Legislator Case Law & Legislation
1971/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal court decision due to failure to prove service of prior judgment.

Case Number 1971/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision, finding the lower court erred in treating a prior judgment as res judicata. The appellant argued that a 2008 judgment was not legally binding because it was issued in absentia without proper service of process. The Court agreed, ruling that without proof of service, the judgment could not be considered final or binding, thus invalidating the lower court's reliance on it.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 559 of the Code of Civil Procedure; A judgment rendered in absentia without proof of service to the absent party does not attain finality and cannot constitute res judicata for subsequent proceedings.

Keywords

AI generated
res judicata service of process judgment in absentia finality of judgment appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 580 number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 number 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 189 number 1, 191 number 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1, 3 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
OLAP 4/2005
OLAP 7/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1971 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1971/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γιαννατσή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Βύρωνα που εδρεύει στην Καισαριανή Αττικής και τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Νίκαιας που εδρεύει στον Κορυδαλλό Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Ευσταθίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/10/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2332/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 463/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/9/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αριθμό 463/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε τις ανακοπές της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, 20/2005).

Το άρθρο 20 παρ.2 του Συντάγματος, που επιβάλλει την προηγούμενη ακρόαση του διοικουμένου πριν από την έκδοση δυσμενούς πράξεως σε βάρος του, δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που η Διοίκηση λαμβάνει το σε βάρος του διοικουμένου μέτρο κατά δεσμία εξουσία και με βάση αντικειμενικά δεδομένα, που δεν συνδέονται προς υποκειμενική συμπεριφορά ή υπαιτιότητα ορισμένου προσώπου, του οποίου η προηγούμενη ακρόαση θα μπορούσε να ασκήσει επίδραση στη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως της Διοικήσεως . `Ετσι, σε περίπτωση που έχει κτηθεί από το Δημόσιο τίτλος βεβαιώσεως ορισμένου χρηματικού ποσού με την συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων (π.χ.

έσοδα βεβαιούμενα αμέσως με την έκδοση της οικείας καταλογιστικής πράξεως, πάροδος της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά της πράξεως επιβολής φόρου, τέλους, προστίμου ή χρηματικής κυρώσεως), δεν απαιτείται η προηγούμενη κλήση του ενδιαφερομένου για να εκφέρει τις απόψεις του πριν από την έκδοση του τίτλου εισπράξεως (π.χ.

χρηματικού καταλόγου) ή πριν από την ταμειακή βεβαίωση του χρέους, δεδομένου ότι στις ενέργειες αυτές προβαίνει η Διοίκηση κατά δεσμία εξουσία και με βάση αντικειμενικά δεδομένα (ΣτΕ 513,1943/1987). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος και 4 παρ.7 του Ν 2238/1994, δεχόμενο εσφαλμένα ότι για την εγκυρότητα των ένδικων χρηματικών καταλόγων και ταμειακών βεβαιώσεων, δυνάμει των οποίων επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της αναιρεσείουσας, δεν απαιτείται προηγούμενη ακρόαση, με την κοινοποίηση σ' αυτήν προσκλήσεως, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις της και να αποδείξει την ανυπαρξία οφειλής της από τα δήθεν οφειλόμενα μισθώματα, τα οποία εκχωρήθηκαν στην ΔΟΥ Βύρωνα.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, δεν απαιτείται η προηγούμενη κλήση του ενδιαφερομένου για να εκφέρει τις απόψεις του πριν από την έκδοση του χρηματικού καταλόγου και της ταμειακής βεβαιώσεως του χρέους, δεδομένου ότι στις ενέργειες αυτές προβαίνει η διοίκηση κατά δέσμια εξουσία και με βάση αντικειμενικά δεδομένα.

Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη η απαίτηση.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής νομική και πραγματική αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το νόμιμο τίτλο είναι δυνατό να επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη για την απαίτηση και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.

Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 ΚΕΔΕ η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 ΚΕΔΕ, στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 ΚΕΔΕ σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.

Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 189/2020).

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 3 του ΚΕΔΕ, δεχόμενο εσφαλμένα, σε σχέση με το ελάχιστο περιεχόμενο της ένδικης ατομικής ειδοποιήσεως, ότι η αναιρεσείουσα είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση των αναγκαίων εγγράφων που προσδιορίζουν την οφειλή της, όπως και έλαβε γνώση, ώστε να είναι σε θέση να προβάλει με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς της κατά της οφειλής.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: < Όσον αφορά τους λόγους ανακοπής που αναφέρονται στο ελάχιστο περιεχόμενο των προσβαλλόμενων τίτλων, δεν αποδεικνύεται ότι η ανακόπτουσα υπέστη βλάβη, αφού πριν τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση της ανακοπής είχε την δυνατότητα να λάβει γνώση των αναγκαίων εγγράφων που προσδιορίζουν την οφειλή της, όπως και τελικά έλαβε γνώση, ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους κατά της οφειλής ισχυρισμούς της >.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, στο άρθρο 16 παρ. 1 του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν 2690/1999, Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ορίζεται ότι: "Η διοικητική πράξη είναι έγγραφη, αναφέρει την εκδούσα αρχή και τις εφαρμοζόμενες διατάξεις, φέρει δε χρονολογία καθώς και υπογραφή του αρμόδιου οργάνου". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι τυχόν πλημμέλειες του επιδοθέντος αντιγράφου της διοικητικής πράξεως δεν ασκούν επιρροή στο κύρος της, εφόσον το πρωτότυπο φέρει τα κατά νόμον στοιχεία, αλλά ενδέχεται να έχουν έννομες συνέπειες μόνον ως προς την προθεσμία ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος κατ' αυτής ( ΣτΕ 2025/2020, ΣτΕ 1496/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν 2690/1999, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η ένδικη ατομική ειδοποίηση χρεών, χωρίς το όνομα και την υπογραφή του αρμοδίου οργάνου, είναι μηχανογραφημένο δελτίο, το οποίο φέρει το όνομα του εκδόντος υπαλλήλου, χωρίς να αμφισβητείται η γνησιότητά του.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος τα εξής: < Όσον αφορά τον λόγο ανακοπής περί της ακυρότητας της ατομικής ειδοποιήσεως ληξιπρόθεσμων χρεών του προϊσταμένου της Δ Ο Υ Νικαίας λόγω ελλείψεως υπογραφής του αρμόδιου υπαλλήλου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον πρόκειται για μηχανογραφημένο δελτίο, το οποίο φέρει το όνομα του εκδόντος υπαλλήλου (Γ.

Π.), χωρίς να αμφισβητείται η γνησιότητά του>. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την προπαρατεθείσα διάταξη, καθόσον η ένδικη ατομική ειδοποίηση δεν φέρει την υπογραφή του εκδόσαντος αυτήν οργάνου, διότι εκτυπώθηκε μηχανογραφικώς από τον υπολογιστή της αρμόδιας ΔΟΥ και φέρει το ονοματεπώνυμο του προϊσταμένου αυτής Γ.

Π.. Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Με τους έκτο και έβδομο λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2, 4, 36 παρ.2, 73 παρ.2 και 75 παρ.1 του ΚΕΔΕ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η ανακόπτουσα δεν υπέστη βλάβη από τις ελλείψεις του περιεχομένου της πράξεως καθορισμού χρεών και της εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα: < Όσον αφορά τους λόγους της ανακοπής που αναφέρονται στο ελάχιστο περιεχόμενο των προσβαλλόμενων τίτλων δεν αποδεικνύεται ότι η ανακόπτουσα υπέστη βλάβη, αφού πριν την λήξη της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση των αναγκαίων εγγράφων που προσδιορίζουν την οφειλή της, όπως και τελικά έλαβε γνώση, ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους κατά της οφειλής ισχυρισμούς της >.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η αναιρεσείουσα δεν υπέστη βλάβη από τις επικαλούμενες ελλείψεις των προσβαλλόμενων τίτλων, αφού πριν λήξει η προθεσμία για την άσκηση της ένδικης ανακοπής έλαβε γνώση όλων των αναγκαίων εγγράφων που προσδιορίζουν την οφειλή της και ήταν σε θέση να προβάλλει με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς της κατά της οφειλής.

Επομένως, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού η διεθνούς δικαίου. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι για να ιδρυθεί ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, δηλαδή τη γένεση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων όχι δε δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας και ως προς την παράβασή τους προβλέπονται οι από τους αριθμούς 2 έως 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως ( ΑΠ 1687/2013, ΑΠ 177/2010, ΑΠ 1489/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 116, 583 επ., 933 επ. του ΚΠολΔ, 20, 25 του Συντάγματος και 281 του ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα ως μη νόμιμο τον προταθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό ότι η επίσπευση σε βάρος της αναγκαστικής εκτελέσεως είναι καταχρηστική.

Εφόσον οι διατάξεις των άρθρων 116, 583 επ., 933 επ. ΚΠολΔ που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, δεν είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αλλά δικονομικοί κανόνες δικαίου, ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το ως άνω μέρος του, είναι απαράδεκτος. Επίσης ως προς την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 20, 25 του Συντάγματος και 281 ΑΚ, ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το νομικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο περί την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 7 Ν 2238/1994 εισοδήματα από την εκμίσθωση ακινήτων και από τόκους δανείων που θεωρούνται ότι έχουν αποκτηθεί κατά τις διατάξεις του παρόντος και τα οποία αποδεδειγμένα δεν έχουν εισπραχθεί από το δικαιούχο, επιτρέπεται να μη συνυπολογίζονται στο συνολικό καθαρό εισόδημά του, εφόσον εκχωρηθούν στο Δημόσιο χωρίς αντάλλαγμα.

Η εκχώρηση γίνεται με απλή έγγραφη δήλωση του υποχρέου σε φόρο, η οποία υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μέσα στο οικονομικό έτος στο οποίο τα εισοδήματα αυτά υπόκεινται σε φόρο. Μαζί με τη δήλωση αυτή παραδίδονται στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας τα αποδεικτικά έγγραφα της εκχωρούμενης απαίτησης και με την ίδια δήλωση ο εκχωρών βεβαιώνει άτι δεν κατέχει κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο.

Το Δημόσιο υποκαθίσταται στα δικαιώματα του εκχωρητή. Κατά δε το άρθρο 20 αρ.1 του ως άνω νόμου εισόδημα από ακίνητα είναι αυτό που προκύπτει κάθε οικονομικό ή κατά περίπτωση γεωργικό έτος, είτε από εκμίσθωση ή επίταξη ή έμμεσα από ιδιοκατοίκηση ή ιδιοχρησιμοποίηση ή από παραχώρηση της χρήσης σε τρίτο χωρίς αντάλλαγμα, μιας ή περισσότερων οικοδομών είτε από εκμίσθωση γαιών.

Τέλος, σύμφωνα με την ΠΟΛ 1102/2016 ανείσπρακτα εισοδήματα από την εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας μπορούν να δηλωθούν μόνο από φυσικά πρόσωπα που αποκτούν εισόδημα από την εκμίσθωση / υπεκμίσθωση ακίνητης περιουσίας σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 4 του Ν 4172/2013, προκειμένου να μην συνυπολογισθούν αυτά στο εισόδημά τους.

Αντίθετα, δεν μπορούν να δηλωθούν ανείσπρακτα εισοδήματα από την εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας από φυσικά πρόσωπα, όταν τα εισοδήματα αυτά προέρχονται από αποζημίωση χρήσης ακινήτου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 601 του ΑΚ, ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά την λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να ερευνάται, αν o εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου. Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση, ενώ εκτός των ανωτέρω, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση αυτή του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (ΑΚ 343 επ., 335) , η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται και την ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, και αποδείξει ο τελευταίος, για να απαλλαγεί.

Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ, αποκαθίσταται και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο, που θα αποκόμιζε με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε το μίσθιο αμέσως μετά τη λήξη της μίσθωσης. Τέτοιο δε διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο, ως "αποζημίωση χρήσης", μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής εκμισθώνοντας σε άλλον το μίσθιο.

Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτή υποχρέωση σε βάρος του μισθωτή για την παράβαση της υποχρέωσής του να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης (ΑΚ 599 παρ. 1). Κατά συνέπειαν, η στηριζόμενη στο άρθρο 601 ΑΚ αξίωση αποζημίωσης του εκμισθωτή, που γεννιέται από την επόμενη ημέρα λήξης της μίσθωσης και διαρκεί μέχρι την ημέρα αποδόσεως της κατοχής του μισθίου, αποτελεί μετενέργεια της μισθωτικής σύμβασης (ΑΠ 229/2012, ΑΠ 1815/2007, ΑΠ 1470/2009, ΑΠ 1842/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.7,20 του Ν 2238/1994 και 599, 601, 297, 298 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η αποζημίωση χρήσεως υπόκειται σε φορολογία εισοδήματος και νομίμως ο εκμισθωτής εκχώρησε την αξίωσή του απ' αυτή στο Δημόσιο.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: <Ο εκμισθωτής με την από 17-7-2007 αγωγή του κατήγγειλε τη μίσθωση και με την 4855/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η ανακόπτουσα υποχρεώθηκε να αποδώσει το μίσθιο και να καταβάλει στον εκμισθωτή τα μισθώματα που αντιστοιχούσαν στους μισθωτικούς μήνες από Δεκέμβριο του 2006 έως και Ιούλιο του 2007.

Στη συνέχεια με την 636/6-3-2009 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης η ανακόπτουσα αποβλήθηκε από το μίσθιο. Επίσης αποδεικνύεται ότι ο εκμισθωτής με τις από 30-12-2008 και 10-11-2009 δηλώσεις εκχωρήσεως μη εισπραχθέντων μισθωμάτων εκχώρησε στο καθ'ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο τα δικαιώματά του για την είσπραξη των μισθωμάτων για το επίδικο μίσθιο που αφορούσε το διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2008, συνολικού ύψους 72.000 ευρώ και το ποσό αυτό το καθ' ου το καταλόγισε ως δημόσιο έσοδο σε βάρος της ανακόπτουσας......

Τα οφειλόμενα μισθώματα μετά την καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης και για όσο χρόνο παρακρατούσε το μίσθιο αποτελούν μετενέργεια της μισθωτικής σχέσης δεδομένου ότι το παραπάνω εισόδημα- αποζημίωση χρήσης υπόκειται σε φορολογία και συνεπώς νομίμως ο εκμισθωτής εκχώρησε την παραπάνω αξίωσή του στο καθ'ου.

Ενόψει των παραπάνω οι προσβαλλόμενοι εκτελεστοί τίτλοι ήταν έγκυροι για το σύνολο της οφειλής που βεβαιώθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας, συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτές τις ανακοπές και μεταρρύθμισε τα οφειλόμενα ποσά που αναγράφονταν στους ανακοπτόμενους εκτελεστούς τίτλους, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων....>.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.7, 20 του Ν 2238/1994 και 599, 601,297, 298 ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα με το να δεχθεί ότι η αποζημίωση χρήσεως αποτελεί μίσθωμα, το οποίο ως εισόδημα υπόκειται σε φορολογία και νομίμως εκχωρήθηκε στο Δημόσιο.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο μισθωτής από την επόμενη ημέρα λήξεως της μισθώσεως και για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση χρήσεως το συμφωνημένο μίσθωμα, ανεξάρτητα αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της αποδόσεως του μισθίου.

Δηλαδή, μετά τη λήξη της μισθώσεως δεν οφείλονται πλέον μισθώματα, αλλά αποζημίωση για την παράνομη χρήση του μισθίου από τον μισθωτή, η οποία (αποζημίωση) δεν αποτελεί εισόδημα από την εκμίσθωση ακινήτου, και συνεπώς η εξ αυτής απαίτηση του εκμισθωτή δεν εκχωρείται στο Δημόσιο. Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 503 παρ. 1 και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, πριν την αντικ. με το Ν 4335/2015, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, αν δε δεν επιδοθεί η απόφαση η προθεσμία της εφέσεως είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη.

Αντιστοίχως η προθεσμία ανακοπής ερημοδικίας κατ' άρθρο 652 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. 4335/2015, οριζόταν σε οκτώ ημέρες επί μισθωτικών διαφορών. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι επί ερήμην αποφάσεων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων η προθεσμία της εφέσεως αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως και συντρέχει με την προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας.

Αν δεν επιδοθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η προθεσμία της εφέσεως εκπνέει με την πάροδο τριετίας από τη δημοσίευσή της, πλην όμως στην περίπτωση αυτή δεν αρχίζει η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία είναι πάντοτε γνησία και δεν αρχίζει χωρίς την προηγουμένη επίδοση της ερήμην αποφάσεως.

Έτσι, η ερήμην πρωτόδικη απόφαση, που δεν επιδόθηκε και έχει καταστεί ανέκκλητη με τη συμπλήρωση της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, εξακολουθεί να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την ανακοπτόμενη απόφαση, αφού η προθεσμία αυτής δεν κινείται χωρίς επίδοση της ερήμην αποφάσεως.

Μια τέτοια απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, καθόσον το άρθρο 321 ΚΠολΔ ορίζει ότι τελεσιδικία δεν παράγεται όσον εξακολουθεί να είναι επιτρεπτή η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Άλλωστε η ευδοκίμηση μιας όψιμης έστω ανακοπής ερημοδικίας θα συμπαρασύρει και το ανέκκλητο, αφού θα επαναφέρει κατά το άρθρο 509 ΚΠολΔ την υπόθεση στο στάδιο της συζητήσεως που ακυρώθηκε, δηλαδή πριν από την οριστική πρωτόδικη απόφαση, δημιουργώντας έτσι τη δυνατότητα προσβολής με έφεση της αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί (ΑΠ 35/2016, ΑΠ 1534/2005).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (ΑΠ 743/2017). Προϋποθέσεις για την ύπαρξη του δεδικασμένου είναι η ύπαρξη αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου υπαρκτής και τελεσίδικης (που δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και σε έφεση), η ταυτότητα της διαφοράς και η ταυτότητα των προσώπων (ΑΠ 1122/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την υπ'αριθ.4855/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να αποδώσει το επίδικο μίσθιο και να καταβάλει στον εκμισθωτή τα μισθώματα που αντιστοιχούσαν στους μισθωτικούς μήνες από Δεκέμβριο του 2006 έως και Ιούλιο του 2007, καθόσον η απόφαση αυτή που εκδόθηκε ερήμην της αναιρεσείουσας ουδέποτε της επιδόθηκε.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ως άνω ζήτημα τα ακόλουθα: <Επίσης αποδεικνύεται ότι ο εκμισθωτής με την από 17-7-2007 αγωγή του κατήγγειλε την μίσθωση και με την 4855/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία ως εκ του χρόνου δημοσιεύσεώς της (29-10-2008) έχει καταστεί τελεσίδικη, η ανακόπτουσα υποχρεώθηκε να αποδώσει το επίδικο μίσθιο και να καταβάλει στον εκμισθωτή τα μισθώματα που αντιστοιχούσαν στους μισθωτικούς μήνες από Δεκέμβριο του 2006 έως Ιούλιο του 2007...

Ο εκμισθωτής με τις από 30-12-2008 και 10-11-2009 δηλώσεις εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων εκχώρησε στο καθ'ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο χωρίς αντάλλαγμα τα δικαιώματά του για την είσπραξη των μισθωμάτων ... οι προβαλλόμενοι δε ισχυρισμοί της ανακόπτουσας για ελαττώματα του μισθίου που αφορούν τους ως άνω μισθωτικούς μήνες καλύπτονται ήδη από το δεδικασμένο της ως άνω υπ'αριθμό 4855/2008 αποφάσεως και απαραδέκτως προβάλλονται στην παρούσα δίκη > .

Έτσι που έκρινε το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την υπ'αριθμό 4855/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Και τούτο διότι η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ.ΚΠολΔ, ερήμην της τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε στην τελευταία, αφού από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει τέτοια επίδοση, ούτε άλλωστε το αναιρεσίβλητο επικαλείται επίδοση αυτής στην αναιρεσείουσα, ώστε να διαπιστωθεί αν εξακολουθεί να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, αφού η προθεσμία αυτής δεν αρχίζει χωρίς την επίδοση της ερήμην αποφάσεως.

Επομένως, δεν προκύπτει ότι η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και αποτελεί δεδικασμένο (άρθρο 321 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο ως άνω πρώτος αναιρετικός λόγος. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που κρίθηκαν βάσιμοι οι δύο πρώτοι αναιρετικοί λόγοι και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ' αυτή παραβόλου (άρθρο 495 αρ.3ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176,183,189αρ.1,191αρ.2ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ.1,3 του Ν 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 Εισ.ΝΚΠολΔ, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 463/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ