Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds, finding lower court's reasoning sufficient and admissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's final decision. The appellant argued for procedural errors and lack of major grounds, but the court found the lower court's reasoning sufficient and free of contradictions. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 571, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the number 2 of Article 560 is inadmissible if the lower court's reasoning is clear, complete, and non-contradictory, allowing for appellate review without further clarification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1971 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1971/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Ρ. του Κ. και της Ξ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γοργόλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Β. χήρας Ε. Α. του Γ. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλίκη Ιωάννου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 314/2020 μη οριστική, 226/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-7-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 03-07-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία 226/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο. Το ως άνω Δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 26-09-2018 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 144/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 23-04-2017 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). 1. Από τη διάταξη του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά την μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.
Στην περίπτωση αυτή, η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι αδύνατον για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διαφορετική σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση και ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 661/2015, Α.Π. 871/2011, Α.Π 834/2010).
Περίπτωση, όμως, εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ. και ίδρυση του οικείου λόγου αναίρεσης για κακή σύνθεση του δικαστηρίου δεν υπάρχει, όταν, μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται, με μη οριστική απόφαση του, συμπληρωματικές αποδείξεις, όπως λ.χ. πραγματογνωμοσύνη και στην περίπτωση αυτή γίνεται (όχι επανάληψη, αλλά) ανασυζήτηση της υπόθεσης, στη σύνθεση δε του δικαστηρίου μπορεί να μετέχουν και άλλοι δικαστές (ΑΠ 712/2021, ΑΠ 689/2021, ΑΠ 1126/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, επί της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 144/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, εκδόθηκε η 314/2020 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Ιωαννίνων. Με την απόφαση αυτή, το ως άνω Δικαστήριο διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από ένα πραγματογνώμονα για την επίλυση των εξειδικευμένων ζητημάτων, που αναφέρονται σε αυτήν, για τη διερεύνηση των οποίων απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις της επιστήμης. Μετά τη διεξαγωγή της ως άνω διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης και ύστερα από κλήση του εκκαλούντος, η έφεση ανασυζητήθηκε, στις 02-11-2022 ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο, κατά την ανασυζήτηση της έφεσης, δίκασε με διαφορετική σύνθεση και εξέδωσε την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 226/2023 οριστική απόφασή του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αλλά και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι στην προκειμένη περίπτωση πράγματι συνέτρεχε στο πρόσωπο της δικαστή, που εξέδωσε τη μη οριστική απόφαση, λόγος (μετάθεση) συνεπεία του οποίου δεν ήταν δυνατή η συμμετοχή της στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, μόνη δε η μη αναγραφή, από προφανή παραδρομή, στα πρακτικά και την απόφαση του σχετικού κωλύματος δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της σχετικής πλημμέλειας (ΑΠ 20/2022).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζει τα αντίθετα, και ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεξε πράγματι, στο πρόσωπό του Δικαστή που εξέδωσε τη μη οριστική απόφαση νομικός ή φυσικός λόγος, συνεπεία του οποίου δεν ήταν δυνατή η συμμετοχή του στο Δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική - προσβαλλόμενη τοιαύτη, ώστε να στοιχειοθετείται μη νόμιμη συγκρότηση αυτού (ΑΠ 1682/2022) είναι αβάσιμος. 2.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1079/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε ότι ο σύζυγος της αναιρεσίβλητης της μεταβίβασε άτυπα τη νομή του επιδίκου ακινήτου, καίτοι δεν προτάθηκε σχετικός ισχυρισμός από την αναιρεσίβλητη με την αγωγή και τις προτάσεις της. Ο υπό κρίση λόγος έτσι διατυπωμένος είναι απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμός, ο οποίος δεν είναι αυτοτελής, δεν αποτελεί "πράγμα", όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός αυτός περιέχεται στον, αποτελούντα την ιστορική βάση της αγωγής (όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής), αυτοτελή ισχυρισμό, περί κτήσης κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. 3. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.
Περαιτέρω, η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ - 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες", όμως, στις διατάξεις αυτές νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Συνεπώς, οι ελλείψεις στη μείζονα πρόταση, δηλαδή η παντελής παράλειψη ή ατελής ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 744/2025, ΑΠ 649/2021). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, δικάσαν ως Εφετείο, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων ενώπιον του αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Επίδικη εν προκειμένω είναι μια εδαφική έκταση που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού Κάτω Ζαλόγγου της Τοπικής Κοινότητας Ζαλόγγου της Δημοτικής Ενότητας Μολοσσών του Δήμου Ζίτσας Ν.
Ιωαννίνων στη θέση "Μισαριά - Γούρες" και αποτελεί τμήμα του τεμαχίου με αριθμό 254 διανομής αγροκτήματος Κάτω Ζαλόγγου έτους 1939. Ειδικότερα, το εδαφικό αυτό τμήμα αποτυπώνεται στο από Αύγουστος 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Κ. Γ., το οποίο συντάχθηκε κατ' εντολή της ενάγουσας, με περιμετρικά στοιχεία 15-16-17-18-60-61-62-15 και με εμβαδό 221,20 τ.μ., ενώ κατά το από 3-8-2013 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι.
Κ., που συντάχθηκε κατ' εντολή του εναγόμενου και στο οποίο επιπλέον αποτυπώνεται η οριοθέτηση του οικισμού Κάτω Ζαλόγγου, το επίδικο εμφαίνεται με περιμετρικά στοιχεία 36-37-38-39-....-47-48-79-78- 36- 37 και με εμβαδό 229,73 τ.μ. Σύμφωνα με τα πορίσματα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Σ. Α., η μικρή αυτή απόκλιση των 8,53 τ.μ.
στο εμβαδό του επίδικου εδαφικού τμήματος οφείλεται στην ακριβέστερη αποτύπωση αυτού από μέρους του Ι. Κ. Εντός του επίδικου αυτού τμήματος βρίσκονται δύο κτίσματα, ήτοι μια παλαιά ισόγεια οικία (ετοιμόρροπη) εμβαδού 33,00 τ.μ. περίπου και ερείπια - τοιχοποιία καλύβας εμβαδού 25,00 τ.μ. περίπου. Αποδείχθηκε επίσης ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου κυριότητας της ενάγουσας, που προέρχεται από το με αριθ. 254 τεμάχιο και βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού Κάτω Ζαλόγγου στη θέση "Μισαριά - Γούρες" εμβαδού συνολικά 2.805,07 τ.μ., δηλαδή 229,73 τ.μ.
το επίδικο τμήμα και 2.575,34 τ.μ η υπόλοιπη έκταση ως προς την οποία δεν υπάρχει αμφισβήτηση της κυριότητας της ενάγουσας. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα της ενάγουσας δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, με προσμέτρηση στον χρόνο νομής της αυτού του δικαιοπαρόχου της, δηλαδή του ήδη αποβιώσαντος συζύγου της Ε.
Α., ο οποίος μεταβίβασε στην ενάγουσα άτυπα τη νομή του ακινήτου και στον οποίο είχε μεταβιβαστεί κατόπιν ομοίως άτυπης διανομής - δωρεάς εν ζωή από τον πατέρα του Θ. Α. που έλαβε χώρα περί το έτος 1980. Έκτοτε το ακίνητο νέμονταν αδιαλείπτως αρχικά ο Ε. Α. και στη συνέχεια η ενάγουσα και συγκεκριμένα το επόπτευαν και επέβλεπαν και προέβαιναν στον καθαρισμό του από την αυτοφυή βλάστηση, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου ως τμήματος αυτού.
Εξάλλου, το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν καλλιεργείται και αποτελεί μορφολογικά και υψομετρικά συνέχεια της υπόλοιπης έκτασης του ακινήτου της ενάγουσας, από την οποία χωρίζεται με σιδερένια πόρτα. Η πόρτα αυτή δεν αποτελεί το όριο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, αλλά τοποθετήθηκε περί το έτος 1988 από την ίδια και τον τότε εν ζωή σύζυγό της σε αντικατάσταση παλαιότερης ξύλινης πόρτας η οποία είχε τοποθετηθεί στο σημείο αυτό προ πολλών ετών για την προστασία μερών της ίδιας ιδιοκτησίας που περιείχε καλλιέργειες από την είσοδο ζώων που βοσκούσαν.
Αναφορικά ειδικότερα με την άτυπη διανομή του έτους 1980, με το από 27 Ιουλίου 1999 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας, της Ξ. συζ. Κ. Ρ., ήτοι της μητέρας του εναγόμενου, της Μ. Θ. Α. και του Κ. Θ. Α. αναγνωρίστηκε ότι ισχύει η άτυπη δωρεά - διανομή ακίνητης περιουσίας που είχε κάνει μεταξύ των τέκνων του το έτος 1980 ο Θ.
Α. Ο τελευταίος ήταν πατέρας των δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των συμβαλλόμενων στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό και του αποβιώσαντος συζύγου της ενάγουσας Ε. Α. Σύμφωνα με τη διανομή αυτή, ο Ε. Α. είχε λάβει ένα αγρό εκτάσεως τριών (3) περίπου στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "Μισαριά- Γούρες", εντός του οποίου υπάρχει παλαιό οικία και ο οποίος συνορεύει με αγροτικό δρόμο, με ιδιοκτησία Β.
Α., με ιδιοκτησία Ξ. Ρ. και με ιδιοκτησίες Λ. Α., Α. Α. και Σ. Α. Ο αγρός αυτός, όπως ρητά αναγράφεται στο ιδιωτικό συμφωνητικό, παραχωρήθηκε στη συνέχεια από τον Ε. Α. στην ενάγουσα, η οποία νέμεται και έχει καταστεί κυρία αυτού. Αντίστοιχα, η μητέρα του εναγόμενου έλαβε έναν αγρό εκτάσεως τεσσάρων (4) περίπου στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "Ανήλιο - Μανίκι", από τον οποίο διέρχεται δρόμος πλάτους 4 μέτρων και ο οποίος συνορεύει με ιδιωτικό δρόμο πλάτους 4 μέτρων και πέρα από αυτόν με ιδιοκτησία Ε.
Α., με ρέμα, με ιδιοκτησία Μ. και Κ. Α., με κοινοτική έκταση, με δρόμο πλάτους 4 μέτρων και ιδιοκτησία Λ. Α. Με το ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό ορίστηκε ότι ο παραπάνω ιδιωτικός δρόμος που διέρχεται από τον αγρό της μητέρας του εναγόμενου θα παραμείνει δρόμος για εξυπηρέτηση των υπολοίπων και ότι δε δικαιούται να κλείσει αυτόν η Ξ.
Α. Συστήθηκε, έτσι, δουλεία διόδου σε βάρος του ακινήτου της μητέρας του εναγομένου, νυν κυριότητας του εναγόμενου, και υπέρ του ακινήτου της ενάγουσας, όπως κρίθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμο το αίτημα της ενάγουσας να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί τμήματος της διόδου πλάτους 2,50 μέτρων και εμβαδού 373,80 τ.μ.
Εξάλλου, με το υπ' αριθ. ....2013 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ε. Π. Ρ., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παραμυθιάς στον τόμο 143 και με αύξοντα αριθμό 201, η Ξ. συζ. Κ. Ρ. μεταβίβασε με αιτία τη γονική παροχή στον εναγόμενο το ακίνητο που περιήλθε σε αυτήν κατόπιν της άτυπης διανομής με δωρεά εν ζωή από το έτος 1980 του πατέρα της Θ.
Α., όπως η διανομή αυτή αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε με το από 27.07.1997 προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό. Στο συμβόλαιο αυτό το μεταβιβαζόμενο ακίνητο περιγράφεται ως τεμάχιο 254 που βρίσκεται εντός της Τοπικής Κοινότητας Ζαλόγγου (Κάτω Ζαλόγγου) της Δημοτικής Ενότητας Μολοσσών του Δήμου Ζίτσας Ιωαννίνων εκτάσεως 6.384,25 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώθηκε στο από Απριλίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Ι.
Κ., από το οποίο τμήμα εκτάσεως 1.054,73 τ.μ. βρίσκεται εντός της οριοθέτησης του οικισμού και φέρει τον χαρακτήρα οικοπέδου και τμήμα εκτάσεως 5.329,52 τ.μ. βρίσκεται εκτός της οριοθέτησης του οικισμού και φέρει τον χαρακτήρα αγροτεμαχίου. Εντός του τμήματος που βρίσκεται μέσα στην οριοθέτηση του οικισμού εντοπίζεται το επίδικο εδαφικό τμήμα των 229,73 τ.μ., το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, είχε περιέλθει στη δικαιοπάροχο μητέρα του δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, η οποία νεμόταν αυτό από το έτος 1980 ως τμήμα του μείζονος ακινήτου που απέκτησε από την ως άνω άτυπη διανομή, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο του από 27-7-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, ενώ μετά τη γενόμενη μεταβίβαση το νέμεται και το κατέχει ο ίδιος.
Προς τους ισχυρισμούς αυτούς του εναγόμενου συμπορεύονται και α) οι καταθέσεις των ενόρκως βεβαιούντων Χ. Β. του Ι., κατοίκου ... και Σ. Γ., κατοίκου ..., που γεννήθηκε στο Ζάλογγο και του οποίου η πατρική κατοικία βρίσκεται στο Ζάλογγο, β) η κατάθεση της Φ. συζ. Σ. Μ., το γένος Ι. Ρ., θείας του εναγόμενου και κατοίκου ..., που εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας σε προγενέστερες δίκες μεταξύ των διαδίκων, γ) οι από 4-2-2013 και 8-8-2013 αντίστοιχα υπεύθυνες δηλώσεις της Μ.
Α. - η οποία είναι αδελφή της μητέρας του εναγομένου καθώς και του αποβιώσαντος συζύγου της ενάγουσας - και του Β. Λ., ο οποίος δήλωσε ότι, κατόπιν δωρεάν παραχώρησης της μητέρας του εναγομένου, βόσκει τα ζώα του εδώ και 20 χρόνια στο αγροτεμάχιό της το οποίο φθάνει μέχρι τη σιδερένια πόρτα στην ιδιοκτησία Ε.
Α. και στο οποίο συμπεριλαμβάνεται ο χώρος που υπάρχουν τα ερείπια παλιάς καλύβας και παλιού σπιτιού. Συναφώς ο εναγόμενος προσκομίζει και επικαλείται το από 15-7-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ αυτού και του Β. Λ., με ημερομηνία θεώρησης του γνησίου της υπογραφής των συμβαλλλομένων την 8-8-2013, σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου ο παραπάνω μισθωτής χρησιμοποιεί το όλο ακίνητο των 6.385 τ.μ., μέσα στο οποίο υπάρχουν ένα ετοιμόρροπο παλιό ισόγειο σπίτι και ερείπια παλιάς καλύβας, από εικοσαετίας και πλέον ως βοσκότοπο κατόπιν δωρεάν παραχώρησης από τη μέχρι τότε κυρία αυτού Ξ.
Ρ., ενώ και ο πρώτος εναγόμενος παραχωρεί χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση του ακινήτου, πλέον κυριότητας του ιδίου, ως βοσκότοπου για χρονικό διάστημα τριών ετών. Πλην όμως, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής αναφορικά με την κτήση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο επί του επιδίκου από την ενάγουσα προκύπτουν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ιδίως από α) τις υπ' αριθ. ..., ..., ...
από ...-2013 ένορκες βεβαιώσεις των Μ. Α. του Λ., Γ. Α. του Λ. και Χ. Α. του Λ. που γεννήθηκαν στο Ζάλογγο και κατοικούν ήδη στη Ρόδο καθώς και την υπ' αριθ. .../2013 ένορκη βεβαίωση του Αιδόνη Αλεξίου που γεννήθηκε στο Ζάλογγο, κατοίκου ..., οι οποίοι με σαφήνεια και πληρότητα κατέθεσαν ότι όριο μεταξύ των όμορων ιδιοκτησιών των διαδίκων είναι η ως άνω δίοδος και ότι στην έκταση αριστερά της διόδου, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο εδαφικό τμήμα με την ετοιμόρροπη οικία και τα ερείπια παλιάς αποθήκης, πράξεις νομής ασκούσαν ο Ε.
Α. και στη συνέχεια η σύζυγός του ενάγουσα, οι οποίοι προστάτευαν την έκταση, καθάριζαν την αυτοφυή βλάστηση και παραχωρούσαν τη χρήση της χωρίς αντάλλαγμα σε τρίτους ως βοσκότοπο και β) από τις καταθέσεις ως μαρτύρων σε προγενέστερες δίκες μεταξύ των διαδίκων της Ε. συζ. Α. Α., που γεννήθηκε και κατοικεί στο Ζάλογγο και της Β.
Α. που κατάγεται από το Ζάλογγο και διατηρεί εκεί ιδιοκτησία, οι οποίες αναφέρθηκαν στην άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο από την ενάγουσα και προγενέστερα από τον σύζυγό της, στην οριοθέτηση των ιδιοκτησιών των διαδίκων καθώς και στην τοποθέτηση της σιδερένιας πόρτας σε αντικατάσταση παλαιότερης ξύλινης που είχε τοποθετήσει η πεθερά της ενάγουσας για μην καταστρέφονται τα κηπευτικά της από τα πρόβατα.
Το περιεχόμενο των καταθέσεων αυτών επιρρωνύεται και από την περιγραφή των ιδιοκτησιών των διαδίκων στο ως άνω από 27-7-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι "Ο αποβιώσας Ε. Α. έλαβε ένα αγρό εκτάσεως τριών (3) περίπου στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "Μισαριά- Γούρες" στον οποίο υπάρχει και παλιά οικία και ο οποίος συνορεύει με αγροτικό δρόμο, με ιδιοκτησία Β.
Α., με ιδιοκτησία Ξ. Ρ., με ιδιοκτησίες Λ. Α., Α. Α. και Σ. Α.". Εάν, όμως, το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν αποτελούσε τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας, τότε θα ήταν αδύνατο να συνορεύει με ιδιοκτησία Λ. Α. (πλέον ιδιοκτησία κληρονόμων Λ. Α.) όπως αναγράφεται σαφώς στο συμφωνητικό. Δηλαδή, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμό του εκκαλούντος, από τη συγκριτική επισκόπηση των τοπογραφικών διαγραμμάτων που συντάχθηκαν για λογαριασμό των διαδίκων εναργώς προκύπτει ότι η ιδιοκτησία της ενάγουσας συνορεύει μόνο στο επίδικο εδαφικό τμήμα με αυτήν του Λ.
Α. Η ιδιοκτησία του τελευταίου στο συμφωνητικό περιγράφεται ως διακριτή ιδιοκτησία σε σχέση με αυτή του Α. Α., περιγραφή που ανταποκρίνεται και στην κατά τον χρόνο σύνταξης του συμφωνητικού υφιστάμενη εν τοις πράγμασι κατάσταση. Το όριο δε μεταξύ των όμορων ιδιοκτησιών των διαδίκων είναι ο ιδιωτικός δρόμος (η δουλεία διόδου που αναφέρθηκε ανωτέρω), ο οποίος ξεκινά από το ακίνητο της ενάγουσας, καθώς, ομοίως κατά το λεκτικό του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού, το ακίνητο που περιήλθε στη μητέρα του εναγόμενου συνορεύει "με ιδιωτικό δρόμο πλάτους 4 μέτρων και πέρα από αυτόν με ιδιοκτησία Ε.
Α.". Σε περίπτωση που περιλαμβανόταν το επίδικο τμήμα στην ιδιοκτησία του εναγόμενου θα αναγραφόταν ότι το ακίνητο αυτό συνορεύει με ιδιοκτησία Ε. Α. και δε θα έχρηζε ειδική αναφορά στο δρόμο ως όριο. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει και ο ορισθείς πραγματογνώμονας Σ. Α., οι παραδοχές της έκθεσης του οποίου κατά το οικείο τμήμα της έχουν ως εξής: "Μετά την επισκόπηση των δύο τοπογραφικών διαγραμμάτων, τόσο του από Αυγούστου 2013 τοπογραφικού διαγράμματος Α.
Γ. που προσκομίζει η κα Β. χήρα Ε. Α., όσο και του από 3 Αυγούστου 2013 τοπογραφικού διαγράμματος Ι. Κ. που προσκομίζει ο Θ. Ρ., του από 27 Ιουλίου 1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των: Β. χήρας Ε. Α., Ξ. συζ. Κ. Ρ. το γένος Θ. Α., Μ. Θ. Α. και Κ. Θ. Α. όπου επικύρωσαν την διανομή της ακίνητης περιουσίας όπως την είχε διανείμει ο Θ.
Α. από το έτος 1980 των τίτλων κτήσης των διαδίκων και των τις δηλώσεις αυτών στη βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης Ε9 όλων των εγγράφων της δικογραφίας (αγωγή, πρακτικά, προτάσεις διαδίκων κλπ.) και κυρίως μετά τη διενέργεια αρκετών επισκέψεων στα ακίνητα των διαδίκων και επί του επίδικου τμήματος, εξήχθησαν τα εξής συμπεράσματα: ...
Εντός του επίδικου αυτού τμήματος βρίσκονται δύο κτίσματα, ήτοι μια παλαιά ισόγεια οικία (ετοιμόρροπη) εμβαδού 33,00 τ.μ. περίπου και ερείπια - τοιχοποιία καλύβας εμβαδού 25,00 τ.μ. περίπου (αποτυπώνονται και στα δύο τοπογραφικά των διαδίκων). Τα ακίνητα της Β. Α. και του Θ. Ρ. είναι όμορα, αν και το ένα βρίσκεται στην περιοχή "Μισαριά- Γούρες" και το άλλο στη θέση "Ανήλιο Μανίκι".
Πρόκειται για δύο διαφορετικές αλλά όμορες θέσεις. Το ακίνητο της Β. Α. βρίσκεται υψομετρικά πιο ψηλά από το ακίνητο ιδιοκτησίας Θ. Ρ. Εντός του ακινήτου ιδιοκτησίας Θ. Ρ. υπάρχει διαμορφωμένος ιδιωτικός δρόμος πλάτους 2,5 μ. περίπου, προς εξυπηρέτηση της ιδιοκτησίας Β. Α. ... Εάν το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν αποτελεί τμήμα του ακινήτου και δη ενός αγρού που βρίσκεται στη θέση "Μισαριά - Γούρες", που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Α.
Κ. Γ. με περιμετρικά στοιχεία 15-16-17-18-60-61-62-15 και έχει εμβαδό 221,20 τ.μ. ιδιοκτησίας της ενάγουσας Βασιλικής χήρας Ε. Α. τότε δεν μπορεί ο συγκεκριμένος αγρός να συνορεύει με ιδιοκτησία Λ. Α. (σημερινή ιδιοκτησία κληρονόμων Λ. Α.) όπως αναλυτικά και με σαφήνεια περιγράφεται στο από 27 Ιουλίου 1999 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνέταξαν οι τέσσερις κληρονόμοι του Θ.
Α. Πιο συγκεκριμένα στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό αναφέρεται αυτολεξεί πως : "ο αποβιώσας Ε. Α. έλαβε ένα αγρό εκτάσεως τριών περίπου στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "Μισαριά- Γούρες" στον οποίο υπάρχει και παλιά οικία (σημείωση : σίγουρα δεν εννοεί την οικία που βρίσκεται στο επίδικο αλλά άλλη οικία που βρίσκεται στον αγρό) και ο οποίος συνορεύει με αγροτικό δρόμο (σημείωση:
στα δυτικά του αγρού), με ιδιοκτησία Β. Α. (σημείωση: στα βόρεια του αγρού), με ιδιοκτησία Ξ. Ρ. (σημείωση: στα ανατολικά του αγρού), με ιδιοκτησίες Λ. Α., Α. Α. και Σ. Α. (σημείωση: στα νότια του αγρού)". Οι παραπάνω σημειώσεις δεν αναφέρονται ασφαλώς στο συμφωνητικό αλλά γίνονται από εμένα προς διευκόλυνση για να κατανοηθεί πλήρως η τοποθεσία του αγρού και με ποιους συνορεύει που, έπειτα από αναλυτική αυτοψία και καθορισμό των γειτονικών ιδιοκτησιών.
Πρέπει να επισημανθεί πως το 1999 που συνέταξαν το συμφωνητικό ο Λ. Α. ήταν εν ζωή και είχε τη δική του οικία στην ιδιοκτησία του. Ακόμη ο Α. Α. αν και υιός του Λ. Α. είχε τη δική του ξεχωριστή οικία σε ξεχωριστή ιδιοκτησία (όμορη με τον πατέρα του στα δυτικά αυτής) όπως φαίνεται στην από 12-3-1984 οικοδομική άδεια ανέγερσης ισόγειας οικοδομής με υπόγειο της Νομαρχίας Ιωαννίνων (συνημμένο 1).
Συνεπώς και με βάση την αναλυτική περιγραφή από το συμφωνητικό των ιδιοκτησιών που συνορεύει ο αγρός που έλαβε ο αποβιώσας αδερφός Ε. Α. και συνεπεία η Β. χήρα του Ε. Α. πρέπει να συνορεύει και με ιδιοκτησία Λ. Α. και με ιδιοκτησία Α. Α. Εάν το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν ανήκει στο συγκεκριμένο αγρό τότε είναι αδύνατο να συνορεύει με την ιδιοκτησία του Λ.
Α. (σήμερα κληρονόμων Λ. Α.). ... Έτσι ενώ στο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Α. φαίνονται ξεκάθαρα οι ιδιοκτησίες των Α. Α. και Λ. Α. στο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ι. Κ. για λογαριασμό του εκκαλούντος - εναγόμενου Θ. Ρ. παρουσιάζονται ως μια ενιαία ιδιοκτησία κληρονόμων Λ. Α. Αυτό προκαλεί μια σύγχυση στην εξακρίβωση των όμορων ιδιοκτησιών και την ακριβή θέση των ακινήτων των διαδίκων.
Έπειτα από επιτόπιες επισκέψεις, αναζήτηση των ιδιοκτητών των όμορων ιδιοκτησιών κατέληξα στο συμπέρασμα πως και το 1999 που συντάχθηκε το ιδιωτικό συμφωνητικό των κληρονόμων του Θ. Α. όπως αναλυτικά αναφέρεται σε αυτό η ξεχωριστή ιδιοκτησία του Λ. Α. και του Α. Α. (έχει δική του ξεχωριστή οικία από το 1984, πολεοδομική άδεια Νομαρχίας Ιωαννίνων αριθ. 118/1984) έτσι και σήμερα ακόμη ξεχωρίζουν οι ιδιοκτησίες των Α.
Α. και των λοιπών κληρονόμων Λ. Α. (ξεχωριστές οικίες σε ξεχωριστές ιδιοκτησίες που διαχωρίζονται από περίφραξη συρματοπλέγματος). Αξίζει να σημειωθεί πως η όμορη ιδιοκτησία, που φαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Α., του Δ. Α. είναι αυτή του Α. Α. Δ. και Α. είναι ονόματα του ίδιου ατόμου που το εξακρίβωσα και από τον ίδιο αλλά και από τους δύο διαδίκους.".
Σημειώνεται ότι, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του εκκαλούντος, ο πραγματογνώμονας είχε τη δυνατότητα να αναζητήσει και λάβει την από 12-3-1984 οικοδομική άδεια ανέγερσης ισόγειας οικοδομής η οποία δεν είχε εισφερθεί προηγουμένως ως αποδεικτικό μέσο, καθόσον σύμφωνα με το διατακτικό της διατάσσουσας την πραγματογνωμοσύνη υπ' αριθ. 314/2020 απόφασης είχε τη δυνατότητα να ζητήσει διευκρινίσεις από τους διαδίκους ή πληροφορίες από τρίτους (380 ΚΠολΔ) καθώς και κάθε άλλο κρίσιμο κατά την κρίση του στοιχείο.
Επιπλέον, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες καθώς και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης το επίδικο εδαφικό τμήμα βρίσκεται σε υψομετρική διαφορά και με τα δύο ακίνητα των διαδίκων αλλά βάσει της μορφολογίας του εδάφους αποτελεί υψομετρικά συνέχεια του ακινήτου της ενάγουσας προς τα δύο κτίσματα, ήτοι την παλαιά ετοιμόρροπη ισόγεια και ερείπια - τοιχοποιία καλύβας, ενώ επίσης σύμφωνα με τα ίδια αποδεικτικά μέσα δε διακρίνονται εκατέρωθεν της σιδερένιας πόρτας, πλην ενός μικρού σε έκταση και μεμονωμένου σωρού από πέτρες, σημάδια κάποιας μόνιμης περίφραξης ή τοιχοποιίας που να υποδεικνύουν τον διαχωρισμό των ιδιοκτησιών, αντίθετα, κατά τα προελεχθέντα, η πόρτα αυτή προστάτευε την υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας από την είσοδο ζώων.
Αντίθετο συμπέρασμα προς τα ανωτέρω δεν μπορεί να εξαχθεί από το προαναφερόμενο από 15-7-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ του εναγομένου και του Β. Λ., το οποίο καταρτίστηκε το πρώτον τον Ιούλιο του 2013 προφανώς εν όψει της αρχόμενης κατά τον χρόνο αυτό δικαστικής αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων και δη της άσκησης από πλευράς του εναγομένου της από 5-8-2013 και με αριθ.
εκθ. καταθ. 1201/2013 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της ενάγουσας. Άλλωστε, σύμφωνα με τις καταθέσεις των Ε. συζ. Α. Α. και Β. Α., ο Β. Λ. πράγματι βοσκούσε τα ζώα του για πολλά χρόνια σε όλο το ακίνητο, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου εδαφικού τμήματος, έχοντας όμως πάρει άδεια τόσο από τον εναγόμενο όσο και από τον τότε εν ζωή Ε.
Α. καθώς και από την ενάγουσα. Σημειώνεται ακόμη ότι, όσον αφορά στις διαφορές των επιφανειών των ιδιοκτησιών των διαδίκων μεταξύ των τιμών που αναφέρονται στο από 27 Ιουλίου 1999 ιδιωτικό συμφωνητικό και στα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάχθηκαν για λογαριασμό αυτών, οι διαφοροποιήσεις στο εμβαδό, σύμφωνα και με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, απαντώνται συχνά σε περιπτώσεις όπως η συγκεκριμένη που αρχικά δεν είχε προηγηθεί εμβαδομέτρηση.
Δηλαδή, το 1999 που συντάχθηκε το ιδιωτικό συμφωνητικό δεν είχαν τοπογραφηθεί τα ακίνητα και ετέθη κατά προσέγγιση το εμβαδόν αυτών, ενώ μετά την τοπογράφηση αυτών προέκυψε η πραγματική τους έκταση. Αποδείχθηκε επίσης ότι με την υπ' αριθ. 595/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί της ως άνω αίτησης του εναγόμενου, αυτός αναγνωρίστηκε προσωρινός νομέας του επίδικου τμήματος, εντός του οποίου βρίσκονται τα δυο παλαιό κτίσματα και το οποίο ορίστηκε περιμετρικά με ιδιοκτησία της ενάγουσας, με δίοδο υπέρ του ακινήτου της και σε βάρος της ιδιοκτησίας του εναγόμενου και με ιδιοκτησία Λ.
Α. και απειλήθηκε σε βάρος της ενάγουσας χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για κάθε εκ μέρους της μελλοντική διατάραξη της νομής του εναγόμενου στην επίδικη έκταση. Ωστόσο, δεδομένου ότι τα ακίνητα της ενάγουσας και του εναγόμενου δε χωρίζονται με περίφραξη, τουλάχιστον στο σημείο που βρίσκεται το επίδικο, η ενάγουσα εξακολούθησε να έχει ακώλυτη πρόσβαση στο επίδικο τμήμα του ακινήτου της και να ασκεί σε αυτό πράξεις νομής, καθαρίζοντας αυτό από αυτοφυή δένδρα και θάμνους, όπως προκύπτει και από το ότι ο εναγόμενος υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων την από 11.10.2015 με Α.Β.Μ Α15-2616 έγκληση σε βάρος της ενάγουσας για τα αδικήματα της αυτοδικίας και της απείθειας καθώς, κατά τους ισχυρισμούς του, η ενάγουσα εισήλθε εντός του Ιουλίου 2015 εντός της επίδικης έκτασης και έκοψε το αυτοφυές χόρτο και 2-3 θάμνους, ενώ επίσης στις 23.08.2016 αστυνομικοί υπάλληλοι του Α.Τ.
Ζίτσας, κατόπιν κλήσης του εναγόμενου, προέβησαν σε συστάσεις στην ενάγουσα για ειρηνική επίλυση των διαφορών τους (βλ. το από 25.08.2016 ακριβές αντίγραφο του αποσπάσματος από το Βιβλίο Αδικημάτων και Συμβάντων του Α.Τ Ζίτσας). Με βάση τα ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος έχει καταστεί κύριος της επίδικης εδαφικής έκτασης τόσο με παράγωγο τρόπο, δυνάμει γονικής παροχής, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχός του Ξ.
Α. - Ρ. είχε καταστεί κυρία αυτής δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας όσο και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τη συνδρομή των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο αυτοτελώς του ιδίου, με προσμέτρηση του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου του, αφού κατά τα προεκτεθέντα δεν αποδείχθηκε η ενέργεια πράξεων νομής από τον ίδιο ή προγενέστερα από τη δικαιαπάροχό του.
Συνακόλουθα, το υπ' αριθ. .../2013 συμβόλαιο γονικής παροχής δεν ήταν ικανό να προσπορίσει το επικαλούμενο δικαίωμα όσον αφορά το επίδικο εδαφικό τμήμα, έστω και αν έχει μεταγραφεί, ελλείψει κυριότητας στο πρόσωπο της μεταβιβάζουσας. .......". Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που κρίνοντας ομοίως είχε δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και είχε αναγνωρίσει την ενάγουσα κυρία του επίδικου εδαφικού τμήματος, απορρίπτοντας συγχρόνως ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας που πρότεινε ο εναγόμενος.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμα του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε, δεδομένου ότι εκθέτει ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία ενεργώντας σε αυτό τόσο η ίδια όσο και πριν από αυτήν ο δικαιοπάροχος σύζυγός της, από το έτος 1980 και εντεύθεν όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στον κύριο.
Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη μείζονος πρότασης, είναι απαράδεκτος κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας.
Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 226/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή με τις, εμπρόθεσμες, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03-07-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 226/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2025.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ