑΚ, ότι ο ενάγων σύζυγός της ουδεμία συμβολή είχε στην αποκτηθείσα από αυτή κατά τη διάρκεια του γάμου περιουσία.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, υπό την επίφαση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 1, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. IV. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τη πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να υπάρχει κατά το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί και επαναφερθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωκε την προσβαλλομένη απόφαση (Ολομ. ΑΠ 15/2000). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 περ. β' ΚΠολΔ όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου της πρώτης συζήτησης της αγωγής, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά.
Ο όρος πράγματα στη διάταξη αυτή έχει το ίδιο περιεχόμενο με τον αντίστοιχο όρο του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, περιλαμβάνει δηλαδή τους ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβίασης από το άνω άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση παρά το νόμο δεν διέταξε απόδειξη ότι ο ενάγων είχε αποκτήσει περιουσία κατά τη διάρκεια του γάμου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αυτή δεν προέβαλε με λόγο έφεσης στο εφετείο ισχυρισμό αποδίδοντας σφάλμα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι δεν διέταξε απόδειξη σχετικά με την αποκτηθείσα από τον ενάγοντα κατά τη διάρκεια του γάμου περιουσία.
V. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο τα πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι ισχυρισμοί μη νόμιμοι, αόριστοι ή απαράδεκτοι.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή, ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει στο αναιρετήριο, τόσο τα αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, ο νόμιμος τρόπος που αυτά προσκομίστηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, και να καθορίζεται ο πραγματικός ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν ο ισχυρισμός είναι νόμιμος και προβλήθηκε παραδεκτώς και ως εκ τούτου ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο, κατά λέξη. την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί ότι για την απόκτηση από τον ενάγοντα αυτοκινήτου καταβλήθηκε ποσό 1.800.000 δραχμών και όχι 4.500.000 όπως αυτή ισχυρίστηκε "δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά έγγραφα και τις ομολογίες του αντιδίκου......".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ποία επίδραση ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός ούτε επίσης αναφέρει κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, ποία αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη το εφετείο. VΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων, δεν ιδρύεται αν τα πράγματα, δηλαδή οι ισχυρισμοί είναι μη νόμιμοι αόριστοι αλυσιτελείς και απαράδεκτοι διότι στις περιπτώσεις αυτές οι ισχυρισμοί δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 14/2004). Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι ισχυρισμοί αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια του γάμου τους είχε αποκτήσει περιουσία και επομένως δεν συνέβαλε στην αποκτηθείσα από αυτή περιουσία.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής αλλά αποτελεί επιχείρημα ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την ένσταση της εναγομένης ότι ο σύζυγός της ουδεμία συμβολή είχε στην αποκτηθείσα από αυτή περιουσία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιουνίου 2006 αίτηση της X1 και τους από 26 Απριλίου 2007 προσθέτους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.262/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ